Παρασκευή, 02 Μαρτίου 2012 19:59

    Πολωνία

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    Πολωνία (πολων. Polska, διεθν. Poland)
Κράτος της κεντροανατολικής Ευρώπης, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνορεύει στα Β με τη Ρωσία, στα Α με τη Λιθουανία, τη Λευκορωσία και την Ουκρανία, στα Ν με τη Σλοβακία και με την Τσεχία και στα Δ με τη Γερμανία, ενώ βρέχεται στα Β από τη Βαλτική θάλασσα.

    Πολιτικά στοιχεία
Η Π. καταλαμβάνει, στη βορειοανατολική κεντρική Ευρώπη, την ενδιάμεση περιοχή μεταξύ της μεγάλης γερμανικής πεδιάδας στα Δ και της σαρματικής πεδιάδας στα Α. Τα σύνορά της αποτέλεσαν ανέκαθεν αντικείμενο εσωτερικών και διεθνών διενέξεων, και κατά τον 20ό αι. αποτέλεσαν αφορμή για δύο πολέμους, μεταξύ των οποίων και ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος. Μετά την ήττα της Ρωσίας, της Αυστροουγγαρίας και της Γερμανίας, κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, δημιουργήθηκε η νέα Δημοκρατία της Π., τα ανατολικά σύνορα της οποίας καθορίστηκαν σύμφωνα με τη γραμμή Kέρζον. Με την κυβέρνηση Πιλσούντσκι, ξανάρχισε ο πόλεμος εναντίον της Ρωσίας και η προώθηση προς τα Α, για περισσότερα από 150 χλμ., μέχρι τα νέα σύνορα που καθορίστηκαν το 1921 από τη συνθήκη της Ρίγα.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, τα σύνορα της Π. άλλαξαν εκ νέου και επεκτάθηκαν στα Δ μέχρι τα φυσικά σύνορα που σχηματίζονται από τους ποταμούς Όντερ και Νάισε στα Β, με την προσάρτηση των δύο τρίτων της πρώην Ανατολικής Πρωσίας, ενώ στα Α περιορίστηκαν στην απώλεια της ανατολικής Π., που προσαρτήθηκε τότε στη Σοβιετική Ένωση. Τριάντα και πλέον χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, το ζήτημα της αναγνώρισης και του απαραβίαστου των συνόρων Όντερ-Νάισε, που αντιπροσώπευε ανέκαθεν ένα από τα πολιτικά σημεία αντιπαράθεσης μεταξύ Π. και Γερμανίας οδηγήθηκε σε λύση, μετά την αποτελεσματική πολιτική του τότε Γερμανού καγκελάριου Βίλι Μπραντ με τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης (Oστπολιτίκ). 
Τα χερσαία σύνορα, που είναι εκείνα τα οποία καθορίστηκαν το 1945 (διάσκεψη της Γιάλτας, συμφωνίες του Πότσνταμ και της Μόσχας), έχουν μήκος 2.951 χλμ., στα οποία προστίθενται και 497 χλμ. ακτών στη Βαλτική.
Η αντιστοιχία ανάμεσα στα πολιτικά και στα φυσικά σύνορα ισχύει μόνο για την Τσεχία και τη Σλοβακία, στο τμήμα όπου βρίσκονται τα Σουδητικά όρη, τα δυτικά και τα ανατολικά Μπεσκίντι· αλλού, τα σύνορα μπορούν να θεωρηθούν συμβατικά.
Διοικητική διαίρεση. Η χώρα διαιρείται σε 16 βοϊβοδάτα (σε παρένθεση η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός τους, το 2002): Βαρμίνσκο-Μαζούρσκι (Warminsko-Mazurskie, Όλστιν, 1.428.357), Βιελκοπόλσκι (Wielkopolskie, Πόζναν, 3.351.915), Ζακοντνιοπομόρσκι (Zachodniopomorskie, Στσέτσιν, 1.698.214), Κουγιάβσκο-Πομόρσκι (Kujawsko-Pomorskie, Μπίντγκοζ, 2.069.321), Λότζκι (Lodzkie, Λοτζ 2.612.890), Λουμπέλσκι (Lubelskie, Λούμπλιν, 2.199.054), Λουμπούσκι (Lubuskie, Ζιέλονα Γκόρα, 1.008.954), Μαζοβία (Mazowieckie, Βαρσοβία, 5.124.018), Μαλοπόλσκι (Malopolskie, Κρακοβία, 3.232.408), Ντολνοσλάσκι (Dolnoslaskie, Βρότσλαβ, 2.907.212), Οπόλσκι (Opolskie, Όπολε, 1.065.043), Πομόρσκι (Pomorskie, Γκντανσκ, 2.179.900), Ποντκαρπάκι (Podkarpackie, Ρέζοβ, 2.103.837), Ποντλάσκι (Podlaskie, Μπιαλιστόκ, 1.208.606), Σβιετοκρίσκι (Swietokrzyskie, Κιέλτσε, 1.297.477), Σλάσκι (Slaskie, Κατοβίτσε, 4.742.874). 
Πολίτευμα, εκτελεστική και νομοθετική εξουσία. Το πολίτευμα του κράτους είναι η προεδρική δημοκρατία. Η Π. είναι ένα από τα κράτη του πρώην Ανατολικού συνασπισμού στο οποίο οι αλλαγές ξεκίνησαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και ολοκληρώθηκαν λίγο πριν από την κατάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Το σύνταγμα της χώρας, που ψηφίστηκε το 1952, τροποποιήθηκε το 1989, για να δημιουργηθεί η Γερουσία (Άνω Βουλή), και το 1990 για την καθιέρωση της απευθείας εκλογής από τον λαό του προέδρου της δημοκρατίας. Αργότερα, το 1992, επήλθαν ορισμένες τροποποιήσεις και άρχισε η προετοιμασία ενός νέου συντάγματος, το οποίο τελικά θεσπίστηκε στις 17 Οκτωβρίου 1997.
Τη νομοθετική εξουσία ασκεί η Εθνοσυνέλευση, η οποία αποτελείται από δύο σώματα. Το ένα, η Δίαιτα ή Βουλή (sejm), αποτελείται από 460 μέλη τα οποία εκλέγονται με άμεση, καθολική, μυστική ψηφοφορία, και η διάρκεια της θητείας τους είναι τετραετής· το άλλο, η Γερουσία, αποτελείται από 100 μέλη που εκλέγονται επίσης για τετραετή θητεία. Η Γερουσία επανεξετάζει τους νόμους που ψηφίζει η Δίαιτα, ενώ έχει το δικαίωμα να προτείνει νέους νόμους και να απορρίπτει άλλους. Σε περίπτωση απόρριψης ενός νόμου από τη Γερουσία, η Δίαιτα έχει τη δυνατότητα να τον επικυρώσει εφόσον ψηφιστεί από τα δύο τρίτα των μελών της.
Η Εθνοσυνέλευση αποτελείται από τα μέλη και των δύο νομοθετικών σωμάτων. Συγκαλείται σε έκτακτες περιπτώσεις (για παράδειγμα, απόφαση για ανικανότητα του προέδρου να ασκήσει τα καθήκοντά του, παραπομπή προέδρου σε δικαστήριο κλπ.). Πρόεδρος μπορεί να εκλεγεί κάθε πολίτης που έχει συμπληρώσει το 35ο έτος της ηλικίας του και έχει προταθεί από 100.000 ψηφοφόρους. Ο πρόεδρος εκλέγεται με μυστική, καθολική ψηφοφορία κάθε 5 χρόνια, ενώ η κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Δίαιτας.
Κόμματα και κυβέρνηση. Τα κυριότερα πολιτικά κόμματα στην Π. είναι το Αγροτικό Κόμμα και η Δημοκρατική Αριστερή Συμμαχία. Πρόεδρος της χώρας και αρχηγός του κράτους, από τις 23 Δεκεμβρίου 1995, είναι ο Αλεξάντερ Κβασνιέφσκι, και πρωθυπουργός, από τις 24 Ιουνίου 2004, ο Μάρεκ Μπέλκα.Ο πρωθυπουργός της Πολωνίας Μάρεκ Μπέλκα (φωτ. ΑΠΕ).Ο πρόεδρος της Πολωνίας Αλεξάντερ Κβασνιέφσκι (φωτ. ΑΠΕ).
Δικαιοσύνη. Στην κορυφή της δικαστικής ιεραρχίας βρίσκεται το Ανώτατο Δικαστήριο, τα μέλη του οποίου διορίζονται για αόριστο χρόνο από τον πρόεδρο της δημοκρατίας, κατόπιν υποδείξεως του εθνικού συμβουλίου δικαιοσύνης, και το Συνταγματικό Δικαστήριο, τα μέλη του οποίου επιλέγονται από τη Δίαιτα, για θητεία εννέα ετών.
Θρησκεία. Οι ρωμαιοκαθολικοί αποτελούν, επισήμως, το 89,8% των κατοίκων της Π., χώρας στην οποία η Εκκλησία έπαιξε ανέκαθεν σημαντικό ρόλο. Το 1978 ο Πολωνός καρδινάλιος Κάρολ Βοϊτίλα εξελέγη πάπας των ρωμαιοκαθολικών, με το όνομα Ιωάννης Παύλος Β’ (1978-2005) και διαδραμάτισε αποφασιστικό παρασκηνιακό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας. Στη χώρα υφίστανται επιπλέον άλλες 37 Εκκλησίες (χριστιανοί ορθόδοξοι, προτεστάντες κ.ά.) καθώς και οπαδοί άλλων θρησκειών, τα μέλη των οποίων ανέρχονται στο 5% του συνολικού πληθυσμού της χώρας.Το 90% των κατοίκων της Πολωνίας ασπάζεται το ρωμαιοκαθολικό δόγμα· στη φωτογραφία, στιγμιότυπο από λειτουργία στην εκκλησία της Ελευθερίας, η οποία ανακηρύχθηκε από την ΟΥΝΕΣΚΟ μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς (φωτ. ΑΠΕ).
Γλώσσα και εθνότητες. Επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η πολωνική. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2002, οι Πολωνοί αποτελούν το 96,7% του πληθυσμού της χώρας, οι Γερμανοί το 0,4%, οι Ουκρανοί το 0,1%, οι Λευκορώσοι το 0,1% και οι υπόλοιπες εθνικότητες το 2,7%.
Εκπαίδευση. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της Π. από ξένες δυνάμεις, η εκπαίδευση ήταν περιορισμένη στην προνομιούχο ανώτερη κοινωνική τάξη. Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, όταν η Π. ανέκτησε την ανεξαρτησία της, καθιερώθηκε στη χώρα ένα κεντρικό εκπαιδευτικό σύστημα. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, η κυβέρνηση θέσπισε ένα εκπαιδευτικό σύστημα βασισμένο στα σοβιετικά πρότυπα.
Σήμερα, η εκπαίδευση στην Π. παρέχεται δωρεάν και είναι υποχρεωτική για τα παιδιά ηλικίας 7 έως 15 ετών. Μετά το τέλος της οκταετούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, η πλειονότητα των μαθητών εισέρχεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Περίπου το 20% φοιτούν στα γενικά σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπου προετοιμάζονται για να εισαχθούν στα κολέγια ή στα πανεπιστήμια. Το 2000, 3.220.000 μαθητές φοιτούσαν στα σχολεία πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, 3.970.000 στα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στις τεχνικές σχολές και 1.774.985 στα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης.
Η ιστορία των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Π. είναι μακρόχρονη. Το πανεπιστήμιο της Κρακοβίας, το οποίο ιδρύθηκε το 1364, ήταν το δεύτερο πανεπιστήμιο που δημιουργήθηκε στην κεντρική Ευρώπη. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, από τα 179 ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα, τα 12 ήταν πανεπιστήμια, τα 30 πολυτεχνικές σχολές, τα 12 ιατρικές σχολές και τα περισσότερα από τα υπόλοιπα εξειδικευμένα κολέγια επαγγελματικού προσανατολισμού. Τα πανεπιστήμια που λειτουργούν στη χώρα βρίσκονται στην Κρακοβία, στη Βαρσοβία, στο Πόζναν, στο Βρότσλαβ, στη Λούμπλιν, στο Λοτζ, στην Τόρουν, στο Γκντανσκ, στη Στσέτσιν και στην Κατοβίτσε. Ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα θεωρείται η Πολωνική Ακαδημία Επιστημών στην οποία εντάσσονται διάφορα ερευνητικά κέντρα. Το 2003 το ποσοστό αναλφαβητισμού στη χώρα ήταν μόλις 0,2%.
