Παρασκευή, 02 Μαρτίου 2012 01:56

    ουμανισμός

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    ουμανισμός (Φιλοσ.). Ευρύτερο πολιτιστικό κίνημα (λογοτεχνικό, φιλολογικό και φιλοσοφικό) που συνδυάζεται με την πνευματική και καλλιτεχνική Αναγέννηση των ευρωπαϊκών κρατών κατά τον 15ο και 16ο αι.· ο όρος, που προέρχεται από τη λέξη humanitas, αποδίδεται ενίοτε στα ελληνικά με τον όρο ανθρωπισμός, αν και στην πραγματικότητα ο λατινικός και οι αντίστοιχοι λατινογενείς όροι που εισήχθησαν τον 19ο αι. (αγγλ. humanism) αναφέρονται στο πεδίο των σπουδών για τον άνθρωπο, στις ανθρωπιστικές επιστήμες, ενώ στο καθημερινό μας λεξιλόγιο ο όρος ανθρωπισμός συνήθως αναφέρεται αόριστα σε μια θετική πτυχή του ανθρώπινου χαρακτήρα (το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο). 

    Ο Αναγεννησιακός ουμανισμός. Ο ο. πήγασε από την τάση προς τη μόρφωση, την αγωγή και την πνευματική και σωματική καλλιέργεια του ανθρώπου, η οποία εμπνεόταν από τα ιδεώδη των κλασικών φιλοσόφων και γενικά του κλασικού πολιτισμού. Στόχο είχε τη σύμμετρη ανάπτυξη της ανθρώπινης ψυχής, την οποία, με την επιστροφή στα κλασικά πρότυπα, ήθελε να απαλλάξει από τις δεσμεύσεις και την παραδοσιακή πειθαρχία όπου την είχαν οδηγήσει ο Μεσαίωνας και η μονομέρεια της εκκλησιαστικής αγωγής. Οι προεκτάσεις του κινήματος αυτού είχαν στόχους ηθικούς (με ιδεώδες την ανοχή), πολιτικούς και κοινωνικούς (ελεύθερη πρόοδο των ανθρώπινων κοινωνιών και των κρατικών συστημάτων), αισθητικούς (αναζήτηση του ανθρώπινου ιδεώδους του κάλλους, με τον τρόπο που το επεδίωξε η κλασική τέχνη) και φιλοσοφικούς (ανάδειξη της ανθρώπινης προσωπικότητας σε ιερή, ανώτερη αξία).
Οι αρετές και οι πρώτοι στόχοι του ο. επισημάνθηκαν από μερικά έξοχα πνεύματα, που έζησαν στην Ιταλία πριν από τον 15ο αι. (Πετράρχης, Βοκάκιος, Δάντης), αναπτύχθηκαν και καθιερώθηκαν πρώτα από εκπρόσωπους της ιταλικής Αναγέννησης και επιβλήθηκαν από τους σπουδαίους ουμανιστές της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας, των Κάτω Χωρών, της Αγγλίας και της Γερμανίας. Με την επιστροφή στη μελέτη των κλασικών κειμένων (ελληνικών και λατινικών), κυρίως φιλοσοφικών έργων, δημιουργήθηκε μια πρωτοφανής επιθυμία για σπουδή των φιλολογικών ζητημάτων και για λογοτεχνική δημιουργία. Όλοι επιθυμούσαν να μιμηθούν τους κλασικούς, γράφοντας επιγράμματα, συνθέτοντας ποιήματα για την αγάπη της ζωής και συγκροτώντας πλούσιες βιβλιοθήκες από ελληνικά και λατινικά χειρόγραφα. Με την είσοδο στον 16ο αι. η διακίνηση ελληνικών χειρογράφων από την υπόδουλη τότε ελληνική επικράτεια προς τη Δύση έλαβε τεράστιες διαστάσεις· σχεδόν όλοι οι Έλληνες λόγιοι που μετακινούνταν μεταξύ Ελλάδας και Ευρώπης ήθελαν να έχουν μαζί τους φιλολογικά και εκκλησιαστικά κείμενα, για να τα δωρίσουν ή να τα πουλήσουν σε επιφανείς Ιταλούς, Ισπανούς, Γάλλους κ.ά. μαικήνες, λόγιους, διπλωμάτες και ηγεμόνες. Η γνωριμία των κλασικών έργων γινόταν πλέον από το πρωτότυπο και όχι από μεταφράσεις. Φιλοσοφικές σχολές ιδρύονταν σε μεγάλα αστικά και πολιτιστικά κέντρα της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας, όπου έβρισκαν εργασία, δίπλα στους ντόπιους λογίους, και αρκετοί εξόριστοι Έλληνες ουμανιστές (Μανουήλ Χρυσολωράς, Ιωάννης Αργυρόπουλος, Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, Δημήτριος Δούκας, Κωνσταντίνος Λάσκαρις κ.ά.), καθώς και πλήθος κωδικογράφων. 
