Παρασκευή, 02 Μαρτίου 2012 01:49

    Όθων Α'

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    Όθων Α’ (Otto Friedrich Ludwig, Σάλτσμπουργκ, Αυστρία 1815 – Μπάμπεργκ, Βαυαρία 1867). Βασιλιάς της Ελλάδας (1833-62), ο πρώτος μονάρχης του νεότερου ελληνικού κράτους. 
Ήταν ο δευτερότοκος γιος του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α’ και της Θηρεσίας, κόρης του δούκα του Σαξ-Άλτενμπουργκ. Του προσφέρθηκε το ελληνικό στέμμα σε ηλικία 17 ετών, με τη σύμβαση του Λονδίνου (Απρίλιος 1832), η οποία ασχολήθηκε με το θέμα της μορφής του πολιτεύματος, αλλά και του προσώπου που θα αναλάμβανε την ηγεσία στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Η σύμβαση προέκυψε μετά από διαβουλεύσεις των εκπροσώπων τριών προστάτιδων δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία) με τη συμμετοχή εκπροσώπου της Βαυαρίας. Ύστερα από την επικύρωση της εκλογής του από την Εθνοσυνέλευση στην Πρόνοια του Ναυπλίου, ο Ό. ήρθε στην Ελλάδα και αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο, στις 25 Ιανουαρίου 1833.
Η βασιλεία του Ό., η οποία διήρκεσε τρεις δεκαετίες, διαιρείται σχηματικά σε δύο περιόδους: της απόλυτης μοναρχίας και της συνταγματικής μοναρχίας. Έως την ενηλικίωσή του, η οποία ορίστηκε από τις προστάτιδες δυνάμεις, με το πρωτόκολλο του Λονδίνου, για τις 20 Μαΐου 1835 (όταν δηλαδή θα έκλεινε τα 20 χρόνια του), η εξουσία ασκήθηκε –χωρίς σύνταγμα– από τριμελή επιτροπή Αντιβασιλείας την οποία αποτελούσαν ο κόμης Γιόζεφ Λούντβιχ Άρμανσπεργκ, ο καθηγητής Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ και ο υποστράτηγος Καρλ Βίλχελμ φον Χάιντεκ, όλοι τους Βαυαροί· υπήρχαν επίσης και δύο πάρεδρα μέλη, οι Άμπελ και Γκρένερ.
Η πολιτική της Αντιβασιλείας, της οποίας κυρίαρχη μορφή ήταν ο Άρμανσπεργκ, ο οποίος έλαβε και τον τίτλο του αρχικαγκελάριου, παρότι σημείωσε ορισμένα επιτεύγματα στους τομείς της διοίκησης, της δικαιοσύνης και της παιδείας, από γενικότερη άποψη αποδείχτηκε αρνητική, γιατί στάθηκε ξένη προς την ελληνική ψυχολογία και νοοτροπία και ο αυταρχισμός της την έφερε σύντομα σε αντίθεση με το δημόσιο αίσθημα. Το αντιβαυαρικό αίσθημα εντάθηκε το 1834, όταν διατάχτηκε η δικαστική δίωξη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων οπλαρχηγών της Ελληνικής Επανάστασης, με την κατηγορία ότι σχεδίαζαν ανατροπή της Αντιβασιλείας· ο Κολοκοτρώνης και άλλοι δύο καταδικάστηκαν σε θάνατο με δικαστική απόφαση, την οποία αρνήθηκαν να υπογράψουν οι δικαστές Γεώργιος Τερτσέτης και Αναστάσιος Πολυζωίδης, και τελικά οι οπλαρχηγοί απελευθερώθηκαν το 1835 με βασιλική χάρη.