Άμυνα. Το 2002 το έμψυχο δυναμικό των ενόπλων δυνάμεων της χώρας ανερχόταν στα 163.000 άτομα, εκ των οποίων τα 104.050 υπηρετούσαν στον στρατό ξηράς, τα 14.300 στο πολεμικό ναυτικό και τα 36.450 στην πολεμική αεροπορία. Οι τελευταίες ρωσικές μάχιμες στρατιωτικές δυνάμεις, κατάλοιπα των σοβιετικών στρατιωτικών δυνάμεων που παρέμειναν επί δεκαετίες στο έδαφος της Π., εγκατέλειψαν τη χώρα τον Οκτώβριο του 1992. Εξάλλου, από το 1999 η Π. είναι μέλος του ΝΑΤΟ.
Μετά από νόμο ο οποίος θεσπίστηκε το 1999, η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία μειώθηκε από τους 18 στους 12 μήνες, με πρόθεση μείωσής της σε 9 μήνες. Οι αντιρρησίες συνείδησης υπηρετούν εναλλακτική στρατιωτική θητεία διάρκειας 24 μηνών.
Κοινωνική πρόνοια. Στην κομουνιστική Π. εφαρμοζόταν ένα ευρείας κλίμακας σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, το οποίο χρηματοδοτούσε ο κρατικός προϋπολογισμός: κοινωνική ασφάλιση, συντάξεις και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ωστόσο, μετά το 1989, αυτός ο τομέας ιδιωτικοποιήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρους του, με αποτέλεσμα οι Πολωνοί να πληρώνουν πλέον άμεσα για όλες τις ιατρικές υπηρεσίες που τους παρέχονται, συμπεριλαμβανομένων των νοσοκομείων και των φαρμακείων. Το 2003 οι κρατικές δαπάνες για τη δημόσια υγεία ανήλθαν στο 5% του ΑΕΠ της χώρας, ενώ αντιστοιχούσε ένας γιατρός ανά 446 κατ. και μία νοσοκομειακή κλίνη ανά 205 κατ. Όσον αφορά τη βρεφική θνησιμότητα, το 2005 σημειώνονταν 8,51 θάνατοι ανά 1.000 γεννήσεις.

    Γεωγραφικά στοιχεία και κλίμα
Γεωμορφολογία. Η Π. καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα του Ποντοβαλτικού ισθμού και αποτελεί μέρος της μεγάλης και συνεχούς εκείνης πεδινής λωρίδας που εκτείνεται από τη Βόρεια θάλασσα μέχρι τα Ουράλια, αποτελώντας κατά κάποιον τρόπο το σημείο ραφής μεταξύ του γερμανικού και του ρωσικού ή σαρματικού βαθυπέδου. Μορφολογικά αποτελείται από μία μοναδική μεγάλη πεδιάδα (εξάλλου, στα σλαβικά, Π. σημαίνει πεδιάδα), ελαφρώς κυματοειδή στο κέντρο, πιο ανυψωμένη στα Ν, όπου βρίσκονται τα Σουδητικά Όρη, τα όρη Μπεσκίντι και τα Τάτρα (ή Τάτρι).
Το βαθύπεδο, αλλού κυματοειδές και αλλού πάλι ομοιόμορφα επίπεδο, διαδέχεται μια ζώνη από σχετικά υψηλά επίπεδα, συχνά άγονα, καλυμμένη από παγετωνικές εναποθέσεις και από εξαιρετικά εύφορα λες· ο ανώτερος ρους του Όντερ και του Βιστούλα, που ρέουν στον πυθμένα των αυλάκων οι οποίες ανοίχτηκαν από την τήξη των παγετώνων (που ονομάζονται pradoliny), τη διαχωρίζουν σε δύο τμήματα σχετικά ομοιόμορφα, ενώ κατά τόπους εμφανίζονται παλαιά και χαμηλά ανάγλυφα. Έτσι εμφανίζεται ένα εξαιρετικά ευμετάβλητο τοπίο, με ευρείες κοιλάδες και λοφώδεις ράχες.
Η ακραία νότια λωρίδα είναι η ορεινή Π. Στα Δ δεσπόζουν τα Σουδητικά όρη, με υψηλότερη κορυφή τον Θόλο του Χιονιού ή Σνιέσκα, που φτάνει τα 1.603 μ.
Τις καλλιέργειες διαδέχονται τα δάση, όπου το υψόμετρο ξεπερνά τα 600 μ. Σε μεγαλύτερα υψόμετρα υπάρχουν εκτεταμένοι βοσκότοποι που χρησιμοποιούνται το καλοκαίρι. Από το αρχαίο φυτικό τοπίο διατηρούνται ακόμα μεγάλα δασώδη τμήματα, κυρίως στις μορενικές ράχες και γύρω από τις πολυάριθμες λίμνες της Μαζουρίας και της Πομερανίας, με σαφή επικράτηση των κωνοφόρων· ιδιαίτερα εκτεταμένο είναι στη συνέχεια το δάσος Μπιαλοβιέσκα (το οποίο, το 1992, ανακηρύχθηκε από την ΟΥΝΕΣΚΟ προστατευόμενος τόπος), ασυνήθιστα πυκνό και πλούσιο σε είδη, όπου διαβιούν πολυάριθμα ελάφια, ζαρκάδια, καθώς και τα τελευταία δείγματα του ευρωπαϊκού βίσονα (Bison bonasus). Αλλά εκεί όπου διατηρείται το αρχικό τοπίο της κάτω Π., και εξαιτίας της παρουσίας, μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, των μεγάλων ιδιοκτησιών, είναι στο πλούσιο σε λίμνες μαζουριανό τόξο. Τα δάση καλύπτουν τις όχθες των λιμνών και εναλλάσσονται με φτωχούς βοσκότοπους και, στα Ν, με τυρφώνες. Πολύ πιο εύφορη, αντίθετα, είναι η Ποζνανία, που καλύπτεται από λεπτές παγετωνικές εναποθέσεις: σε αυτή την περιοχή, οι καλλιέργειες δημητριακών και πατάτας εναλλάσσονται με τις βιομηχανικές καλλιέργειες. Στη χώρα υπάρχουν εκτεταμένες καλλιέργειες σίκαλης, ενώ στα Α του Βιστούλα τα δάση είναι ακόμα πολύ εκτεταμένα.
Η χαμηλή παράκτια λωρίδα, με την οποία η Π. βρέχεται από τη Βαλτική, βρίσκει προς τα Ν τη φυσική προέκτασή της στη λεγόμενη Βαλτική Ράχη, η οποία περιλαμβάνει τα μορενικά υψώματα της Μαζουρίας (βλ. λ.), την ευρεία αύλακα του Βιστούλα και το πομερανικό τόξο. Το υψόμετρο της περιοχής, η οποία είναι διάσπαρτη από λίμνες (Μαζουριανές Λίμνες), κυμαίνεται από τα 100 μέχρι τα 300 μ.
Η παράκτια λωρίδα χαρακτηρίζεται από λιμνοθάλασσες (zalew), οι οποίες διαχωρίζονται, εν μέρει ή τελείως, από τη θάλασσα, από αμμώδεις ζώνες, ορισμένες φορές αρκετά εκτεταμένες. Αυτός ο τύπος ακτής οφείλεται στη συνδυασμένη δράση των ποταμών, που εναποθέτουν στις εκβολές τους τις φερτές ύλες, και της θάλασσας, που τείνει να ευθυγραμμιστεί με το χειμέριο κύμα. Στο σύνολό της, είναι μια αφιλόξενη ακτή, και οι κάτοικοι έχουν δημιουργήσει επιβλητικά έργα, προκειμένου να προστατεύσουν τις λιμενικές εγκαταστάσεις από την επικάλυψη της άμμου.Χιονισμένο τοπίο στην οροσειρά της Τάτρα, ενός από τους μεγαλύτερους ορεινούς όγκους της Πολωνίας (φωτ. ΑΠΕ).Στο προστατευόμενο δάσος Μπιαλοβιέσκα ζουν οι τελευταίοι άγριοι πληθυσμοί του ευρωπαϊκού βίσονα (Bison bonasus) (φωτ. ΑΠΕ).
Υδρογραφία. Το πολωνικό υδρογραφικό δίκτυο βασίζεται ουσιαστικά στους ποταμούς Βιστούλα και Όντερ, στις λεκάνες των οποίων απλώνεται το έδαφος της χώρας. Οι ποταμοί αυτοί, αν και σε γενικές γραμμές κατευθύνονται από τον νότο προς τον βορρά, έχουν σύνθετο ρου που προέρχεται από τη συνένωση περισσότερων κορμών, οι οποίοι σχηματίζονται επανειλημμένα στον βυθό μερικών παγετωνικών αυλάκων.
Ο Βιστούλας (βλ. λ.), που είναι ο μοναδικός αμιγώς πολωνικός ποταμός και εκείνος που συγκεντρώνει περισσότερο από το 46% των υδάτων της χώρας, κατεβαίνει από τα δυτικά Μπεσκίντι με τρεις διακλαδώσεις (Λευκός Βιστούλας, Μέλας Βιστούλας, Μικρός Βιστούλας), στρέφεται προς τα Α και, μετά τη συμβολή του με τον Σαν, κατευθύνεται Β, προς την πρωτεύουσα. Ο Όντερ (βλ. λ.) πηγάζει από τα ομώνυμα βουνά στη Μοραβία (Τσεχία). Ο μεγαλύτερος παραπόταμός του είναι ο Βάρτα, κυριότερος ποταμός της Ποζνανίας, που είναι πλωτός και εξυπηρετεί τις εσωτερικές διακινήσεις ανθρώπων και εμπορευμάτων.Η περιοχή της Μαζουρίας χαρακτηρίζεται από τις πολυάριθμες λίμνες της και την πυκνή βλάστηση (φωτ. ΑΠΕ).Ο Βάρτα, από τους κυριότερους παραποτάμους του Όντερ, είναι πλωτός, γεγονός που συμβάλλει στην ευκολότερη μετακίνηση ανθρώπων και εμπορευμάτων (φωτ. ΑΠΕ).Φωταγωγημένη γέφυρα του ποταμού Βιστούλα, που διασχίζει την Πολωνία από νότο προς βορρά (φωτ. ΑΠΕ).
Κλίμα. Τα μεγάλα ανοίγματα του πολωνικού εδάφους προς τα Α και προς τα Δ, καθώς και η παρουσία στα Β της Βαλτικής θάλασσας, η οποία, καθώς είναι ρηχή και περιφερική, είναι ιδιαίτερα ψυχρή και ασκεί κατά συνέπεια πολύ περιορισμένη μετριαστική δράση, δημιουργούν στη χώρα ένα κλίμα που μπορεί να θεωρηθεί εύκρατο-ηπειρωτικό· οι βροχοπτώσεις, αρκετά μεταβλητές, δεν είναι πολύ έντονες. Ο πάγος διατηρείται σε μερικές τοποθεσίες για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και το χιόνι καλύπτει το έδαφος περίπου για τέσσερις μήνες ετησίως· στις δυτικές περιοχές, όμως, οι ωκεάνιοι άνεμοι φέρνουν βροχές και συχνά ανεβάζουν απότομα τη θερμοκρασία άνω του μηδενός, προκαλώντας ταχεία και αιφνίδια τήξη των πάγων.
Η αξιοσημείωτη μεταβλητότητα της θερμοκρασίας, είτε το καλοκαίρι είτε κατά τις άλλες εποχές του έτους, είναι το πιο χαρακτηριστικό κλιματικό φαινόμενο της Π. Στη ζώνη των μορενικών αναγλύφων επικρατούν ατλαντικά στοιχεία (όπως το πεύκο)· στη λοφώδη λωρίδα διακρίνονται μικρότερες φυτογεωγραφικές περιοχές.
Το κλίμα, που στην παράκτια λωρίδα και στη Βαλτική Ράχη επηρεάζεται ελαφρώς από τη θάλασσα, προς τα Ν και τα Α γίνεται βαθμιαία ηπειρωτικό: στη Βαρσοβία, η μέση θερμοκρασία του Ιανουαρίου είναι -1,2°C και του Ιουλίου 19°C. Οι βροχοπτώσεις είναι αραιές, αλλά αρκετές για τις καλλιέργειες, παρά τις σχετικά ευνοϊκές εδαφολογικές συνθήκες.
Σε όλη τη νοτιοκεντρική Π., που αποστραγγίζεται από τον Όντερ και τον Βιστούλα και από τους πολυάριθμους παραποτάμους τους, το κλίμα μπορεί να θεωρηθεί ηπειρωτικό, αλλά η μορφολογία του εδάφους το καθιστά ιδιαίτερα ποικίλο. Οι βροχοπτώσεις, λόγω του γεγονότος ότι η χώρα διανοίγεται κυρίως προς τα Β, τείνουν να αυξηθούν προς τα νότια ανάγλυφα· το Καρπαθικό τόξο είναι η πιο βροχερή περιοχή όλης της Π.Τα χιόνια καλύπτουν το έδαφος της Πολωνίας περίπου για τέσσερις συνεχόμενους μήνες· στη φωτογραφία, χιονισμένο τοπίο στα νότια της χώρας (φωτ. ΑΠΕ).