Η ενασχόληση με τα αρχαία κλασικά κείμενα οδήγησε στην αναβίωση των αρχαίων (κλασικών) ιδεωδών και της αγάπης για τις απολαύσεις της ζωής, για τον πλούτο, την πολιτική δύναμη και τη δόξα. Οι ουμανιστές διατείνονταν ότι ο μεσαιωνικός κόσμος ανέπτυξε τον πολιτισμό του Θεού, ενώ η δική τους Αναγέννηση έδωσε το προβάδισμα στον πολιτισμό του ανθρώπου, ο οποίος στηριζόταν όχι τόσο στο πλήθος των νέων γνώσεων, αλλά στο κριτικό πνεύμα με το οποίο αντιμετώπισε τη φύση και τα φαινόμενά της, την ανθρώπινη προσωπικότητα και τα πνευματικά της χαρακτηριστικά. Στον καινούργιο πολιτισμό έγινε μια επανεκτίμηση του ανθρώπινου παράγοντα και των δυνατοτήτων του ανθρώπου να αντιλαμβάνεται τον κόσμο και να τον μεταπλάθει ή, ακόμη, να υποβάλλει σε έλεγχο όλες τις έως τότε αποδεκτές αξίες και γνώσεις.
Με το πνεύμα αυτό συμβάδιζε και η φιλολογική κριτική των κλασικών κειμένων. Οι μελετητές τους στρέφονταν σε συγγραφείς οι οποίοι είχαν αποξενωθεί από τη μεσαιωνική σχολαστική φιλοσοφία. Στην κορυφή των προτιμήσεων βρισκόταν ο Πλάτων, στο όνομα του οποίου ξέσπασαν φιλολογικές έριδες στην αναγεννησιακή Ιταλία (πλατωνιστές-αριστοτελικοί), παρότι η αληθινή πλατωνική φιλοσοφία έμεινε απλησίαστη για τους περισσότερους (Μαρσίλιο Φιτσίνο κ.ά.), καθώς κυριάρχησε η νεοπλατωνική φιλοσοφία του Πρόκλου. Πάντως, στο όνομα του Πλάτωνα ιδρύθηκαν σπουδαία ουμανιστικά κέντρα και ιδρύματα, οι πλατωνικές ακαδημίες (σύλλογοι λογίων για συζητήσεις σε φιλοσοφικά και θεολογικά θέματα και για τη συστηματική αναζήτηση κλασικών κειμένων), από τις οποίες σημαντική θεωρήθηκε η πλατωνική Ακαδημία της Φλωρεντίας, την οποία ίδρυσε ο Κόζιμο των Μεδίκων με προτροπή του Έλληνα φιλόσοφου από τον Μιστρά Γεωργίου Πλήθωνος ή Γεμιστού (1438). Οι σπουδαιότεροι εκπρόσωποι της Ακαδημίας αυτής, και οι χαρακτηριστικότεροι ουμανιστές της εποχής τους, ήταν ο Μαρσίλιο Φιτσίνο και ο Τζοβάνι Πίκο ντέλα Μιράντολα (βλ. λ. Πίκα ντέλα Μιράντολα, Τζοβάνι). Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της ρωμαϊκής Ακαδημίας ήταν ο ιδρυτής της, Πομπόνιο Λέτο, ενώ της ναπολιτάνικης ο Αντόνιο Πεκαντέλι, ο επονομαζόμενος Πανορμίτα. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι διάφοροι ουμανιστές της Ιταλίας και της υπόλοιπης Ευρώπης είχαν διαφορετικές απόψεις και τάσεις σε καίρια ζητήματα του ο.: άλλοι επιχείρησαν τον συμβιβασμό του αρχαίου ελληνορωμαϊκού πνεύματος με τη χριστιανική πίστη (νεοπλατωνικοί, χριστιανοί ουμανιστές) και άλλοι (Λέτο, Λορέντσο Βάλα) έδειχναν καθαρά την περιφρόνησή τους προς την Εκκλησία και την προτίμησή τους σε καθαρά κλασικά πρότυπα, τα οποία όχι σπάνια τούς οδηγούσαν είτε στον παγανισμό είτε στον αγνωστικισμό ή αθεϊσμό, ένα φαινόμενο το οποίο παρατηρήθηκε αργότερα σε μεγάλη έκταση μεταξύ των νεότερων ουμανιστών. Στη Νάπολη της Ιταλίας εξάλλου διακρίθηκε ιδιαίτερα ο ουμανιστής Γιάκοπο Σανατσάρο.