Με την ενηλικίωσή του (20 Μαΐου 1835), η οποία δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες στον λαό, ο Ό. ανέλαβε προσωπικά την άσκηση της βασιλικής εξουσίας. Στο μεταξύ, από τα τέλη του 1834, η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους είχε μεταφερθεί στην Αθήνα. Την ίδια περίοδο ο Ό. επισκέφθηκε, μεταξύ άλλων, και τη Σμύρνη όπου έτυχε θερμής υποδοχής από το ελληνικό στοιχείο. Από τότε ο Ό. κατελήφθη από τη Μεγάλη Ιδέα, ενός τεράστιου εδαφικά ελληνικού κράτους (στα όρια της πάλαι ποτέ Βυζαντινής αυτοκρατορίας) στο οποίο θα ήταν ηγεμόνας· τον ανεδαφικό μεγαλοϊδεατισμό του τροφοδοτούσε ο έντονος ρομαντισμός του και το γενικότερο κλίμα της εποχής. Ο Ό. διατήρησε τον Άρμανσπεργκ στην πρωθυπουργική θέση και τον Απρίλιο του 1836 ταξίδεψε στη Γερμανία, όπου τον Νοέμβριο του ίδιου έτους παντρεύτηκε την Αμαλία, δούκισσα του Όλντενμπουργκ, χωρίς να ενημερώσει την ελληνική κυβέρνηση. Κατά την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Ό. έφερε μαζί του και τον νομομαθή Ίγκνατς φον Ρούντχαρτ, για να αντικαταστήσει στη θέση του πρωθυπουργού τον αγγλόφιλο Άρμανσπεργκ, ο οποίος είχε γίνει πλέον μισητός στον λαό, αλλά πιθανότατα και στον ίδιο τον βασιλιά. Η Αγγλία θίχτηκε από την κίνηση αυτή και, μέσω του πρεσβευτή της στην Ελλάδα Έντμουντ Λάιονς, άσκησε σφοδρή αντιπολίτευση στον θρόνο ενισχύοντας σε όλη τη χώρα ενέργειες που αποσκοπούσαν στην παραχώρηση συντάγματος. Ο Ρούντχαρτ σχημάτισε κυβέρνηση από Έλληνες πολιτικούς, αλλά, υπό την πίεση των δύσκολων προβλημάτων και κυρίως των δυσμενών έναντί του διαθέσεων των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων, οδηγήθηκε σύντομα σε φθορά και παύθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1837 από τον Ό., ο οποίος ανέλαβε προσωπικά την άσκηση της εξουσίας. Από τα μέτρα του Ρούντχαρτ, στο μικρό διάστημα της διακυβέρνησής του, αξιομνημόνευτα είναι η ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών (αρχικά με την ονομασία Οθωνικόν), η καθιέρωση της ελληνικής ως μόνης επίσημης γλώσσας, η συστηματοποίηση της φορολογίας και οι προσπάθειές του για την ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας.
Το 1841 ο Ό., επιδιώκοντας την πραγματοποίηση των εθνικών πόθων του ελληνισμού, υποστήριξε την αποτυχημένη επανάσταση των Χαιρέτηδων στην Κρήτη. Η στάση του αυτή τον έφερε σε διπλωματικό αδιέξοδο και σε δύσκολη θέση απέναντι στην Αγγλία και τότε αναγκάστηκε να αναθέσει την πρωθυπουργία στον αρχηγό του λεγόμενου Αγγλικού Κόμματος Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ο οποίος όμως παραιτήθηκε σύντομα, εξαιτίας των πολλών αυλικών παρεμβάσεων στο κυβερνητικό έργο. Για δεύτερη φορά, ο Ό. ανέλαβε προσωπικά την πρωθυπουργία.