    Πληθυσμός
Προέλευση, μεταβολές του πληθυσμού και εθνολογική σύνθεση. Οι πρώτες ασφαλείς ενδείξεις ανθρώπινης παρουσίας στο έδαφος της σημερινής Π. χρονολογούνται στην άνω παλαιολιθική και στη μεσολιθική εποχή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο νεολιθικός σταθμός Μπζεστς Κουγιάβσκι, όπου βρέθηκαν αξιοσημείωτα ίχνη μόνιμων οικισμών, αν και οι μόνιμες ανθρώπινες εγκαταστάσεις παρατηρούνται κυρίως κατά τη χαλκολιθική περίοδο. Ο σημερινός πολωνικός πληθυσμός έχει σλαβική προέλευση. Ωστόσο, είναι ελλιπή τα στοιχεία έως τον 9ο-10ο αι. μ.Χ., αφού η περιοχή δεν γνώρισε τη ρωμαϊκή εποίκιση.
Μεταξύ των τελών του 10ου και των αρχών του 11ου αι. σχηματίστηκε ένα κράτος που περιλάμβανε, εκτός από τους Πολωνούς, πολυάριθμους άλλους συγγενικούς λαούς, όπως Κουιαβούς, Μαζούριους και Βισλανούς. Κατά την περίοδο μεταξύ 12ου και 14ου αι., και επίσης κατά τον 17ο και 18ο αι., μετανάστευσαν στην Π. γερμανικοί πληθυσμοί, οι οποίοι ίδρυσαν πόλεις που εξελίχθηκαν σε κέντρα διάδοσης της γερμανικής γλώσσας και του γερμανικού πολιτισμού. Εξάλλου, από τον Μεσαίωνα, μετακινήθηκαν και εγκαταστάθηκαν στις μεγαλύτερες πόλεις, καθώς και στη μέση και κάτω λεκάνη του Βιστούλα, πολυάριθμες ομάδες Εβραίων, ενώ στις ανατολικές περιοχές διείσδυσαν, με τη σειρά τους, Ουκρανοί, Λευκορώσοι και Λιθουανοί.Ο πληθυσμός της Πολωνίας έχει σλαβική καταγωγή· στη φωτογραφία, κάτοικοι της χώρας ντυμένοι με παραδοσιακές στολές (φωτ. ΑΠΕ).
Δημογραφική ανάπτυξη και κατανομή του πληθυσμού. Η άνιση οικονομική ανάπτυξη των διαφόρων περιοχών επέδρασε στην ενότητα και στην κατανομή του πολωνικού πληθυσμού, έως τον 19ο αι. Κατά το β’ μισό του 19ου αι., μετά τη βιομηχανική ανάπτυξη της γερμανικής γαιανθρακοφόρας λεκάνης του Ρουρ, άρχισε μια αξιοσημείωτη μετανάστευση Πολωνών που καταλάμβαναν εδάφη ενσωματωμένα στη Γερμανία. Εκεί παρατηρήθηκε, λοιπόν, για αρκετό χρονικό διάστημα, μια μικρή δημογραφική αύξηση. Την ίδια εποχή, αντίθετα, στη ζώνη της ρωσικής επιρροής παρατηρήθηκε μια αξιοσημείωτη αύξηση, κυρίως του γεωργικού πληθυσμού, οφειλόμενη προπάντων στον φυσικό πλούτο.
Μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, παρά την ανασύσταση του πολωνικού κράτους, δεν έγιναν ουσιαστικές αλλαγές. Ωστόσο, η μεγάλη γεννητικότητα στην ύπαιθρο δημιούργησε βαθμιαία σοβαρό πρόβλημα. Είναι αξιοσημείωτο, εξάλλου, το γεγονός ότι οι πραγματικοί Πολωνοί αποτελούσαν μόνο το 70% του πληθυσμού· στα ίδια εδάφη ζούσαν Ουκρανοί, Εβραίοι, Λευκορώσοι, Γερμανοί, Λιθουανοί, Τσέχοι και Σλοβάκοι. Κατά την περίοδο 1939-45, στη διάρκεια της γερμανικής και της σοβιετικής κατοχής, ο πολωνικός λαός έζησε τις πιο τραγικές μέρες στην ιστορία του και υπέστη τρομακτικές απώλειες. Από την τραγική αυτή μοίρα δεν ξέφυγαν οι πολυάριθμοι Εβραίοι, ιδιαίτερα εκείνοι που ζούσαν στο γκέτο της Βαρσοβίας, οι οποίοι εξοντώθηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά, ως αποτέλεσμα της εξέγερσής τους, το 1943.
Το 1946, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, ο πολωνικός πληθυσμός είχε περιοριστεί σε λιγότερο από 24 εκατ. κατ. (το 1938 ήταν 35 εκατ. κάτ.). Υπολογίζεται ότι στον πόλεμο χάθηκαν περίπου 6 εκατ. άνθρωποι (123.000 στρατιώτες, 520.000 πολίτες, 5.400.000 στα στρατόπεδα συγκέντρωσης).
Αμέσως μετά τον πόλεμο, βασική επιδίωξη των ιθυνόντων της χώρας ήταν να αποκτήσει η Π. μεγαλύτερη εθνολογική ομοιογένεια. Ως συνέπεια αυτής της πολιτικής εκδιώχθηκαν, κατά τη διετία 1945-46, περίπου 3.300.000 Γερμανοί, καθώς και πολυάριθμες μειονότητες, για να μπορέσουν να εγκατασταθούν στη χώρα οι 2.300.000 Πολωνοί που προέρχονταν, με τη σειρά τους, από τα ανατολικά εδάφη τα οποία είχαν προσαρτηθεί από τη Σοβιετική Ένωση, ή εκείνοι που επαναπατρίζονταν από τη Γερμανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, την παραδουνάβια Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Το 2002 οι διάφορες μειονότητες δεν ξεπερνούσαν το 3,3% του συνολικού πληθυσμού της χώρας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2005, ο πληθυσμός στη χώρα ανερχόταν στους 38.635.144 κατ., με ρυθμό ετήσιας αύξησης 0,03%, και η μέση πληθυσμιακή πυκνότητα υπολογίστηκε στους 123,5 κατ. ανά τ. χλμ. Την ίδια χρονιά το προσδόκιμο ζωής ήταν τα 78,8 χρόνια για τις γυναίκες και τα 70,3 για τους άνδρες. Η κατανομή του πληθυσμού δεν είναι ομαλή, καθώς εξαρτάται από τη μορφολογία του εδάφους και τα σημεία εγκατάστασης των βιομηχανιών. Οι πιο χαμηλές τιμές παρατηρούνται στη βόρεια λωρίδα (κυρίως στην Πομερανία και στην πολωνική Μαζουρία) και οι πιο ψηλές στις αγροτικές-βιομηχανικές περιοχές του νότου. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στα εδάφη από τα οποία εκδιώχθηκαν οι γερμανόφωνοι κάτοικοι, η πυκνότητα του πληθυσμού παραμένει ακόμα σχετικά χαμηλή. Η οργάνωση των αστικών οικισμών, εξάλλου, ήταν πολύ έντονη μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και τέτοιας φύσεως που ανέδειξε την Π. στο ίδιο επίπεδο με τις άλλες χώρες της κεντρικής Ευρώπης, όπως η Τσεχία και η Αυστρία, στις οποίες οι οικιστικές παραδόσεις είναι πολύ παλαιότερες και σταθερότερες.Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, ο πληθυσμός της Πολωνίας μειώθηκε δραματικά λόγω των εξοντωτικών διώξεων που δέχτηκαν κυρίως οι Εβραίοι της χώρας αλλά και άλλες μειονότητες· στη φωτογραφία, μικρός Εβραίος οδηγείται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους περίπου 5.400.000 άνθρωποι.
Οικισμοί της υπαίθρου. Οι πολωνικοί αγροτικοί οικισμοί διατήρησαν, σε γενικές γραμμές, γερμανικά και ρωσικά χαρακτηριστικά. Συναντάται ακόμα το lamus, χωριάτικο, ξύλινο υπερυψωμένο κτίσμα, με μακρύ καγκελόφραχτο και σκεπαστό ταρατσάκι, για την τοποθέτηση των εργαλείων και των γεωργικών προϊόντων.
Στην Π. επικράτησαν τρεις βασικοί τύποι αγροτικών οικισμών: το χωριό όπου τα σπίτια είναι συγκεντρωμένα σε ένα μέρος και χωρίζονται μεταξύ τους με στενούς και ακανόνιστους δρόμους (wies wielodroznica) συναντάται στη Σιλεσία, κατά μήκος του άνω ρου του Βιστούλα· στα ΝΑ συναντάται το χωριό κατά μήκος του δρόμου (wies ulicowka)· τέλος, το αλυσιδωτό χωριό (wies rzedowka), που αποτελείται από πολλούς και μικρούς κατοικημένους πυρήνες, χωρίς λύση της συνέχειας κατά μήκος διασταυρούμενων δρόμων οι οποίοι αποτελούσαν παλαιότερα τα όρια των ιδιοκτησιών, συναντάται στην κεντρική Π. και σε όλο το δυτικό τμήμα της χώρας. Στα νότια βουνά, οι μόνιμοι αγροτικοί οικισμοί τείνουν να εξαφανιστούν, ενώ διατηρήθηκαν, κυρίως για προσωρινή χρήση, οι ξύλινες κατοικίες.Αγροτικός οικισμός στην ύπαιθρο της Πολωνίας, στην περιοχή των ορέων Τάτρα (φωτ. ΑΠΕ).
Πόλεις. Οι κυριότερες πόλεις της χώρας, εκτός από την πρωτεύουσα Βαρσοβία, είναι σήμερα (για λεπτομέρειες βλ. αντίστοιχα λήμματα) το Λοτζ, η Κρακοβία, το Βρότσλαβ (πρώην Μπρεσλάου), το Πόζναν, το Γκντανσκ (πρώην Ντάντσιχ), το Στσέτσιν, η Λούμπλιν, το Μπιαλιστόκ και το Κατοβίτσε (πρώην Κάτοβιτς). Τμήμα του ιστορικού κέντρου της Βαρσοβίας, πρωτεύουσας της Πολωνίας (φωτ. ΑΠΕ).Άποψη της παλαιάς πόλης του Γκντανσκ, η οποία είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Βιστούλα (φωτ. ΑΠΕ).

    Οικονομία
Στις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, η Π. χαρακτηριζόταν από ένα φαινόμενο οικονομικής αποτελμάτωσης, το οποίο οφειλόταν στην αγροτική και όχι αρκετά οργανωμένη οικονομία της. Ο πόλεμος επέφερε σημαντικές αλλαγές στις οικονομικές δομές της χώρας και μετέβαλε άρδην ακόμα και την εδαφική και κοινωνική της σύσταση. Τα σύνορα της χώρας μετατοπίστηκαν προς τα Δ, με αποτέλεσμα την απώλεια των πλούσιων δασών και των εύφορων γαιών της Ποδολίας και της Βολινίας, που εκχωρήθηκαν στη Σοβιετική Ένωση. Από την άλλη πλευρά, προσαρτήθηκαν στο νέο πολωνικό κράτος οι γερμανικές περιοχές της Σιλεσίας και της Πομερανίας, οι οποίες προσέφεραν ευρεία διέξοδο στη Βαλτική, με τα λιμάνια του Γκντανσκ και του Στσέτσιν. Το οικονομικό δυναμικό της νέας περιοχής ήταν μεγαλύτερο απ’ ό,τι προπολεμικά· η διαδικασία της ανασυγκρότησης παρατάθηκε έως το 1955, εξαιτίας των τεράστιων καταστροφών και του μεγάλου αριθμού θυμάτων που προκάλεσαν οι πολεμικές επιχειρήσεις. Η αγροτική μεταρρύθμιση ήταν από τα πρώτα μέτρα που εφαρμόστηκαν, με τη διανομή περίπου 600 εκατ. στρεμμάτων γης στους χωρικούς, και συνοδεύτηκε με την κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής, με αυστηρό και συγκεντρωτικό προγραμματισμό και με στροφή προς τη βαριά βιομηχανία. Έτσι άρχισε μία περίοδος μεγάλων μεταβολών: στην περίοδο 1945-60, περίπου 15 εκατ. Πολωνοί μετακινήθηκαν σε διάφορα σημεία της χώρας, από την ύπαιθρο προς τις πόλεις, από τα μικρά αστικά κέντρα προς τους μεγάλους βιομηχανικούς συνοικισμούς. Ωστόσο, η οικονομική ανάπτυξη, μολονότι καταφανέστατη, ήταν ακανόνιστη. Παρατηρήθηκε, όμως, πλήρης απασχόληση του εργατικού δυναμικού και εκσυγχρονίστηκε ο παραγωγικός μηχανισμός. Όμως, ο άκαμπτος κεντρικός σχεδιασμός απέδειξε σταδιακά τις ελλείψεις του, με αποτέλεσμα την ελάχιστη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού, γεγονός το οποίο προκάλεσε γενική δυσφορία και οδήγησε, κατά συνέπεια, σε μεταβολές στην πολιτική ηγεσία της χώρας.