Στην ανάπτυξη του ο. (νεοπαγανιστικού και χριστιανικού) συνετέλεσε και η εφεύρεση της τυπογραφίας, η οποία προκάλεσε μια άγνωστη έως τότε δίψα για μάθηση και ένα πάθος για τα βιβλία. Οι εκδόσεις ελληνικών κειμένων πολλαπλασιάστηκαν ύστερα από την πρώτη μεγάλη ελληνοϊταλική πνευματική προσέγγιση στην περιβόητη σύνοδο της Φεράρα-Φλωρεντίας (1438-39), η οποία απέβλεπε στην ένωση των δύο Εκκλησιών, αλλά τελικά έγινε αφορμή να έρθουν στην Ιταλική χερσόνησο οι σημαντικότεροι λόγιοι και ουμανιστές του Βυζαντίου και να συνεργαστούν με τους περισσότερο ενθουσιώδεις ουμανιστές της Δύσης. Η τυπογραφική δραστηριότητα στην έκδοση κλασικών έργων κορυφώθηκε στα χρόνια του Ιταλού εκδότη Άλδου Μανούτιου (βλ. λ.), ο οποίος εργάστηκε στη Βενετία, έχοντας άμεσους συνεργάτες Έλληνες φιλόλογους (Ιανός Λάσκαρις, Αρσένιος Αποστόλης, Μάρκος Μουσούρος κ.ά.). Στην έκδοση των κλασικών βοήθησε τον Μανούτιο και η λεγόμενη Νεοακαδήμεια, που αποτέλεσε κι αυτή ένα είδος φιλολογικής εταιρείας λογίων και ουμανιστών (Πιέτρο Μπέμπο, Μαρίνο Σανούτο, Ιανός Λάσκαρις, Αλμπέρτο Πίο, Μάρκος Μουσούρος κ.ά.), καθώς επίσης και η πλούσια συλλογή ελληνικών κωδίκων της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας (η οποία ξεκίνησε από δωρεές ελληνικών χειρογράφων του καρδινάλιου Βησσαρίωνα) και οι αποστολές χειρογράφων εκ μέρους ουμανιστών της Ιταλίας, πρεσβευτών ξένων δυνάμεων στη Βενετία και Ευρωπαίων ηγεμόνων. Λίγο αργότερα, τα χειρόγραφα των Ελλήνων κλασικών, καθώς επίσης και των εκκλησιαστικών κειμένων (πατερικών κ.ά.), κατέκλυσαν κυριολεκτικά τις ιταλικές, ισπανικές και γαλλικές βιβλιοθήκες, γεγονός που βοήθησε τα εργαστήρια Ελλήνων αντιγραφέων και μεταπρατών χειρογράφων, τα οποία άκμασαν μετά τη σύνοδο του Τριδέντου (Τρέντο, 1545-63), που αποτέλεσε μια δεύτερη (μετά το 1439) ευκαιρία για συναντήσεις Ευρωπαίων ουμανιστών (καρδιναλίων, διπλωματών κ.ά.) και Ελλήνων κωδικογράφων. Την εποχή αυτή, όχι μόνο οι φιλόλογοι και οι θεολόγοι, αλλά γενικά κάθε ηγεμόνας, διπλωμάτης ή εκκλησιαστικός αξιωματούχος φιλοδοξούσε να αποκτήσει την προσωπική του βιβλιοθήκη ελληνικών και λατινικών κλασικών κειμένων.
Τα σπουδαιότερα ουμανιστικά κέντρα ήταν η Φλωρεντία, η Ρώμη και η Νάπολη στην Ιταλία· η Αλκαλά δε Ενάρες, η Σεγκόβια, η Βαρκελώνη και η Σαλαμάνκα στην Ισπανία· το Παρίσι, το Μπορντό, η Μπουρζ, το Μονπελιέ και το Νανσί στη Γαλλία· το Λονδίνο, η Οξφόρδη και το Κέιμπριτζ στην Αγγλία· το Δουβλίνο στην Ιρλανδία· η Βασιλεία στην Ελβετία· η Λουβέν και το Λέιντεν στις Κάτω Χώρες· η Μαγεντία, η Χαϊδελβέργη και η Κολονία στη Γερμανία· και ακόμα, η Πράγα στη Βοημία (Τσεχία), η Κρακοβία στην Πολωνία και η Βουδαπέστη στην Ουγγαρία. Ως πατέρας του φλωρεντινού ο. μπορεί να θεωρηθεί ο Κολούτσιο Σαλουτάτι, μαθητής του Πετράρχη και συνεργάτης του Μανουήλ Χρυσολωρά, τον οποίο και κάλεσε στη Φλωρεντία το 1397 για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας. Με τον Χρυσολωρά μπορεί να οριστεί η απαρχή της διάδοσης των ελληνικών σπουδών στην Ιταλία, γεγονός που υποβοήθησαν βέβαια όχι μόνο οι Έλληνες καθηγητές και λόγιοι –ο καρδινάλιος Βησσαρίων (βλ. λ.), ο Γεώργιος Πλήθων ή Γεμιστός (βλ. λ. Πλήθων, Γεώργιος), ο Ιωάννης Αργυρόπουλος(βλ. λ.), ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης(βλ. λ.), ο Κωνσταντίνος Λάσκαρις(βλ. λ.), ο Θεόδωρος Γαζής (βλ. λ.) ή αργότερα ο Ιανός Λάσκαρις(βλ. λ.), ο Μάρκος Μουσούρος (βλ. λ.)– αλλά και οι Ιταλοί σπουδαστές των εκπαιδευτηρίων της Κωνσταντινούπολης (όπως ο Τζοβάνι Αουρίσπα κ.ά.).