Μέσα στο πολιτικό και ψυχολογικό κλίμα που δημιούργησαν οι αλλεπάλληλες αποτυχίες του Ό. και των Βαυαρών συμβούλων του στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική και η γενική κατακραυγή κατά της βαυαροκρατίας, ισχυροποιήθηκε το αίτημα για θέσπιση συντάγματος, το οποίο είχε εκφραστεί ήδη από την εποχή του Καποδίστρια, με συνέπεια να εκδηλωθεί στρατιωτικό κίνημα και να σημειωθεί εξέγερση στη φρουρά της Αθήνας, τη νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη του ιππικού Δημήτριου Καλλέργη. Ο Καλλέργης, με τη συνδρομή διαφόρων πολιτικών και αγωνιστών του 1821, ανάγκασε τον Ό. να υπογράψει διάταγμα για τη σύγκληση Εθνοσυνέλευσης με σκοπό τη σύνταξη Συντάγματος. Ταυτόχρονα ο Ό., υπό την πίεση των επαναστατών, διόρισε πρωθυπουργό τον Ανδρέα Μεταξά. Το Σύνταγμα που ψήφισε η Εθνοσυνέλευση του 1843, μοναρχικό στη βάση του, αφού διατηρούσε ακόμη και τον τίτλο «Ελέω Θεού Βασιλεύς των Ελλήνων» για τον μονάρχη, παραχωρούσε σημαντικές και διευρυμένες αρμοδιότητες στον βασιλιά, όπως την άσκηση νομοθετικού έργου, την ανάληψη της ηγεσίας των ενόπλων δυνάμεων, την κήρυξη πολέμου και τη σύναψη συμμαχιών, τον διορισμό των υπουργών και των δικαστών, το δικαίωμα προκήρυξης των εκλογών κ.ά. Ωστόσο, το Σύνταγμα δεν το σεβάστηκαν ούτε ο Ό. ούτε και οι πολιτικοί. Την ίδια περίοδο άρχισε και η έντονη ανάμειξη της βασίλισσας Αμαλίας στο πολιτικό παρασκήνιο του τόπου. 
Οι πρώτες εκλογές που διεξήχθησαν ύστερα από τη θέσπιση του Συντάγματος είχαν αποτέλεσμα τη συντριβή του Μαυροκορδάτου, τον οποίο διαδέχτηκε ο Ιωάννης Κωλέττης, που κυβέρνησε έως τον θάνατό του. 
Εκείνη την περίοδο ξέσπασαν δύο μεγάλες αναταραχές που δημιούργησαν πρόβλημα τόσο στην εξουσία του Ό. όσο και στην εξωτερική πολιτική της χώρας. Το 1847 ξέσπασαν τα λεγόμενα Μουσουρικά, όταν η αδέξια πολιτική αντιμετώπιση του πρεσβευτή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας Μουσούρου από τον Ό. προκάλεσε τόση ένταση ώστε λίγο έλειψε να προκληθεί ελληνοτουρκικός πόλεμος. Δύο χρόνια αργότερα σημειώθηκε το επεισόδιο Πατσίφικο, όταν θρησκόληπτοι και φανατικοί Αθηναίοι εισέβαλαν στην κατοικία του Εβραιοπορτογάλου διπλωμάτη Δαβίδ Πατσίφικο, ο οποίος είχε λάβει τη βρετανική υπηκοότητα, και τη λεηλάτησαν· το αποτέλεσμα ήταν να ενταθούν οι πιέσεις από την αγγλική κυβέρνηση και να εκτοξευτούν έντονες απειλές κατά της ελληνικής. Ακολούθησε ο αποκλεισμός του λιμανιού του Πειραιά από τους Βρετανούς (1850), που έληξε ύστερα από 42 μέρες (βλ. λ. Παρκερικά· Πατσίφικο, Δαβίδ). 
Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου (1854-56) ανάμεσα στη Ρωσία και στην Τουρκία, ο Ό., προσηλωμένος πάντα στη Μεγάλη Ιδέα, υποκίνησε και υποστήριξε απελευθερωτικά κινήματα των υπόδουλων Ελλήνων της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, ελπίζοντας ότι με τη ρωσόφιλη στάση του θα μπορούσε να συμβάλει στην πραγματοποίηση των εθνικών πόθων. Η πολιτική αυτή όμως ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα της Αγγλίας και της Γαλλίας, οι οποίες μεταστράφηκαν πια οριστικά εναντίον του, επιδιώκοντας την εκθρόνισή του. 