Κατά τη δεκαετία του 1980 η Π. αντιμετώπισε μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές κρίσεις στη μεταπολεμική ιστορία της. Η ανεργία αυξήθηκε σημαντικά, ο πληθωρισμός ανήλθε σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, το εξωτερικό χρέος της χώρας διογκώθηκε υπέρμετρα. Οι εργαζόμενοι προέβαιναν διαρκώς σε κινητοποιήσεις, καταλάμβαναν εργοστάσια και διαδήλωναν ζητώντας αλλαγές. Από το 1990, μετά από τις πολιτικές αλλαγές, εφαρμόστηκε στη χώρα σειρά αυστηρών μέτρων και μεταρρυθμίσεων που επέφεραν σημαντικά αποτελέσματα. Ο ιδιωτικός τομέας αναπτύχθηκε και το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, αν και δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, υλοποιήθηκε με ταχείς ρυθμούς. Οι τιμές απελευθερώθηκαν και πολλοί ξένοι προέβησαν σε επενδύσεις που αναζωογόνησαν την απηρχαιωμένη βιομηχανία της Π. Επίσης, μεγάλες ξένες εταιρείες (ιδίως γερμανικές) μετέφεραν πολλές από τις δραστηριότητές τους στην Π. και αξιοποίησαν έτσι το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό της χώρας. Ωστόσο, το 2000, σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 18,4% του πληθυσμού ζούσε κάτω από τα όρια φτώχειας. Η είσοδος της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2004, αναμένεται να επιταχύνει την ανάπτυξή της.
Το 2004 το ΑΕΠ της Π. ήταν 463 εκατ. δολ. ΗΠΑ, με ρυθμό ανάπτυξης 5,6% και μέση ετήσια κατά κεφαλήν αγοραστική δύναμη 12.000 δολ. Την ίδια χρονιά, ο πληθωρισμός ήταν 3,4%, ενώ η ανεργία έπληττε το 19,5% του εργατικού δυναμικού της χώρας. Στον πρωτογενή τομέα της οικονομίας (γεωργία και κτηνοτροφία) απασχολείται το 16,1% του εργατικού δυναμικού της χώρας, στον δευτερογενή τομέα (βιομηχανία) το 29% και στον τριτογενή (υπηρεσίες) το 54,9%. 
Γεωργία και δασικός πλούτος. Μολονότι η Π. είναι μία από τις ευρωπαϊκές χώρες με τη μεγαλύτερη αγροτική παραγωγή, δεν καταφέρνει να καλύψει τις διατροφικές ανάγκες των κατοίκων της. Υπό το κομουνιστικό καθεστώς, η γεωργία της Π. ήταν σύνθεση ενός κρατικού και ενός ιδιωτικού τομέα. Μικρά αγροκτήματα, τα οποία ανήκαν σε ιδιώτες, αποτελούσαν πλέον του 70% των καλλιεργημένων γαιών στη χώρα και κάλυπταν το 80% της ετήσιας γεωργικής παραγωγής. Η απασχόληση στον κρατικό γεωργικό τομέα μειώθηκε από τους 700.000 εργαζόμενους το 1989 σε λιγότερους από 200.000 το 1994. Οι περισσότερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις εντοπίζονται στις χαμηλές κεντρικές περιοχές, αλλά οι καλύτερες γαίες βρίσκονται στα χαμηλά υψίπεδα και στους πρόποδες των λόφων της νότιας Π. Το κλίμα επιτρέπει ορισμένες μόνο καλλιέργειες, ενώ περιοδικές πλημμύρες προκαλούν σημαντικές διακυμάνσεις στην ετήσια γεωργική παραγωγή. Οι επικρατέστερες καλλιέργειες είναι εκείνες των σιτηρών (διαδεδομένες κυρίως στις απέραντες πεδιάδες τις οποίες διαρρέει ο Βιστούλας) και της πατάτας, που αντικαθιστά σε μεγάλο βαθμό το σιτάρι στη διατροφή, αλλά χρησιμοποιείται επίσης ως κτηνοτροφή και βιομηχανική πρώτη ύλη. Σημαντική είναι, επίσης, η καλλιέργεια του ζαχαρότευτλου, που βρίσκει ιδανικό περιβάλλον στις απέραντες πεδιάδες στην κεντρική χώρα. Η σίκαλη είναι το πιο διαδεδομένο από τα δημητριακά. Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις περιορίστηκαν τα τελευταία χρόνια, ωστόσο η παραγωγή παραμένει μεγάλη· σε πολλές περιοχές, η σίκαλη δεν αποτελεί πια τη βάση της διατροφής του πληθυσμού, αλλά κατέχει πάντα σημαντική θέση μεταξύ των αγροτικών προϊόντων, γιατί έχει ποικίλες χρήσεις, μεταξύ των οποίων και η παραγωγή βότκας. Η σιτοπαραγωγή, εξάλλου, συνεχώς αυξάνει, αν και δεν επαρκεί για να καλύψει τις διατροφικές ανάγκες των κατοίκων της χώρας. Αρκετά σημαντική είναι επίσης η παραγωγή καλαμποκιού και βρόμης, αλλά η Π. είναι κυρίως η χώρα της πατάτας, η παραγωγή της οποίας παρουσιάζει διαρκή αύξηση.
Οι καλλιέργειες ζαχαρότευτλων είναι διαδεδομένες κυρίως στις δυτικές περιοχές (όπου επωφελούνται από τις ανοιξιάτικες βροχές, από τις καλοκαιρινές ζέστες και από την αφθονία υδάτων) και στα εύφορα εδάφη των λες. Η Π. συγκαταλέγεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες παραγωγούς ζάχαρης στην Ευρώπη και η βιομηχανία ζάχαρης περιλαμβάνεται στους σημαντικότερους κλάδους της βιομηχανίας τροφίμων στη χώρα.
Το λινάρι καλλιεργείται κυρίως στα ΒΑ, τόσο για τις ίνες όσο και για τους σπόρους του· και στον τομέα αυτό, η Π. κατέχει μία από τις πρώτες θέσεις στην Ευρώπη, ωστόσο αντιμετωπίζει προβλήματα, εξαιτίας της συνεχούς μείωσης του εργατικού δυναμικού. Καλλιεργείται επίσης η ραφανίδα, ενώ μικρότερη σημασία έχουν η κάνναβις, ο λυκίσκος και ο καπνός. Το 2003 παρήχθησαν στην Π. 7,94 εκατ. τόνοι σιτηρά, 3 εκατ. τόνοι σίκαλη, 3 εκατ. τόνοι κριθάρι, 13,5 εκατ. τόνοι πατάτες και 11 εκατ. τόνοι ζάχαρη.
Τα δάση, μολονότι καλύπτουν το 27,4% του εδάφους της Π., δεν έχουν οικονομική σπουδαιότητα. Το 2002 η υλοτομία απέφερε 27,2 εκατ. τόνους ξυλείας, εκ των οποίων τα τέσσερα πέμπτα συνίστανται σε μαλακή ξυλεία.Στιγμιότυπο από συγκομιδή σιτηρών που αποτελούν τη βασικότερη γεωργική καλλιέργεια στην Πολωνία (φωτ. ΑΠΕ).
Κτηνοτροφία και αλιεία. Η κτηνοτροφία στη χώρα είναι αρκετά σημαντική. Η Π. είναι από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς αλόγων και αλογίσιου κρέατος παγκοσμίως, με κυριότερους εισαγωγείς, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, την Ιταλία και τη Γαλλία. Το 2003 το ζωικό κεφάλαιο της χώρας περιλάμβανε 5,42 εκατ. βοοειδή, 19 εκατ. χοίρους, 330.000 πρόβατα και 55,8 εκατ. κοτόπουλα. Οι χοίροι εκτρέφονται σχεδόν παντού, κυρίως όμως στις κεντροδυτικές περιοχές. Η εκτροφή αλόγων αναπτύχθηκε κυρίως για λόγους περιβαλλοντικών συνθηκών (στους μεγάλους κάμπους που προσφέρονται γι’ αυτό το είδος της κτηνοτροφίας), αλλά και για παραδοσιακούς λόγους, επειδή τα άλογα χρησιμοποιούνται στις αγροτικές περιοχές για τις γεωργικές εργασίες και τις μεταφορές. Η εκτροφή προβάτων οφείλει τη σημαντική ανάπτυξή της στις ανάγκες της εθνικής υφαντουργίας για πρώτες ύλες.
Ένας τομέας που σημείωσε σχετική ανάπτυξη είναι η αλιεία, με αποτέλεσμα το 2001 τα συνολικά αλιεύματα να ανέλθουν στους 261.376 τόνους, εκ των οποίων το 8% προέρχεται από τα γλυκά νερά του εσωτερικού της χώρας. Ο πολωνικός αλιευτικός στόλος είναι ένας από τους πιο σύγχρονους και καλύτερα εξοπλισμένους του κόσμου. Το 30% της αλιείας διεξάγεται στη Βαλτική και στη Βόρεια θάλασσα και το υπόλοιπο στον Βόρειο Ατλαντικό και στα ανοιχτά των ακτών της Νότιας Αμερικής.Ο τομέας της αλιείας βρίσκεται σε ανοδική πορεία· στη φωτογραφία, ψαράδες σε παραλία της Βαλτικής θάλασσας, στην οποία διεξάγεται το 30% της πολωνικής αλιείας (φωτ. ΑΠΕ).
Βιομηχανία, ορυκτός πλούτος και ενέργεια. Το 2003 η αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής ήταν 8,6%. Πριν από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, στη βιομηχανία της Π. κυριαρχούσαν η υφαντουργία, η χαλυβουργία, ο τομέας επεξεργασίας τροφίμων, καθώς και ο τομέας παραγωγής μηχανών. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, αυτοί οι τομείς επεκτάθηκαν, ωστόσο προστέθηκαν και άλλα προϊόντα, όπως πετροχημικά, εργαλειομηχανές, ηλεκτρονικός εξοπλισμός, πλοία και λιπάσματα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η ετήσια βιομηχανική παραγωγή της Π. περιλάμβανε 13,9 εκατ. τόνους τσιμέντο, 11,8 εκατ. χάλυβα, 366.000 επιβατικά αυτοκίνητα, 419.000 πλυντήρια και 585.000 ψυγεία.
Η χώρα διαθέτει αξιόλογο ορυκτό πλούτο. Υπάρχουν κοιτάσματα πετρελαίου, φυσικού αερίου (στις περιοχές Κρόσνο Γιασούο, Γκορλίτσε κ.ά.), γαιάνθρακα (στην περιοχή της Σιλεσίας, στα λεκανοπέδια του Βάουμπζιχ και της Νόβα Ρούντα), λιγνίτη, τύρφης, χαλκού, αργύρου, μολύβδου κ.ά. Η Π. είναι από τους σημαντικότερους παραγωγούς γαιάνθρακα παγκοσμίως, ωστόσο η παραγωγή της χώρας σε αυτό τον τομέα μειώθηκε από τους 266 εκατ. τόνους ετησίως στα τέλη της δεκαετίας του 1980, στους περίπου 104,12 εκατ. τόνους το 2002.
Η ηλεκτρική ενέργεια της χώρας παράγεται κατά 98% σε θερμοδυναμικούς σταθμούς και κατά 2% σε υδροηλεκτρικούς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.Η Πολωνία διαθέτει αξιόλογο ορυκτό πλούτο και υπάρχουν, μεταξύ άλλων, και πολλά κοιτάσματα χαλκού· στη φωτογραφία, εσωτερική άποψη χυτηρίου χαλκού στην πόλη Λεγκνίτσα (φωτ. ΑΠΕ).