Η διάδοση των ελληνικών χειρογράφων σε όλη την Ευρώπη, η καθιέρωση της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας (από Έλληνες ή ντόπιους) στην Ισπανία, στη Γαλλία κ.ά., οι ιταλικοί πόλεμοι, τα ταξίδια των ουμανιστών (ο Ισπανός Μπίμπες δίδασκε και εργαζόταν στο Παρίσι, στη Λουβέν, στην Μπριζ και στην Οξφόρδη· ο Σκοτσέζος Μπιουκάναν δίδασκε στο Μπορντό· ο Γιάνους Πανονίους μετέφερε τα διδάγματα του Γκουαρίνο ντα Βερόνα στην Ουγγαρία κ.ά.) και η διδασκαλία ή μαθητεία τους σε ξένα εκπαιδευτικά και ουμανιστικά κέντρα, η φιλοδοξία ή και ματαιοδοξία των διάφορων ηγεμόνων να θεωρηθούν μαικήνες και λόγιοι, η αποδοχή της ουμανιστικής κίνησης από την επίσημη Εκκλησία, όλα αυτά συνετέλεσαν στη διάδοση και στην αναγνώριση του ο. στις αρχές του 16ου αι. σε ολόκληρη την Ευρώπη και στην ανάδειξη μιας κοινής πολιτιστικής συνείδησης για όλους ανεξαιρέτως τους ζηλωτές της κλασικής παιδείας. Παρ’ όλα αυτά, διακρίνονται μερικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στον ιταλικό ο., που υπήρξε περισσότερο αισθητικός, φιλολογικός και φιλοσοφικός, από τον ο. των άλλων ευρωπαϊκών κρατών, που είχε περισσότερο ηθικό (morale) και θεολογικό χαρακτήρα. Βασικό ρόλο στη διαμόρφωση του πανευρωπαϊκού ο. του 16ου και κυρίως του 17ου αι. έπαιξαν οι Ιησουίτες ουμανιστές.
Την ανάπτυξη του ο. στη Γαλλία υποβοήθησε η ίδρυση του Collège de France (Κολέγιο της Γαλλίας, 1530) από τον Ιανό Λάσκαρη, ύστερα από πρόταση του βασιλιά Φραγκίσκου Α’, η καθιέρωση της διδασκαλίας της ελληνικής (τη δίδαξαν και Έλληνες, όπως ο Σπαρτιάτης Γεώργιος Ερμώνυμος) και οι συχνές επαφές των Γάλλων με την Ιταλία, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των ιταλικών πολέμων (από το 1494 και μετά). Οι κυριότεροι εκπρόσωποι του γαλλικού ο. υπήρξαν ο Γκιγιόμ Φισέ, ο Ρομπέρ Γκαγκέν και κυρίως ο Ζακ Λεφέβρ ντ’ Ετάπλ, προερχόμενος από τη φλωρεντινή νεοπλατωνική Ακαδημία, ο οποίος καθιέρωσε μια νέα θρησκευτική πνευματικότητα στηριγμένη στα διδάγματα του νεοπλατωνισμού, και ο Γκιγιόμ Μπιντέ, ο μεγαλύτερος Γάλλος ουμανιστής, νομικός, φιλόλογος και ελληνιστής της εποχής του, μετά τον Ντ’ Ετάπλ. Η διάδοση των πολιτικών ιδεωδών του Νικολό Μακιαβέλι (βλ. λ.) και του Φραντσέσκο Γκουιτσιαρντίνι (βλ. λ.) στη Γαλλία, καθώς επίσης τα κηρύγματα των άλλων Ιταλών θιασωτών της εθνικής ενότητας, εκδηλώθηκαν στο έργο του Γάλλου χρονικογράφου Φιλίπ ντε Κομίν (Απομνημονεύματα, άρχισαν να συντάσσονται το 1490), που ξεπερνούσε πια τον μεσαιωνικό τύπο της ιστοριογραφίας. Η Μαργαρίτα της Ανγκουλέμ, βασίλισσα στο ισπανικό βασίλειο της Ναβάρα (1527-49), ενσάρκωσε τον τύπο του ουμανιστή ηγεμόνα. Το καθαυτό φιλολογικό είδος του ο., το σονέτο και η τερτσίνα (καθώς και η τάση της σύνταξης επιγραμματικών στίχων), μεταφυτεύτηκε στη γαλλική ποίηση της εποχής, οι διαπρεπέστεροι εκπρόσωποι της οποίας ήταν ο Κλεμάν Μαρό, ο Ζαν-Αντουάν ντε Μπεφ και λίγο αργότερα ο Ζοασέν Ντι Μπελέ και η ομάδα της Πλειάδας του Πιερ ντε Ρονσάρ (βλ. λ. Πλειάδα· Ρονσάρ, Πιερ ντε-).
Στον ιταλικό και στον γαλλικό ο. μαθήτευσαν οι πρώτοι Γερμανοί ουμανιστές, από τους οποίους οι σπουδαιότεροι ήταν ο Γιοχάνες Ρόιχλιν (βλ. λ.), ο οποίος εξελλήνισε το επώνυμό του σε Καπνίων, καθώς ήταν εξαιρετικός γνώστης της ελληνικής γλώσσας (αλλά και της εβραϊκής), ο Γιοχάνες Μίλερ (ο επονομαζόμενος Ρετζιομοντάνο), ελληνομαθής, μαθηματικός, φυσικός και αστρονόμος, και ο Μελάγχθων (βλ. λ.).