Η αποτυχία αυτή του Ό. πυροδότησε νέα έξαρση στην αντιδυναστική κίνηση. Οι νέοι πολιτικοί, έπειτα από την κρίση του Κριμαϊκού πολέμου, άρχισαν να θέτουν δυναστικό θέμα, έχοντας και την υποστήριξη της νεολαίας, η οποία θεωρούσε τον Ό. σύμβολο της εθνικής στασιμότητας. Το 1858 σημειώθηκε η τελευταία αναλαμπή της δημοτικότητας του Ό., ο οποίος, μαζί τη σύζυγό του, μερίμνησε για την αντιμετώπιση της χολέρας που έπληξε την Αθήνα. Την ίδια χρονιά γιορτάστηκαν με λαμπρότητα τα 25 χρόνια της βασιλείας. Όμως, τα συνεχιζόμενα λάθη του στον χειρισμό της εξωτερικής πολιτικής, η περιφρόνησή του προς τους δημοκρατικούς θεσμούς (όπως εκδηλώθηκε στις εκλογές του 1859 και του 1861) και η βία ενάντια στους αντιφρονούντες είχαν δημιουργήσει αγανάκτηση σε μερίδα του ελληνικού λαού και οι αντιδράσεις στην πρωτεύουσα λάμβαναν όλο και πιο οργανωμένο χαρακτήρα. Το 1861 πραγματοποιήθηκε αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας της βασίλισσας Αμαλίας και τον επόμενο χρόνο ο Ό., σε μια προσπάθεια να κερδίσει τις εντυπώσεις, αντικατέστησε στην πρωθυπουργία τον Δημήτρη Μιαούλη με τον λαοφιλή Κωνσταντίνο Κανάρη. Όμως, σύντομα ο βασιλιάς τον ανακάλεσε, καθώς δεν ήταν διατεθειμένος να περιορίσει τις αρμοδιότητές του, κάτι που αποτελούσε απαίτηση του Κανάρη. Η επόμενη κυβέρνηση, του Γενναίου Κολοκοτρώνη, παρά τις προσπάθειές της δεν κατάφερε να παίξει κατευναστικό ρόλο και στις αρχές του 1862 εκδηλώθηκε εξέγερση στο Ναύπλιο, η οποία ωστόσο τέθηκε σύντομα υπό έλεγχο. Όμως, δεν ήταν πια δυνατόν να αποφευχθεί μια γενικότερη εξέγερση. Τον Οκτώβριο του ίδιο χρόνου, ενώ το βασιλικό ζεύγος βρισκόταν σε περιοδεία στην Πελοπόννησο, ξέσπασε επανάσταση στη Βόνιτσα, η οποία επεκτάθηκε στο Μεσολόγγι, στο Αγρίνιο, στην Πάτρα, στο Αίγιο, στη Ναύπακτο, στην Κόρινθο, στα Μέγαρα και τελικά στην Αθήνα, με αποτέλεσμα την κατάλυση της βασιλικής κυβέρνησης χωρίς αντίσταση. 
Ο Ό. και η Αμαλία αποδέχτηκαν, επίσης χωρίς αντίσταση, τη νέα κατάσταση και εγκατέλειψαν την Ελλάδα στις 12 Οκτωβρίου 1862. Φαίνεται ότι και ο ίδιος ο Ό. είχε αντιληφθεί ότι ήταν τόσο ανεπιθύμητος ώστε δεν μπορούσε να υπάρξει άλλη ευκαιρία γι’ αυτόν, ενώ πιθανότατα είχε κουραστεί από τον αδιάκοπο πόλεμο εναντίον του από την Αγγλία και τη Γαλλία, αλλά και από τις συνεχείς εξεγέρσεις του λαού. Το έκπτωτο βασιλικό ζεύγος εγκαταστάθηκε αρχικά στο Μόναχο και έπειτα στο Μπάμπεργκ της Βαυαρίας, απ’ όπου ο Ό. συνέχισε να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα στη χώρα. Έχοντας εκ γενετής αδύναμη κράση, πέθανε σε ηλικία 52 ετών.
    Read 523 times

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.