Συγκοινωνίες και μεταφορές. Το συγκοινωνιακό δίκτυο της χώρας βελτιώθηκε τα τελευταία χρόνια και κρίνεται στο σύνολό του αρκετά ικανοποιητικό, αν και παρουσιάζει ακόμα ελλείψεις. Το σιδηροδρομικό δίκτυο εκτείνεται σε μήκος 23.852 χλμ. (2004), εκ των οποίων τα 11.962 χλμ. ηλεκτροδοτούνται· το οδικό δίκτυο εκτείνεται σε μήκος 364.697 χλμ. (2000), εκ των οποίων τα 249.088 χλμ. είναι ασφαλτοστρωμένα, ενώ οι υδάτινες οδοί (πλωτοί ποταμοί και κανάλια) εκτείνονται σε συνολικό μήκος 3.997 χλμ. (2003), σε ενίσχυση των οποίων κατασκευάστηκε στην Κόζλε, πάνω στον Όντερ, ένα μεγάλο ποτάμιο λιμάνι. Η απόκτηση, εξάλλου, ευρείας διεξόδου στη θάλασσα της Βαλτικής ώθησε την Π. να ενισχύσει τον εμπορικό της στόλο (3.108.704 τόνοι το 1992), που υποστηρίζεται από σημαντική εθνική ναυπηγική βιομηχανία. Τα μεγαλύτερα λιμάνια είναι του Γκντανσκ, του Στσέτσιν και του Κολόμπρζεγκ. Οι αεροπορικές συγκοινωνίες εξυπηρετούνται από την κρατική εταιρεία Λοτ, και τα κυριότερα αεροδρόμια της χώρας βρίσκονται στη Βαρσοβία, στο Λοτζ, στην Κρακοβία και στο Βρότσλαβ.Η Βαρσοβία αποτελεί τον σημαντικότερο συγκοινωνιακό κόμβο της Πολωνίας· στη φωτογραφία διακρίνεται αριστερά το Μέγαρο Πολιτισμού και Επιστημών, ύψους 234 μ. (φωτ. ΑΠΕ).
Νόμισμα και τράπεζες. Εθνικό νόμισμα της Π., μέχρι την υιοθέτηση του ευρώ, είναι το ζλότι (1 ευρώ = 3,94 ζλότι το 2005), το οποίο υποδιαιρείται σε 100 γκρόσι. Εκδοτικό τραπεζικό ίδρυμα της χώρας είναι η Εθνική Τράπεζα της Π., ενώ από το 1997 έχουν τη δυνατότητα να λειτουργούν στην Π. και ξένες τράπεζες.Χαρτονόμισμα των 100 ζλότι Πολωνίας, που εκδόθηκε το 1994.Σύμφωνα με στοιχεία του 2000, το 18,4% των κατοίκων της Πολωνίας ζούσε κάτω από τα όρια της φτώχειας· στη φωτογραφία, στιγμιότυπο από απεργιακή κινητοποίηση μεταλλωρύχων (φωτ. ΑΠΕ).

    Ιστορία
Οι δυναστείες των Πιαστ και των Γιάγκελον. Οι λαοί που θα αποτελούσαν στο μέλλον το πολωνικό έθνος εισήλθαν στην ευρωπαϊκή ιστορία από τον 10ο αι. μ.Χ., όταν οι κάτοικοι της πεδιάδας του Όντερ και του Βιστούλα εκχριστιανίστηκαν και σχηματίστηκε νέο πολιτικό κέντρο στην περιοχή του Γκνιέζνο. Ο πρώτος βασιλιάς της δυναστείας του Πιαστ, ο Μιέσκο Α’ (962-992), ο οποίος ηττήθηκε το 963 από τον μαργράβο Γκέρο, ανέπτυξε σχέσεις με τον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Α’: υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει την αυτοκρατορική επικυριαρχία, αλλά εξασφάλισε σε αντάλλαγμα τη νομιμοποίηση των δικών του κτήσεων. Για να μην πιέζεται από τους Γερμανούς ιεραποστόλους, ο Μιέσκο προτίμησε την εκκλησιαστική εξάρτηση από τη Ρώμη: το 965 παντρεύτηκε τη Βοημή πριγκίπισσα Ντομπρούφκα και τον επόμενο χρόνο ασπάστηκε και ο ίδιος τον χριστιανισμό, εξασφαλίζοντας από τον πάπα αυτόνομη εκκλησιαστική διοίκηση. Τις επόμενες δεκαετίες απορροφήθηκαν οι δυτικοί Σλάβοι, που ήταν ανιμιστές, και ξέσπασε ο ανταγωνισμός, με την αναπτυσσόμενη δύναμη του Κιέβου, για την κυριαρχία στον ποταμό Μπουγκ. Ο διάδοχος του Μιέσκο, Βολέσλαος Α’ ο Ανδρείος, δούκας (992-1000) και βασιλιάς της Π. (1000-25), επεκτάθηκε προς τα Α, φθάνοντας μέχρι την ίδια την πρωτεύουσα των ρωσικών εδαφών, το Κίεβο. Στη συνέχεια, οδήγησε τον στρατό του προς τα Ν (1003, κατά τη διάρκεια μιας δυναστικής κρίσης, οπότε εγκαταστάθηκε προσωρινά στον θρόνο της Πράγας) και συνέχισε τον αντιγερμανικό αγώνα εναντίον του αυτοκράτορα Ερρίκου Β’ που κατέληξε, το 1018, στην ειρήνη του Μπάουτσεν με την οποία εξασφάλισε σημαντικές κατακτήσεις. Οι κατακτήσεις αυτές επικυρώθηκαν από τον πάπα, ο οποίος του παραχώρησε το βασιλικό στέμμα. Αλλά η γοργή ανάπτυξη της Π. ανακόπηκε απότομα μετά τον θάνατό του. Στη διαθήκη του (1138), ο Βολέσλαος Γ’ ο Λοξόστομος διαμοίρασε το βασίλειό του στους τέσσερις γιους του, γεγονός το οποίο προκάλεσε σοβαρές συνέπειες γιατί, έως τα τέλη του 13ου αι., η ιστορία της Π. δεν ήταν παρά μια σειρά από εσωτερικές δυναστικές συγκρούσεις. Η εισροή μεγάλων γερμανικών πληθυσμών, από τη μία πλευρά ενίσχυσε τη δημιουργία ενός αστικού και εμποροκρατικού πολιτισμού, από την άλλη όμως δημιούργησε εθνικό πρόβλημα που ξεπεράστηκε μόνο τον 16ο αι., με τη σχεδόν πλήρη αφομοίωσή τους. 
Τελικά, ένας πρίγκιπας της παλαιάς εθνικής δυναστείας, ο μετέπειτα Λαδίσλαος Α’ ο Νάνος (1296-1300 και 1305-33), απέσπασε το βασίλειο από τη βοημική επιρροή και ανέβηκε στον θρόνο. Τις ευνοϊκές συνθήκες της Αναγέννησης εκμεταλλεύτηκε ο γιος του, Καζιμίρ Γ’ ο Μέγας (1333-70), ο οποίος ανακατέλαβε από τους Τεύτονες Ιππότες την ανατολική Πομερανία (συνθήκη του Κάλις, 1343) και κατέλαβε τη Ρουθηνία (Υπερκαρπαθία). Την περίοδο της βασιλείας του, ιδρύθηκε το πανεπιστήμιο της Κρακοβίας (1364).
Όταν, με τον Καζιμίρ τον Μέγα, έσβησε η δυναστεία των Πιαστ, η διαδοχή πέρασε στον Λουδοβίκο της Ανδηγαυίας, ανιψιό του Λαδίσλαου Α’ από τη μητέρα του, ο οποίος βασίλεψε ως Λουδοβίκος Α’ και ένωσε (1370-82) τα στέμματα της Π. και της Ουγγαρίας. Θέλοντας να εξασφαλίσει τον θρόνο της Κρακοβίας στους θηλυκούς απογόνους του, στη Δίαιτα της Κόσιτσε (1374), παραχώρησε μεγάλα προνόμια στην πολωνική αριστοκρατία εις βάρος της βασιλικής εξουσίας. Μετά από τη δύσκολη μεσοβασιλεία που ακολούθησε τον θάνατό του, οι ευγενείς αναγνώρισαν ως βασίλισσα (1384) την υστερότοκη κόρη του Εδβίγη, η οποία ήταν τότε μόλις δώδεκα ετών, αλλά της επέβαλαν ως σύζυγο τον μεγάλο δούκα της Λιθουανίας, ο οποίος είχε ασπαστεί τον καθολικισμό και ανακηρύχθηκε βασιλιάς με το όνομα Λαδίσλαος Β’ Γιάγκελον (1386-1434). Τότε ενώθηκαν η Π. και η Λιθουανία· η τελευταία μάλιστα δέχτηκε τον χριστιανισμό και εκπολιτίστηκε χάρη στην επίδραση των Πολωνών. Το πολωνο-λιθουανικό κράτος ανέκτησε την Ερυθρά Ρωσία (1382), νίκησε τους Τεύτονες Ιππότες στο Τάνενμπεργκ (ή Γκρούνβαλντ, 1410) και προσάρτησε την Ποδολία (1431). Το 1440 ο Λαδίσλαος Γ’ ανακηρύχθηκε βασιλιάς και της Ουγγαρίας, αλλά σκοτώθηκε μετά από τέσσερα χρόνια σε μάχη κατά των Τούρκων. Επί του διαδόχου του και αδελφού του, Καζιμίρ Δ’, ηττήθηκαν και πάλι οι Τεύτονες Ιππότες και η δυτική Πρωσία περιήλθε στην Π., ενώ η ανατολική έγινε υποτελής. Οι γιοι και διάδοχοι του Καζιμίρ πολέμησαν κατά των Τούρκων και των Τατάρων, τα σύνορα της χώρας επεκτάθηκαν προς τα Ν και η Μολδαβία έγινε υποτελής στην Π.
Μεγάλη άνθηση γνώρισε η χώρα στην περίοδο των δύο τελευταίων βασιλιάδων της δυναστείας των Γιάγκελον: του Σιγισμούνδου Α’ (1506-48) και του Σιγισμούνδου Β’ Αυγούστου (1548-72). Η βασιλεία τους χαρακτηρίστηκε ως ο «χρυσός αιώνας» της Π. Οι διαφορές, όμως, του Σιγισμούνδου Β’ με τους ευγενείς και η αναγκαστική εκχώρηση σε αυτούς πολλών προνομίων, οδήγησε στην παντοδυναμία των τελευταίων. Στα μέσα, μάλιστα, του 17ου αι., οι ευγενείς απέκτησαν και το δικαίωμα του βέτο (αρνησικυρίας), γεγονός το οποίο οδήγησε τελικά τη χώρα στην παρακμή.Άγαλμα του Βολέσλαου Α’ του Ανδρείου, βασιλιά της Πολωνίας την περίοδο 1000-25 (φωτ. ΑΠΕ).Ο βασιλιάς της Πολωνίας Λαδίσλαος ΣΤ΄ Γιάγκελον, όπως εικονίζεται σε κάλυμμα Αγίας Τράπεζας του 15ου αι. (καθεδρικός ναός, Κρακοβία).Αναπαράσταση της μάχης του Τάνενμπεργκ (1410) στην οποία οι πολωνο-λιθουανικές δυνάμεις επικράτησαν επί των Τευτόνων ιπποτών (φωτ. ΑΠΕ).O Σιγισμούνδος Β’ Αύγουστος διετέλεσε βασιλιάς της Πολωνίας από το 1548 έως το 1572.