Ο αγγλικός ο. αναπτύχθηκε κάπως καθυστερημένα (τις τελευταίες δεκαετίες του 16ου αι.) εξαιτίας της παραδοσιακής προσκόλλησης των Άγγλων στις μεσαιωνικές μορφές και του αγγλικού πουριτανισμού, που ήταν αντίθετος στην αναγεννησιακή ελευθεριότητα. Ανάμεσα στους πρώτους Άγγλους ουμανιστές εξέχουσα θέση κατέχουν ο Τόμας Λινέικρ (βλ. λ.), ο Γουίλιαμ Γκρόουσιν, ο Τζον Κόλετ, ελληνιστής και δάσκαλος του Εράσμου, και κυρίως ο Τόμας Μουρ (βλ. λ.), νομομαθής, πολιτικός, φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, του οποίου το περίφημο έργο Ουτοπία (1516) μπορεί να συγκριθεί με το Μωρίας Εγκώμιον (1509) του Εράσμου.
Καθυστέρηση σημείωσε και η ανάπτυξη του ισπανικού ο., ο οποίος εμφανίστηκε κυρίως μετά το 1540 και είχε αντικείμενο μελέτης περισσότερο θεολογικά παρά κλασικά κείμενα, μια και η επιρροή της Εκκλησίας ήταν πολύ έντονη και ασφυκτική στην Ιβηρική χερσόνησο. Η διδασκαλία της ελληνικής στην Ισπανία γνώρισε την πρώτη της άνθηση στα χρόνια του λόγιου καρδινάλιου Χιμένεθ δε Θιζνέρου και της εργασίας του Κρητικού φιλόλογου Δημήτριου Δούκα στο πανεπιστήμιο της Αλκαλά δε Ενάρες. Μαθητές ή συνεχιστές του Δούκα ήταν ο Αντόνιο ντε Νεμπρίχα, ο Χουάν Μποσκάν ι Αλμογκαβέρ και άλλοι ελληνιστές των πανεπιστημίων του Αλκαλά δε Ενάρες και της Σαλαμάνκα. Στη χορεία των Ισπανών ουμανιστών εξέχουσα θέση κατέχουν ο Γκαρθιλάσο ντε λα Βέγκα, ο Φερνάντο ντε Ερέρα κ.ά. (βλ. λ. Γκαρθιλάσο ντε λα Βέγκα· Ερέρα, Φερνάντο ντε-).
Στην πορτογαλική ουμανιστική κίνηση διέπρεψαν οι ποιητές και μυθιστοριογράφοι ιπποτικών έργων Μπερναντίμ Ριμπέιρο, Ζοακίμ Οζόριου, Σα ντε Μιράντα, Αντόνιο Φερέιρα και ο λαϊκός θεατρικός συγγραφέας Ζιλ Βισέντε (βλ. λ.).Ο Πετράρχης, πρωτοπόρος του ουμανισμού και κορυφαίος λυρικός της ιταλικής λογοτεχνίας.Κώδικας του 15ου αι., με κείμενο του Κολούτσιο Σαλουτάτι, ο οποίος θεωρείται «πατέρας του φλωρεντινού ουμανισμού» (Βιβλιοθήκη Καζανατένζε, Ρώμη).Ο Ιταλός ουμανιστής Τζάκοπο Σανατσάρο, που έδρασε κυρίως στη Νάπολη, σε προσωπογραφία του Ιταλού ζωγράφου Πάολο ντε Αγκοστίνι (Πινακοθήκη Νέας Ορλεάνης).Η απαρχή της διάδοσης των ελληνικών σπουδών στην Ιταλία συνδέεται με τον λόγιο ουμανιστή Μανουήλ Χρυσολωρά.Στην ανάπτυξη του ουμανισμού συνετέλεσε και η εφεύρεση της τυπογραφίας τον 15ο αι.· στη φωτογραφία, δύο σελίδες από έκδοση του Άλδου Μανούτιου, τυπωμένη στη Βενετία το 1505.