Οι πόλεμοι εναντίον της Σουηδίας και της Ρωσίας. Με τον Σιγισμούνδο Β’ Αύγουστο έσβησε η δυναστεία των Γιάγκελον. Μια πρώτη μεσοβασιλεία οδήγησε στην εκλογή του Ερρίκου της Ανδηγαυίας (1574), όταν όμως αυτός εγκατέλειψε τον θρόνο της Κρακοβίας, η εκλογή στράφηκε προς τον ηγεμόνα της Τρανσυλβανίας Στέφανο Α’ Μπατόρι (1575-86), ο οποίος κατόρθωσε να αποκαταστήσει το κλονισμένο γόητρο της μοναρχίας. Συνέχισε το πρόγραμμα της στρατιωτικής επέκτασης προς τα Α, ευνόησε τα γράμματα, ίδρυσε το πανεπιστήμιο της Βίλνα (σημερινή Βίλνιους Λιθουανίας) και ενθάρρυνε την εισαγωγή των σχολείων των Ιησουιτών. Η εκκλησιαστική ένωση κηρύχθηκε ουσιαστικά το 1596 στο Μπρεστ-Λιτόφσκ (σημερινό Μπρεστ Λευκορωσίας), δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του Μπατόρι. Με τον Σιγισμούνδο Γ’ (1587-1632) της σουηδικής δυναστείας των Βάζα, μεταφέρθηκε η πρωτεύουσα από την Κρακοβία στη Βαρσοβία. Ο βασιλιάς, φανατικός καθολικός, έτρεφε την ελπίδα να αποσπάσει από τον λουθηρανό Κάρολο Θ’ τον θρόνο της Σουηδίας· συγχρόνως, προς τα Α, υποστήριξε την υπόθεση του ψευτο -Δημητρίου (βλ. λ. Ρωσία – Ιστορία) σε τέτοιον βαθμό, που πολωνικά στρατεύματα με επικεφαλής τον αταμάνο (αρχηγό των Κοζάκων) Στανισλάβ Ζουλκιέφσκι κατόρθωσαν να καταλάβουν το Κρεμλίνο (1610). Φάνηκε τότε πως θα πραγματοποιούνταν τα πιο φιλόδοξα όνειρα που είχαν συλλάβει ο Μπατόρι και ο Ιησουίτης Α. Ποσεβίνο για ένωση της ανατολικής Ευρώπης υπό το πολωνικό στέμμα. Επρόκειτο, όμως, για πολύ εφήμερη επιτυχία: στο Κρεμλίνο επιτέθηκε ο τσάρος Μιχαήλ Ρομανόφ και η πολωνική φρουρά της Μόσχας αναγκάστηκε να παραδοθεί, το 1612. Ο νέος βασιλιάς, Λαδίσλαος Δ’ Βάζα (1632-48), κατόρθωσε να αποκρούσει επικίνδυνες τουρκικές επιθέσεις. Η ειρήνη του 1634 τον ανάγκασε να αναγνωρίσει τη βασιλεύουσα δυναστεία του Ρομανόφ και να παραιτηθεί οριστικά από τον τίτλο του τσάρου: από τη στιγμή εκείνη, η κατάσταση μεταστράφηκε υπέρ της Ρωσίας, η οποία άρχισε τις προσπάθειές της για διάλυση του πολωνικού κράτους. Στα τελευταία του χρόνια, ο Λαδίσλαος είδε τη δική του εξουσία να περιορίζεται αισθητά προς όφελος της Δίαιτας και της αριστοκρατίας· περισσότερο ταραχώδης και άτυχη, όμως, ήταν η βασιλεία του διαδόχου του και τελευταίου ηγεμόνα της δυναστείας των Βάζα, Ιωάννη Β’ Καζιμίρ (1655-68). Προπαρασκευασμένη από τοπικές εξεγέρσεις, από τις οποίες δεν πρέπει να αποκλειστεί η ρωσική παρέμβαση, ξέσπασε το 1648 η γενική επανάσταση των ουκρανικών πληθυσμών, με επικεφαλής τον Μπογκντάν Χμιελνίτσκι. Ταυτόχρονα, ξέσπασε και ο εμφύλιος πόλεμος. Μετά από περίπλοκες στρατιωτικές και πολιτικές περιπέτειες, οι οποίες κατέληξαν στην ειρήνη του Αντρούσοβο (1667), η Ουκρανία περιήλθε στη Ρωσία. Τον επόμενο χρόνο, ενωμένες ρωσο-ουκρανικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Π., εναντίον της οποίας επιτέθηκε και η Σουηδία. Η αντίσταση κατέρρευσε και στο ένα και στο άλλο μέτωπο: ο Ιωάννης Καζιμίρ περιορίστηκε στις κτήσεις του στη Σιλεσία, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του βασιλείου του αναγνώριζε τον αντίπαλό του Κάρολο Γουσταύο. Το 1660 η Π. είχε παραιτηθεί από το μεγαλύτερο μέρος της Λιβονίας, ενώ η συνθήκη με τη Ρωσία όριζε τον Δνείπερο ως συνοριακή γραμμή των δύο κρατών. Στο μεταξύ, στα Δ, ο Ιωάννης Καζιμίρ υποχρεώθηκε να παραιτηθεί από την κυριαρχία του στο δουκάτο της Πρωσίας, υπέρ του Βρανδεμβούργου (1657). Ωστόσο, ούτε αυτές οι συμφωνίες εξασφάλισαν σταθερή ειρήνη. Η Ουκρανία δέχτηκε επικίνδυνη τουρκική εισβολή (1672). Ωστόσο, για άλλη μία φορά, η αριστοκρατία της Π. αφυπνίστηκε απρόσμενα. Με αρχηγό τον στρατηγό Ιωάννη Σομπιέσκι, ο πολωνικός στρατός σημείωσε μία πρώτη νίκη εναντίον των Τούρκων, κοντά στο Χότιν. Όταν ανήλθε στον θρόνο ο Σομπιέσκι ως Ιωάννης Γ’ (1674-96), απελευθέρωσε την πολιορκημένη Βιέννη, αναχαιτίζοντας την τουρκική προέλαση στην κεντρική Ευρώπη (1683).
Μετά τον θάνατο του Σομπιέσκι, τα κόμματα των οικογενειών Τσαρτορίσκι και Ποτότσκι προσέφυγαν σε ξένες βοήθειες· η Π. παρασύρθηκε και πάλι στον πόλεμο στα χρόνια της αντιμαχίας μεταξύ της Σουηδίας του Καρόλου ΙΒ’ και της Ρωσίας του Πέτρου του Μέγα. Ο Κάρολος ΙΒ’ εκθρόνισε τον Φρειδερίκο Αύγουστο Β’ (1697-1733), εκλέκτορα της Σαξονίας, ο οποίος διαδέχτηκε τον Σομπιέσκι και υποστηριζόταν από τον Πέτρο τον Μέγα, και τοποθέτησε στον θρόνο τον βοεβόδα του Ποζνάν, με το όνομα Στανίσλαο Α’ Λεστσίνσκι (1704-9, 1733-35), ο οποίος αναγκάστηκε να αποχωρήσει μετά τη νίκη που σημείωσαν οι Ρώσοι στην Πολτάβα (βλ λ. Πολτάβα, μάχη). Μετά τον θάνατο του Φρειδερίκου Αυγούστου Β’, ο Στανίσλαος Α’ Λεστσίνσκι, υποστηριζόμενος από τη Γαλλία, ως γαμπρός του Λουδοβίκου ΙΕ’, κατόρθωσε να εκλεγεί ξανά βασιλιάς της χώρας το 1733. Για άλλη μία φορά, όμως, η Ρωσία και η Πρωσία υποστήριξαν εναντίον του την υποψηφιότητα ενός ηγεμόνα της σαξονικής δυναστείας, του Φρειδερίκου Αυγούστου Γ’, ο οποίος τελικά επικράτησε (1735-63).Στιγμιότυπο από την αναπαράσταση της μάχης η οποία διεξήχθη το 1656 στη Βαρσοβία μεταξύ Πολωνών και Σουηδών (φωτ. ΑΠΕ).
Ο διαμελισμός της Πολωνίας και η εθνική αφύπνιση. Τον Φρειδερίκο Αύγουστο διαδέχτηκε ο Στανισλάβ Πονιατόφσκι, ως Στανίσλαος Β’ Αύγουστος (1764-95), ευνοούμενος της Αικατερίνης Β’· αναθρεμμένος με τις ιδέες του Διαφωτισμού, προχώρησε σε μια σειρά μεταρρυθμίσεων, μεταξύ των οποίων και η ψήφιση συντάγματος (1791) που έθετε τέλος στο παλιό αριστοκρατικό καθεστώς, ενισχύοντας την κεντρική εξουσία. Αλλά ο Στανισλάβ Πονιατόφσκι ήταν αδύναμος χαρακτήρας με αποτέλεσμα να μην καταφέρει ποτέ να απομακρυνθεί από την επιρροή της Αικατερίνης της Ρωσίας. Στο εσωτερικό της χώρας, η αντίδραση των Πολωνών επιτάχυνε τη συνεννόηση μεταξύ Ρωσίας, Πρωσίας και Αυστρίας, οι οποίες προέβησαν στον πρώτο διαμελισμό της Π. (1772), με αποτέλεσμα να χάσει η χώρα περίπου 214.000 τ. χλμ. της συνολικής της έκτασης. Οι μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν στο εσωτερικό δυσαρέστησαν τους ευγενείς, που κάλεσαν σε βοήθεια τους Ρώσους, η έλευση των οποίων συνοδευόταν όμως και από την είσοδο των Πρώσων στη χώρα. Παρά την ηρωική αντίσταση των Πολωνών που είχαν αρχηγούς τον Ταντέους Κοσιούσκο (βλ. λ.) και τον Γιόζεφ Πονιατόφσκι (βλ. λ.), ακολούθησε ο δεύτερος διαμελισμός της Π. και η χώρα έχασε άλλα 306.000 τ. χλμ. Τον Μάρτιο του 1794, η στρατιωτική επανάσταση εξαπλώθηκε σε όλη την Π., τον Οκτώβριο όμως καταπνίγηκε από τα ρωσικά στρατεύματα και πραγματοποιήθηκε τότε (1795) ο τρίτος διαμελισμός της Π., με τον οποίο καταλύθηκε ουσιαστικά το πολωνικό κράτος. 
Η πατριωτική δράση συνεχίστηκε πλέον έξω από τα εθνικά σύνορα. Ήδη το 1797, ο στρατηγός Γιαν Χένρικ Ντομπρόσκι δημιούργησε στο Μιλάνο πολωνικές λεγεώνες, οι οποίες, ενταγμένες στον στρατό του Ναπολέοντα, κατόρθωσαν να εξελιχθούν γρήγορα σε απελευθερωτικό στρατό. Η προσπάθειά τους φάνηκε να τελεσφορεί όταν ο Ναπολέων, με τη συνθήκη του Τίλσιτ (1807), δημιούργησε το αυτόνομο μεγάλο δουκάτο της Βαρσοβίας, του οποίου η έκταση διπλασιάστηκε το 1809. Μετά την πτώση του Ναπολέοντα, το πολωνικό ζήτημα επανατέθηκε στο συνέδριο της Βιέννης. Η απόφαση του 1815, με την οποία δημιουργήθηκε ένα αυτόνομο βασίλειο της Π. (η λεγόμενη Π. του συνεδρίου), έδωσε πολλές ελπίδες, αν και ηγεμόνας του βασιλείου ήταν ο τσάρος της Ρωσίας Αλέξανδρος Α’. Το 1830, η Βαρσοβία ξεσηκώθηκε και η επαναστατική κυβέρνηση άρχισε απελευθερωτικό πόλεμο κατά της Ρωσίας. Η εξέγερση, όμως, καταπνίγηκε (1831) και μεγάλο μέρος των πατριωτών, από διάφορα κοινωνικά στρώματα, αναζήτησαν καταφύγιο στο εξωτερικό.
Η Π. επέζησε τότε διαμέσου της ρομαντικής ποίησης και των κειμένων των προφητών της μεγάλης μετανάστευσης. Το 1846, όταν σημειώθηκε μια αγροτική εξέγερση στη Γαλικία, η Αυστρία κατάφερε να προσαρτήσει την Κρακοβία. Όταν μετά από δύο χρόνια ξέσπασαν τα επαναστατικά κινήματα σε ολόκληρη την Ευρώπη, ο εθνικός ποιητής Άνταμ Μιτσκιέβιτς (βλ. λ.) οργάνωσε λεγεώνες με σκοπό να πολεμήσουν εναντίον της Αυστρίας, στο πλευρό των Ιταλών. Όμως, για άλλη μία φορά οι ελπίδες διαψεύστηκαν. Στην τελευταία επανάσταση (1863-64), οι επαρχίες που ήταν υποταγμένες στον τσάρο έκαναν μία ακόμα αποτυχημένη απόπειρα. Στη συνέχεια, το πατριωτικό επαναστατικό κίνημα ατόνησε· υπό την επίδραση του θετικισμού, επιστήμονες και φιλόλογοι έθεσαν στη λογική του πολιτισμού την εθνική υπόθεση. Στη γαλικιανή ζώνη που βρισκόταν υπό την κυριαρχία της Αυστρίας, παρατηρήθηκε σημαντική επιστημονική αναγέννηση· οι παλαιές διαιρέσεις μεταξύ των κομμάτων, ακόμα και υπό την επίδραση της νέας ατμόσφαιρας, έδωσαν τη θέση τους σε πιο συγχρονισμένες οργανώσεις· σοσιαλιστές και άλλα ριζοσπαστικά ρεύματα πήραν μέρος στη ρωσική επαναστατική εξέγερση του 1905. Μετά το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, οι πατριωτικές οργανώσεις προέβαλαν σαφώς τα προγράμματά τους. Πάντως, οι τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. χαρακτηρίστηκαν κυρίως από την πρώτη φάση της εκβιομηχάνισης, με τη δημιουργία των βασικών παραγωγικών κέντρων.Ο Στανίσλαος Β’ Αύγουστος Πονιατόφκσι ήταν ο τελευταίος βασιλιάς της Πολωνίας.Στιγμιότυπο από τον εορτασμό για τη 214η επέτειο από τη θέσπιση του πρώτου συντάγματος της Πολωνίας το 1791 (φωτ. ΑΠΕ).