    Ο νεότερος ουμανισμός. Στον 17ο αι. τη σκυτάλη των ουμανιστικών σπουδών κράτησαν σταθερά οι Ιησουίτες, οι οποίοι συγκρότησαν τις σπουδαιότερες νέες βιβλιοθήκες ελληνικών και λατινικών χειρογράφων. Μετά τη Γαλλική επανάσταση, όμως, ο ο. άλλαξε χαρακτήρα: απέβαλε το θρησκευτικό ένδυμα του αναγεννησιακού ο. και διάλεξε τον δρόμο προς τον αγνωστικισμό και τον αθεϊσμό. Τον 19ο αι. ο θετικιστής Ογκίστ Κοντ (βλ. λ.) υπερασπίστηκε ένα νέο είδος ο., ο οποίος αναζητούσε μια περισσότερο προνομιακή θέση για τον άνθρωπο μέσα στο σύμπαν και ανύψωνε τον αλτρουισμό και τη θρησκεία της ανθρωπότητας στη θέση της λατρείας του θεού. Ο αρχαίος Έλληνας σοφιστής Πρωταγόρας, με την αρχή του, «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», έγινε ο προσφιλής φιλόσοφος των νέων ατομικιστών ουμανιστών. Στα τέλη του 19ου αι. ο Άγγλος φιλόσοφος Φέρντιναντ Σίλερ (βλ. λ.) διερμήνευσε τον πραγματισμό του Γουίλιαμ Τζέιμς (βλ. λ.) με ένα πνεύμα πρωταγορικό: κάθε κοσμοθεωρία πρέπει να κρίνεται με βάση την πραγματική ζωή του ανθρώπου, του οποίου η σοφία πρέπει να υποτάσσεται στην ανθρώπινη φύση και στις βασικές της ανάγκες. Η εξέλιξη αυτή στην ανθρωποκεντρική εξέλιξη των ιδεών του ο. κατέληξε στον φυσιοκρατικό ο. του Γερμανού φιλόσοφου Λούντβιχ Φόιερμπαχ (βλ. λ.), του οποίου η ουμανιστική θέση μπορεί να συνοψιστεί στο ότι δεν είναι ο θεός που δημιούργησε τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος που δημιούργησε τον θεό. Έτσι, ο άνθρωπος θα πρέπει να κατακτήσει ξανά την ύπαρξή του, η οποία αποξενώνεται με τη λατρεία του θείου και την αντίληψη που καθιέρωσαν οι θρησκείες των λαών. Από τις θεωρίες του Φόιερμπαχ επηρεάστηκε βαθιά ο Καρλ Μαρξ (βλ. λ.), ο οποίος με τον ορισμό του, «ο άνθρωπος είναι το ανώτατο αγαθό για τον άνθρωπο» (1844), διατύπωσε έναν από τους επιτυχέστερους λακωνικούς χαρακτηρισμούς του αιώνιου ο. Οι απόψεις αυτές του Μαρξ ελάχιστα τροποποιήθηκαν στο μνημειώδες έργο του, Το κεφάλαιο (Das Kapital, 1867), όπου διακήρυξε ότι ο κομουνισμός θα πετύχει την πλήρη και ελεύθερη ανάπτυξη του ατόμου. 
Μια προσπάθεια για την ανεύρεση νέων ηθικών βάσεων για τη στήριξη του νέου, ανανεωμένου ο., ανέλαβαν μερικά από τα πιο ανήσυχα πνεύματα της εποχής αυτής, που εκπροσωπούν σχεδόν όλα τα φιλοσοφικά ρεύματα του 20ού αι.: ο Πολ Βαλερί, ο Αντρέ Μαλρό, ο Καρλ Γιάσπερς, ο Χοσέ Ορτέγκα ι Γκασέτ, ο Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, ο Ζορζ Μπερνανός, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο Αντρέ Μπρετόν, ο Ανρί ντε Μοντερλάν, ο Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί, ο Αλμπέρ Καμί, ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, η Σιμόν ντε Μποβουάρ, ο Γκαμπριέλ Μαρσέλ, ο Εμανουέλ Μουνιέ, ο Γκεόργκι Λούκατς, ο Ανρί Λεφέβρ, ο Φρεντερίκ Ζολιό-Κιουρί, ο Γκαστόν Μπασελάρ, ο Ρόμπερτ Οπενχάιμερ κ.ά. (βλ. αντίστοιχα λήμματα).
Οι υπερρεαλιστές του Μεσοπολέμου αναζήτησαν στην ποιητική δημιουργία τη θεμελίωση του νέου ο. Η λύση ωστόσο αυτή παρέμεινε για τους περισσότερους μια διέξοδος καθαρά ατομική, επειδή η λύτρωση επέρχεται μόνο στους ποιητές (δηλαδή στους δημιουργούς) και γίνεται έτσι προνομιακή προσφορά. Το πρόβλημα δηλαδή εντοπίστηκε στην προσπάθεια των ουμανιστών φιλοσόφων και διανοητών να βρουν αντικαταστάτες στις αξίες που κυριάρχησαν στην ανθρώπινη συμπεριφορά σε όλη τη μακρά περίοδο του νεότερου πολιτισμού. Την ανατροπή και τη ριζική διαφοροποίηση των αξιών εξήρε, με τον χαρακτηριστικό έντονο τρόπο του, ο Φρίντριχ Νίτσε (βλ. λ.) ήδη από τον 19ο αι., ενώ στον 20ό ο Αντρέ Ζιντ (βλ. λ.) εξέφρασε με ιδιαίτερα πανηγυρικό τρόπο την απαγκίστρωσή του από τα παλιά ιδεώδη. Η στάση αυτή ενέπνευσε τη λογοτεχνική τάση της νέας χαράς (Γκιγιόμ Απολινέρ, Βαλερί Λαρμπό, Ζαν Κοκτό, Ζαν Ζιροντού κ.ά.). Ωστόσο, ήδη από τις παραμονές του Α’ Παγκόσμιου πόλεμου έγινε μια προσπάθεια σοβαρής κριτικής της τάσης αυτής, από τον Βαλερί, τον Μαλρό και τον Γιάσπερς. Η κίνηση αυτή συνοδεύτηκε από μια απαίτηση επιστροφής, η οποία υποστήριζε ότι η κρίση του πολιτισμού οφείλεται όχι στις παλιές αξίες, αλλά στην απώλειά τους. Για τις συνέπειες της απώλειας των θρησκευτικών αξιών μίλησε ήδη από το 1913 ο Ισπανός Μιγκέλ ντε Ουναμούνο στο γνωστό του έργο Για την τραγική αίσθηση της ζωής στους ανθρώπους και στους λαούς. Έξω από τον θεό δεν υπάρχει ο., υποστήριξε ο Μαξ Σελέρ, σύμφωνα με τον οποίο ο ο. πρέπει απαραίτητα να συνδεθεί με τη θρησκευτική αποκάλυψη και όχι με την αντικατάσταση των ανώτερων αξιών με τα ποικίλα κριτήρια της καθολικότητας και της ομόφωνης συγκατάθεσης. Η απαισιοδοξία ωστόσο για το μέλλον του ανθρώπου εξακολουθούσε και η διακήρυξη των ηθικών αξιών της παράδοσης δεν έπειθε για τα αίτια της ιστορικής αποτυχίας. 