Η ανεξαρτησία του 1918, ο νέος διαμελισμός και η Λαϊκή Δημοκρατία του 1948. Από το 1913 έως το 1918, οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης προσπάθησαν, για άλλη μία φορά, να εκμεταλλευτούν τη διαμάχη ανάμεσα στα πολωνικά κόμματα. Η Αυστρία βοήθησε τις λεγεώνες που οργάνωσε ο Γιόζεφ Πιλσούντσκι (βλ. λ.), ενώ η Ρωσία υποστήριξε το κόμμα του Ρόμαν Ντμόφσκι. Τόσο η Αυστρία όσο και η Ρωσία παρότρυναν τους Πολωνούς πατριώτες που είχαν συνταχθεί με αυτούς να πολεμήσουν με σκοπό την εθνική ένωση, εις βάρος του αντιπάλου τους. Η πολωνική ανεξαρτησία (1918) πραγματοποιήθηκε με την ανέλπιστη κατάρρευση των τριών αυτοκρατοριών που είχαν μοιραστεί τη χώρα. Η νέα Π. βρέθηκε αμέσως σε σύγκρουση με τους Γερμανούς για την κατοχή της Άνω Σιλεσίας και με τους Λιθουανούς για τη Βίλνιους. Το ζήτημα των ανατολικών συνόρων, που δεν είχε λυθεί το 1919 με τη συνθήκη των Βερσαλιών, οδήγησε σε πόλεμο με τη νεοσύστατη Σοβιετική Ένωση (1920-21), ο οποίος έληξε με την ειρήνη της Ρίγα, με έναν συμβιβασμό ευνοϊκό για την Π. Το 1922, παρά τις διαμαρτυρίες της Λιθουανίας και των δυτικών συμμάχων, η Π. θέλησε να προσαρτήσει την πόλη και την περιοχή της Βίλνιους. Στην εσωτερική πολιτική, μετά από σκληρούς αγώνες μεταξύ των κομμάτων, επιβλήθηκε ένα αυταρχικό καθεστώς με επικεφαλής τον στρατάρχη Πιλσούντσκι (ο οποίος πέθανε το 1935)· μετά από μια απογοητευτική προσπάθεια αγροτικής μεταρρύθμισης, υπέρ των μεσαίων και των μικρών αγροτών, το καλύτερο επίτευγμα των δεκαετιών μεταξύ των δύο Παγκοσμίων πολέμων ήταν η διοικητική και οικονομική ενοποίηση της χώρας.
Η κυριότερη αφορμή για την εκδήλωση του Β’ Παγκοσμίου πολέμου υπήρξαν οι εδαφικές διαφορές μεταξύ Γερμανίας και Π.: το ζήτημα του λιμανιού Γκντανσκ (γερμ. Ντάντσιχ) και η σύνδεση της Ανατολικής Πρωσίας με την υπόλοιπη Γερμανία. Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 οι Γερμανοί επιτέθηκαν στη χώρα και η Π., παρά την ηρωική αντίσταση που προέβαλε, αναγκάστηκε να υποκύψει, καθώς δέχτηκε και από τα Α την επίθεση της ΕΣΣΔ (ο διαμελισμός της Π. είχε συμφωνηθεί από τις ηγεσίες των δύο χωρών με μυστικό σύμφωνο). Το έδαφός της διαμοιράστηκε μεταξύ Γερμανίας και ΕΣΣΔ (28 Σεπτεμβρίου): η πρώτη πήρε τα καθαρά πολωνικά εδάφη, που διοικήθηκαν με μορφή γενικής διοίκησης, ενώ η δεύτερη προσάρτησε τα ανατολικά εδάφη που κατοικούνταν κυρίως από Ουκρανούς και Λευκορώσους. Στη Λιθουανία παραχωρήθηκαν η Βίλνιους και η περιοχή της. 
Την περίοδο 1939-45 η Π. έζησε υπό καθεστώς εκτοπίσεων και εξόντωσης, που έπληξε την τάξη των διανοουμένων, και ιδιαίτερα το εβραϊκό στοιχείο. Αλησμόνητη, για τον ηρωισμό των αγωνιστών, ήταν η εξέγερση της Βαρσοβίας (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1944) με πρωτοβουλία της Άρμια Kραγιόβα (οργάνωση που δρούσε εντός του εθνικού εδάφους, ανεξάρτητα από τις πολωνικές δυνάμεις που μάχονταν στο εξωτερικό), σε συνεννόηση με την κυβέρνηση του Λονδίνου· η εξέγερση κατεστάλη από τους Γερμανούς, ενώ τα σοβιετικά στρατεύματα είχαν σταματήσει στην απέναντι όχθη του Βιστούλα. Η εξόριστη κυβέρνηση απαρτιζόταν από φιλοδυτικά στοιχεία και οι σχέσεις της με τη Σοβιετική Ένωση ήταν εξαιρετικά τεταμένες, ιδίως μετά την ανακάλυψη των ομαδικών τάφων του Κατίν, το 1943 (βλ. λ. Κατίν), όταν η εξόριστη κυβέρνηση του στρατηγού Βλαντισλάβ Σικόρσκι (βλ. λ.) κατηγόρησε τους Σοβιετικούς για τη σφαγή σημαντικού αριθμού Πολωνών αξιωματικών. 
Τον Ιούλιο του 1944, όταν τα σοβιετικά στρατεύματα εισήλθαν στο πολωνικό έδαφος, για να καταλύσουν τη γερμανική κατοχή, σχηματίστηκε μια επιτροπή εθνικής απελευθέρωσης, όπου επικρατούσαν κομουνιστές και σοσιαλιστές της αριστεράς και η οποία αμέσως, με την προκήρυξη της Λούμπλιν, ανακοίνωσε ένα πλήρες κυβερνητικό πρόγραμμα: προοδευτική δημοκρατία, ευρύτατες μεταρρυθμίσεις και εθνικοποιήσεις, εγγύηση του πολυκομματισμού και του ρόλου της ατομικής ιδιοκτησίας. Η αντίθεση μεταξύ της εξόριστης κυβέρνησης του Λονδίνου και της φιλοσοβιετικής φάνηκε πως ξεπεράστηκε όταν, μετά από αγγλική επιμονή, ο αγροτικός ηγέτης Στανισλάβ Μικολάιτσικ επέστρεψε στην Π. για να πάρει μέρος σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας (Ιούνιος 1945)· ωστόσο, στις εκλογές του Ιανουαρίου 1947, καταψηφίστηκε και κατέφυγε στην εξορία. Στο μεταξύ, στη χώρα είχαν σημειωθεί βαθύτατες πολιτικές αλλαγές. Διαλύθηκαν τα παραδοσιακά κόμματα και σημειώθηκε άνοδος των κομουνιστών (που καταπολεμήθηκε από ένοπλη εξέγερση, η οποία διήρκεσε όλη τη διάρκεια του 1947). Το 1948 καθιερώθηκαν τα σοβιετικά πρότυπα με την ένωση του εργατικού (κομουνιστικού) κόμματος και του σοσιαλιστικού, από την οποία γεννήθηκε το Ενιαίο Πολωνικό Εργατικό Κόμμα (ΕΠΕΚ) και με την καθιέρωση ενός εξαετούς προγράμματος, ανάλογου με τα πενταετή σοβιετικά. Αλλά και τότε, μεγάλο μέρος της αγροτικής οικογενειακής ιδιοκτησίας κατόρθωσε να διατηρηθεί, και συνέχισε να αποτελεί σημαντικό στοιχείο στην πολωνική αγροτική οικονομία. Μετά την επιβολή του μονοκομματικού καθεστώτος της Λαϊκής Δημοκρατίας στην Π., το EΠEK αποτέλεσε την κυρίαρχη πολιτική δύναμη, ενώ επιτράπηκε η λειτουργία, υπό αυστηρό όμως έλεγχο, δύο ακόμα κομμάτων, του Ενιαίου Αγροτικού και του Δημοκρατικού Κόμματος. Ο απόλυτος έλεγχος του EΠEK χαλάρωσε κάπως μετά τον θάνατο του Στάλιν το 1953.
Ο αποκλεισμός των Γιουγκοσλάβων κομουνιστών από το Γραφείο Πληροφοριών (Κομινφόρμ) είχε αντίκτυπο στην Π., όπως και σε όλες τις λαϊκές δημοκρατίες. Ο Βλαντισλάβ Γκομούλκα απομακρύνθηκε από τη θέση του γραμματέα του EΠEK (1948) και καταδικάστηκε για μια περίοδο σε περιορισμό, ενώ ξεσπούσε η σύγκρουση με την εκκλησιαστική ιεραρχία και τον πριμάτο Στέφαν Βισίνσκι. Η κυβέρνηση του Μπολεσλάβ Μπιέρουτ εμπνεόταν από διαφορετική αντίληψη της λαϊκής δημοκρατίας, που την έβλεπε όχι πια ως ανεξάρτητη κρατική οντότητα, αλλά ως αντιγραφή του σοβιετικού συστήματος: το σύνταγμα της 22ας Ιουλίου 1952 επικύρωσε τον προσανατολισμό αυτό. Μια νέα περίοδος φάνηκε πως άρχιζε μετά το 20ό συνέδριο του σοβιετικού Κομουνιστικού Κόμματος, με τον χαρακτήρα της αποσταλινοποίησης. Ενώ στην Ουγγαρία η λαϊκή δυσφορία έλαβε επαναστατικό χαρακτήρα, στην Π. αποδοκιμάστηκε η δράση μερικών κεντρώων στοιχείων του EΠEK που αντιστέκονταν στις σοβιετικές πιέσεις και τους επιβλήθηκε η σοσιαλιστική νομιμότητα. Το 1956, οι ελλείψεις σε τρόφιμα προκάλεσαν διαδηλώσεις των βιομηχανικών εργατών, οι οποίες κατεστάλησαν από τις δυνάμεις ασφαλείας. Με έναν σημαντικότατο λόγο στην 8η ολομέλεια του κόμματος (19 Οκτωβρίου 1956), ο Γκομούλκα, ο οποίος είχε επανέλθει στη γραμματεία του κόμματος (παρά την αντίθεση της σοβιετικής ηγεσίας), επιβεβαίωσε την ποικιλία των σοσιαλιστικών συστημάτων, επικρίνοντας πάντως τον γιουγκοσλαβικό δρόμο. Διακήρυξε, επίσης, την κυριαρχία των διαφόρων σοσιαλιστικών χωρών και κατήγγειλε τον τύπο των σχέσεων με τη Σοβιετική Ένωση που είχε επικρατήσει την εποχή της προσωπολατρίας. Αμέσως, όμως, η κεντρική επιτροπή του EΠEK διαχώρισε τη θέση της από την Ουγγαρία (διακήρυξη της 3ης Νοεμβρίου), νομιμοποιώντας την παρουσία σοβιετικών δυνάμεων στο εθνικό έδαφος και αναγνωρίζοντας την ανάγκη της στενής πολωνοσοβιετικής συμμαχίας. Οι καλές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση διατηρήθηκαν και μετά την πτώση του Χρουστσόφ: ενώπιον της εξασθένησης του συμφώνου της Βαρσοβίας (βλ. λ. Βαρσοβίας, Σύμφωνο), την οποία προκάλεσαν η αλβανική και η ρουμανική στάση, η Π. ανανέωσε, τον Απρίλιο του 1965, την εικοσαετή συνθήκη συμμαχίας με την ΕΣΣΔ· τον Μάρτιο του 1967, οι Πολωνοί ηγέτες ενίσχυσαν επίσης τους δεσμούς τους με την Τσεχοσλοβακία και την Ανατολική Γερμανία. Από την άλλη πλευρά, η συνδιαλλαγή με τους ρωμαιοκαθολικούς, που εξασφάλισε στον Γκομούλκα την εκλογική νίκη του 1957, πέρασε από διάφορες κρίσεις. Μια νέα αντικληρική νομοθεσία εξόργισε την καθολική ιεραρχία, ενώ ο καρδινάλιος Βισίνσκι εξαπέλυσε άγρια πολεμική κατά του επίσημου αθεϊσμού. Όταν, τον Δεκέμβριο του 1965, η πολωνική ιεραρχία κάλεσε τη γερμανική να αναγνωρίσει την ύπαρξη των συνόρων Όντερ-Νάισε, η πολωνική κυβέρνηση αντέδρασε στην απόπειρα αυτή σφετερισμού κρατικών εξουσιών, αφαιρώντας από τον καρδινάλιο Βισίνσκι το διαβατήριό του και απαγορεύοντας στον πάπα να μεταβεί για προσκύνημα στην Τσεστοχόβα.
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Ντούμπτσεκ στην Τσεχοσλοβακία, ο Γκομούλκα υποστήριξε την άποψη του Ανατολικογερμανού προέδρου Βάλτερ Ούλμπριχτ, ο οποίος φοβόταν το νέο ιδεολογικό ρεύμα που διαγραφόταν τότε στην Πράγα. Από τη στιγμή εκείνη, η δημοτικότητά του έπεσε οριστικά. Η συνθήκη που υπογράφηκε στη Βαρσοβία από τον Δυτικογερμανό καγκελάριο Βίλι Μπραντ (Δεκέμβριος 1970), συμπληρωματική της προηγούμενης γερμανοσοβιετικής συνθήκης, δεν κατόρθωσε να αποκαταστήσει το κύρος του γραμματέα του EΠEK. Τον Δεκέμβριο του 1970, μια μεγάλη αύξηση στις τιμές των τροφίμων οδήγησε σε απεργίες και διαδηλώσεις στο λιμάνι του Γκντανσκ και σε άλλες βαλτικές πόλεις (Γκντίνια, Στσέτσιν). Πολλοί διαδηλωτές σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν και ο Γκομούλκα αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Τον διαδέχτηκε ο Εντουαρντ Γκιέρεκ, ο οποίος προσπάθησε να εισαγάγει οικονομικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και πάλι σημειώθηκαν διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες (1976).Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 οι Γερμανοί επιτέθηκαν στην Πολωνία· στη φωτογραφία, στιγμιότυπο από εκδήλωση για την 65η επέτειο από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου σε μνημείο της πολωνικής πόλης Γκντανσκ (φωτ. ΑΠΕ).Η Πολωνία ανέκτησε την ανεξαρτησία της στις 11 Σεπτεμβρίου 1918· στη φωτογραφία, τιμητική φρουρά έξω από το προεδρικό μέγαρο συμμετέχει στους εορτασμούς για την ημέρα ανεξαρτησίας (φωτ. ΑΠΕ).Ερείπια από ό,τι απέμεινε στο γκέτο της Βαρσοβίας ύστερα από την εξέγερση του Σεπτεμβρίου του 1944 με πρωτοβουλία της αντιστασιακής οργάνωσης «Άρμια Κραγιόβα».Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου εκατομμύρια άνθρωποι βρήκαν τραγικό θάνατο στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς· στη φωτογραφία, η πύλη του στρατοπέδου πάνω από την οποία αναγραφόταν η πρόταση «Η εργασία απελευθερώνει» (φωτ. ΑΠΕ).
Οι ταραχές της δεκαετίας του 1980, η δικτατορία Γιαρουζέλσκι και το συνδικάτο «Αλληλεγγύη». Τον Ιούλιο του 1980, η επιβολή νέων τιμών στα καταναλωτικά αγαθά προκάλεσε απεργίες στα εργοστάσια της περιοχής της Βαρσοβίας και γρήγορα η εργατική αναταραχή εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα. Εκτός από τα οικονομικά αιτήματα, οι εργάτες των ναυπηγείων στα λιμάνια της Π., και ιδιαίτερα στο Γκντανσκ, διεκδίκησαν το δικαίωμα για την ίδρυση ελεύθερων συνδικάτων. Μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση, δόθηκε τελικά η άδεια για την ίδρυση ορισμένων εργατικών συνδικάτων, επικεφαλής των οποίων ήταν το συνδικάτο Αλληλεγγύη, που καθοδήγησε τις απεργίες στο Γκντανσκ και η οποία είχε επικεφαλής έναν εργάτη των ναυπηγείων, τον Λεχ Βαλέσα. Η οργάνωση αυτή έφτασε, στο αποκορύφωμα των κινητοποιήσεων των εργαζομένων στην Π., να αριθμεί 10 εκατ. μέλη. Τον Σεπτέμβριο του 1980, οι εργατικές κινητοποιήσεις συνεχίζονταν και ο Γκιέρεκ αντικαταστάθηκε στην ηγεσία του κόμματος από τον Στανισλάβ Κάνια. Οι απεργίες επεκτάθηκαν σε όλη τη χώρα και η Αλληλεγγύη αποτέλεσε το πρώτο ελεύθερο, αλλά και μαζικότερο συνδικάτο, που ιδρύθηκε ποτέ στις χώρες του ανατολικού συνασπισμού. Τον Φεβρουάριο, ο πρωθυπουργός Γιόζεφ Πινκόφσκι παραιτήθηκε και τον διαδέχτηκε ο υπουργός Άμυνας, στρατηγός Βόιτσεχ Γιαρουζέλσκι (βλ. λ.). Τον Μάιο του 1981 αναγνωρίστηκε επισήμως και το κίνημα της Αγροτικής Αλληλεγγύης, το οποίο εκπροσωπούσε 3,5 εκατ. αγρότες. Ωστόσο, παρά τις παραχωρήσεις στην Αλληλεγγύη, η κρίση συνεχίστηκε και, τον Οκτώβριο, ο Γιαρουζέλσκι ανέλαβε την ηγεσία και του κόμματος, ενώ στις 13 Δεκεμβρίου του 1981 επέβαλε τον στρατιωτικό νόμο σε όλη την Π.
Ένα στρατιωτικό συμβούλιο «εθνικής σωτηρίας», με επικεφαλής τον Γιαρουζέλσκι, ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, απαγόρευσε κάθε εργατική κινητοποίηση και συνέλαβε τον Βαλέσα και τους ηγέτες της Αλληλεγγύης. Ακολούθησαν μήνες σκληρών συγκρούσεων, μεταξύ εργατών και δυνάμεων ασφαλείας, χιλιάδες συλλήψεις και, τον επόμενο Δεκέμβριο, ο Βαλέσα αφέθη ελεύθερος, ήρθη ο στρατιωτικός νόμος και απελευθερώθηκαν ορισμένοι κρατούμενοι. Τον Ιούλιο του 1983 έληξε οριστικά η ισχύς του στρατιωτικού νόμου στη χώρα, δόθηκε αμνηστία και λίγο αργότερα ο Βαλέσα έλαβε το βραβείο Νόμπελ ειρήνης, προκαλώντας μεγάλο εκνευρισμό στην κυβέρνηση Γιαρουζέλσκι.
Στις βουλευτικές εκλογές του 1985 επιτράπηκε στους ψηφοφόρους να επιλέξουν μεταξύ δύο υποψηφίων για κάθε θέση. Η Αλληλεγγύη κάλεσε σε μποϊκοτάζ και αμφισβήτησε τα αποτελέσματα των εκλογών. Τον Νοέμβριο, ο Γιαρουζέλσκι παραιτήθηκε από πρωθυπουργός για να γίνει πρόεδρος της δημοκρατίας και τη θέση του κατέλαβε ο Ζμπίγκνιου Μέσνερ.
Στο 10ο συνέδριο του κόμματος, το 1986, η νέα κεντρική επιτροπή επανεξέλεξε τον Γιαρουζέλσκι ως πρώτο γραμματέα. Ο Γιαρουζέλσκι συγκρότησε συμβουλευτικό συμβούλιο με μη μέλη του κόμματος και με πρώην μέλη της Αλληλεγγύης, αλλά η λαϊκή δυσαρέσκεια δεν μειώθηκε το 1987. Τον ίδιο χρόνο, η κυβέρνηση ανακοίνωσε σχέδια μεταρρυθμίσεων και προκήρυξε δημοψήφισμα για την έγκρισή τους. Η Αλληλεγγύη κήρυξε πάλι μποϊκοτάζ και το εκλογικό σώμα ανταποκρίθηκε, με αποτέλεσμα να μη συγκεντρωθεί το απαραίτητο ποσοστό. Η κυβέρνηση προχώρησε σε αντιλαϊκά μέτρα που είχαν ως αποτέλεσμα αυξήσεις τιμών, οι οποίες προκάλεσαν μεγάλες διαδηλώσεις και απεργίες. Οι εργατικές κινητοποιήσεις επεκτάθηκαν από τα ναυπηγεία στα χαλυβουργεία και από εκεί στα ανθρακωρυχεία. Τον Σεπτέμβριο του 1988, η κυβέρνηση του Μέσνερ παραιτήθηκε και ορίστηκε στη θέση του ο Μιετσίσλαβ Ρακόφσκι. Ούτε αυτή η κυβέρνηση, όμως, κατάφερε να δημιουργήσει πλαίσια για διαπραγματεύσεις με την Αλληλεγγύη, και η αναγγελία ότι θα έκλειναν τα ναυπηγεία Λένιν στο Γκντανσκ προκάλεσε νέες απεργίες. Στις αρχές του 1989 άρχισαν τελικά διαπραγματεύσεις, οι οποίες δύο μήνες αργότερα κατέληξαν σε συμφωνία: η Αλληλεγγύη επανέκτησε τη νομική της υπόσταση και θα διεξάγονταν εκλογές για νέα εθνοσυνέλευση. Οι εκλογές διεξήχθησαν τον Ιούλιο του 1989 και η πολιτική πτέρυγα της Αλληλεγγύης πέτυχε αποφασιστική νίκη, εξασφαλίζοντας τις 99 από τις 100 έδρες της Γερουσίας, ενώ για τη Βουλή κέρδισε και τις 161 έδρες που μπορούσε να διεκδικήσει· οι υπόλοιπες 299 κατανεμήθηκαν μεταξύ του ΕΠΕΚ και των συμμαχικών του κομμάτων. Η νέα Βουλή εξέλεξε τον Γιαρουζέλσκι πρόεδρο και πρώτο γραμματέα του κόμματος τον Ρακόφσκι. Ο στρατηγός Τσεσλάβ Κίζτσακ, ο οποίος εξελέγη πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου, δεν μπόρεσε να σχηματίσει κυβέρνηση και έτσι ο Γιαρουζέλσκι δέχτηκε την πρόταση του Βαλέσα για μια κυβέρνηση συνασπισμού μεταξύ της Αλληλεγγύης και των συμμαχικών κομμάτων του ΕΠΕΚ. Η Βουλή ενέκρινε τον διορισμό ως πρωθυπουργού του Ταντέους Μαζοβιέτσκι (βλ. λ.), γνωστού και αξιόλογου δημοσιογράφου και μετριοπαθούς μέλους της Αλληλεγγύης, ως πρώτου μη κομουνιστή πρωθυπουργού της Π. μετά από 45 χρόνια.
Η νέα κυβέρνηση άρχισε αμέσως την εφαρμογή ενός προγράμματος ριζικών οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων, με έμφαση στην οικονομία της αγοράς. Η χώρα μετονομάστηκε σε Δημοκρατία της Π. και στο 11ο συνέδριο του κόμματος το ΕΠΕΚ διαλύθηκε για να ιδρυθεί στη θέση του ένα νέο κόμμα, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Στα μέσα του 1990, οι εσωτερικές διενέξεις στην Αλληλεγγύη, εξαιτίας των διαφωνιών για τον ρυθμό των μεταρρυθμίσεων, οδήγησαν στην αντιπαράθεση μεταξύ του Βαλέσα –που ήθελε την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και των ιδιωτικοποιήσεων– και του Μαζοβιέτσκι, ο οποίος προτιμούσε μια πιο προσεκτική πορεία. Η ρήξη οδήγησε στον σχηματισμό του Κινήματος Πολιτών-Δημοκρατικής Δράσης από στελέχη της Αλληλεγγύης, για την υποστήριξη του Μαζοβιέτσκι.Το καλοκαίρι του 1980 οι εργάτες στα ναυπηγεία της Πολωνίας, και ειδικότερα του Γκντανσκ, διεκδίκησαν το δικαίωμα δημιουργίας ελεύθερων συνδικάτων, με αποτέλεσμα την απαρχή σταδιακών αλλαγών στο πολιτικό καθεστώς της χώρας· στη φωτογραφία, πλοίο που ναυπηγείται στο Γκντανσκ (φωτ. ΑΠΕ).Στιγμιότυπο από απεργιακή κινητοποίηση του συνδικάτου «Αλληλεγγύη» τον Φεβρουάριο του 1981 (φωτ. ΑΠΕ).Ο Πολωνός δικτάτορας Βόιτσεχ Γιαρουζέλσκι (φωτ. ΑΠΕ).
Από τον Βαλέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τον Σεπτέμβριο του 1990, ο Γιαρουζέλσκι συμφώνησε να παραιτηθεί για τη διεξαγωγή άμεσων προεδρικών εκλογών. Μεταξύ των έξι υποψηφίων, ισχυρότεροι θεωρούνταν ο Βαλέσα και ο Μαζοβιέτσκι. Ένας άγνωστος, όμως, Πολωνός της διασποράς, ο Στανισλάβ Τιμίνσκι, ήρθε δεύτερος και, στον δεύτερο γύρο, ο Βαλέσα κέρδισε με το 74% των ψήφων. Ο συνδικαλιστής Βαλέσα παραιτήθηκε από την ηγεσία της Αλληλεγγύης και, τον Δεκέμβριο του 1990, έγινε πρόεδρος της Π. για μια πενταετή θητεία. Πολύ γρήγορα, ο Βαλέσα αντιμετώπισε προβλήματα με τη Βουλή, όταν η τελευταία αρνήθηκε να υιοθετήσει την πρότασή του για τη διάλυσή της και τη διεξαγωγή νέων εκλογών. Τον Μάιο του 1991, απεργίες και διαδηλώσεις οργανώθηκαν από την Αλληλεγγύη εναντίον της κυβέρνησης. Τελικά, οι εκλογές διεξήχθησαν τον Οκτώβριο του 1991, με τη συμμετοχή μόνο του 43% των εκλογέων. Το κόμμα που συγκέντρωσε τον μεγαλύτερο αριθμό εδρών (62) ήταν η Δημοκρατική Ένωση, που σχηματίστηκε από τη συγχώνευση του Κινήματος Πολιτών και δύο άλλων οργανώσεων με επικεφαλής
    Read 1455 times

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.