Ο Ορτέγκα ι Γκασέτ υπογράμμισε με έντονα χρώματα την ανάδειξη του ανθρώπου-μάζα και την απώλεια της ατομικότητας. Οι απόψεις του αυτές, που διατυπώθηκαν στο έργο του Η ανταρσία των μαζών (1929), προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση στους διανοουμένους που αντιδρούσαν στον νέο πολιτισμό της μηχανής. Ανάμεσα σε εκείνους που υπογράμμισαν τους κινδύνους από τα νέα αυτά σύμβολα (της ειδικότητας, της επιστημοσύνης κ.ά.) ήταν ο Ζορζ Μπερνανός στο έργο του Η Γαλλία εναντίον των ρομπότ (1947), ο Γουίλιαμ Φόκνερ στις ΗΠΑ κ.ά. 
Μία από τις δυσάρεστες για τον ουμανιστικό πολιτισμό συνέπειες της κατανομής των τεχνικών μεθόδων, της τυποποίησης και της ομοιομορφίας, που επιβάλλεται από τα συλλογικά συνθήματα είναι ο λεγόμενος παιδισμός (puerilisme), ο οποίος είναι ξένος προς το αναγκαίο και γνήσιο παιγνίδισμα. Τον κίνδυνο αυτόν επισημαίνει ο διακεκριμένος Ολλανδός ουμανιστής και γνωστός βιογράφος του Εράσμου, Γιόχαν Χέιζινγκα, στο έργο του Ο παίζων άνθρωπος (1951). Στο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε από την κατάρρευση των αξιών και την αποτυχία του ποιητικού ο., προτάθηκε ο ηρωικός ο. (Μαλρό, Καμί, Σεντ-Εξιπερί, Μοντερλάν), μια παραλλαγή του οποίου αντιπροσώπευαν στην ελληνική λογοτεχνία τόσο ο Κωνσταντίνος Καβάφης, με τον απελπισμένο ήρωα, όσο και –κυρίως– ο Νίκος Καζαντζάκης. Οπωσδήποτε, ο ηρωικός ο. έδωσε διέξοδο σε ατομικά προβλήματα ανθρωπισμού, αλλά δεν προσφέρει την ομαδική απολύτρωση. Έτσι, έγινε ένα είδος αριστοκρατικού ο., τον οποίο φιλοδόξησε να συμπληρώσει ο υπαρξισμός (βλ. λ.) ιδιαίτερα αυτός του Μάρτιν Χάιντεγκερ και του Ζαν-Πολ Σαρτρ. Η διαφορά του ηρωικού από τον υπαρξιστικό ο. δεν αναφέρεται τόσο στις εμπειρίες ή στις προβαλλόμενες αξίες όσο στο ότι στον πρώτο τον τόνο δίνει ο συγγραφέας, ενώ στον δεύτερο ο φιλόσοφος. 
Ο υπαρξισμός άσκησε μεγάλη επιρροή, κυρίως μέσω της εκλαϊκευτικής τάσης του Σαρτρ και των οπαδών του. Δεν κατόρθωσε ωστόσο ούτε αυτός να καθιερώσει και να θεμελιώσει με ακρίβεια κανόνες της ζωής του ανθρώπου· έδωσε περισσότερο τη μορφή ενός φιλοσοφικού, παρά ηθικού συστήματος. Ο Σαρτρ, στο έργο του Ο υπαρξισμός είναι ουμανισμός, διατείνεται ότι ο υπαρξισμός, μέσα στην ανθρώπινη ελευθερία, μένει η μοναδική πηγή της αλήθειας και των πραγματικών αξιών. Στον ο. αυτόν ήρθε να αντιταχθεί, με νέα επιχειρήματα, ο χριστιανικός ο. μερικών φιλοσόφων, όπως του Ντε Λιμπάκ, του Ζακ Μαριτέν, του Μορίς Μπλοντέλ (στο περίφημο έργο του Η δράση, 1893). Εναντίον του υπαρξισμού εκφράστηκαν και ορισμένοι άλλοι σύγχρονοι φιλόσοφοι (Μισέλ Φουκό, Ζιλ Ντελέζ), που επιχείρησαν να καταδείξουν τις ασυνέπειες της θεωρίας του θανάτου του θεού. Αν ο θεός πέθανε, ισχυρίζονται, τότε πέθανε επίσης και ο άνθρωπος μαζί του. Ωστόσο, στα θετικά στοιχεία του υπαρξισμού (κυρίως στην πίστη στην ελευθερία του ανθρώπου), είχαν την αφετηρία τους ορισμένες νέες απόψεις, τις οποίες χαρακτήριζε η ηθικολογική έμπνευση. Σύμφωνα με τον Καρλ Γιάσπερς, ο άνθρωπος είναι κάτι περισσότερο απ’ ό,τι μπορεί να γνωρίζει για τον εαυτό του. Η σωτηρία βρίσκεται στο να είναι κανείς ο εαυτός του (être-soi), δηλαδή στην προβολή του προσώπου (περσοναλισμός). Από τις θέσεις αυτές ξεπήδησε (χάρη στον Μουνιέ), η μορφή μιας δυναμικής θεωρίας, μιας ηθικής τόσο απλής και γενικής ώστε να μπορεί να συμπεριλάβει πολλές συνειδήσεις, αλλά και αρκετά συγκεκριμένης ώστε να είναι εφαρμόσιμη στον κοινωνικό τομέα. Στον υπαρξιστικό και περσοναλιστικό ο. αντιτάχτηκε, με πειστικά επιχειρήματα, ο μαρξιστικός ο., ο οποίος ήταν γέννημα της σκέψης του Μαρξ, αλλά προβλήθηκε και από τους νεότερους φιλοσόφους, Λούκατς και Λεφέβρ. Ο μαρξιστικός ο. αναζήτησε στην επιστήμη τους συμμάχους για τη λύτρωση του ανθρώπου (επιστημονικός ο.). Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η επιστήμη, από τη φύση της ευεργετική για τον άνθρωπο και αποφασιστικός παράγοντας πολιτισμού, ταυτίζεται με την ίδια την πρόοδο σύμφωνα με την πεποίθηση των οπαδών της. Το θέμα αυτό ανέπτυξε πειστικά ο κορυφαίος επιστήμονας Ζαν Φρεντερίκ Ζολιό-Κιουρί και με μεγάλη αισιοδοξία ο Γκαστόν Μπασελάρ, ο οποίος προέβαλε τον ευρύ και δεκτικό τροποποιήσεων ορθολογισμό. 
Πάντως, όσον αφορά την επιστημονική πρόοδο και τον ορθολογισμό, μετά τις ατομικές βόμβες του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, τον μεταπολεμικό Ψυχρό Πόλεμο και, κυρίως, τη δραματική υποβάθμιση του περιβάλλοντος από τα προϊόντα της τεχνικής και βιομηχανικής ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια, δημιουργήθηκαν σοβαρές ανησυχίες. Έτσι γεννήθηκε η τάση επικράτησης της φρόνησης και της αυτοσυγκράτησης όσον αφορά τις προόδους της επιστήμης. Την τάση αυτή εξέφρασε πειστικά η φωνή του διασημότερου εκπροσώπου της πυρηνικής φυσικής, του Ρόμπερτ Οπενχάιμερ (βλ. λ.), ο οποίος μάλιστα κατηγορήθηκε για ιδεαλισμό. Ωστόσο, άλλοι διανοητές και επιστήμονες (Τζον Μπράουν, Μίνερ) θεώρησαν τις απόψεις αυτές ως έκφραση ανησυχιών κοινών σε πάρα πολλούς ανθρώπους ανά τον κόσμο, οι οποίες χρειάζεται να συνυπολογιστούν με τα οφέλη της ακάθεκτης επιστημονικής προόδου και να υπερισχύσει ως μόνο μέτρο η απόλυτη αξία του ο., ο άνθρωπος. Τις τελευταίες δεκαετίες ο. θεωρίες έχουν διατυπωθεί και από την πλευρά των οικολόγων και περιβαλλοντιστών, αλλά και σε αυτούς προέχει η συσχέτιση της επιστήμης και τεχνικής με τον άνθρωπο (αυτή τη φορά από αρνητική άποψη).Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, θεωρητικός του υπαρξισμού.Το έργο του Γερμανού φιλοσόφου Φρίντριχ Νίτσε εμφανίζεται σήμερα ως μία από τις υψηλότερες και πιο ανησυχητικές μαρτυρίες για την κρίση των αξιών από την οποία δοκιμάστηκε η κοινωνία και ο πολιτισμός της Ευρώπης, από τα τέλη του 19ου αι. και ύστερα.
    Read 2991 times

    More in this category: « Ουλώ Ουμβέρτος »

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.