Πέμπτη, 01 Μαρτίου 2012 15:46

    νεκρή φύση

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    νεκρή φύση (Τέχνη). Θεματολογία των εικαστικών τεχνών, που συνίσταται στην απεικόνιση άψυχων πραγμάτων (άνθη, καρποί, φαγητά, εργαλεία, αντικείμενα κ.ά.)· ο όρος αποτελεί απόδοση στη γλώσσα μας αντίστοιχων ξενικών (πρβλ. αγγλ. Still Life, γαλλ. Nature Morte). 
Τα πρώτα γνωστά δείγματα ν.φ. θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι αναπαραστάσεις που βρέθηκαν σε ταφικά μνημεία της αρχαίας Αιγύπτου. Οι απεικονίσεις των αντικειμένων σχετίζονταν άμεσα με τα ταφικά έθιμα που ήθελαν τον νεκρό να παίρνει μαζί του τα αντικείμενα που θα του χρησίμευαν στη μεταθανάτια ζωή. Ωστόσο, η δημιουργία έργων ν.φ., με τα τυπικά χαρακτηριστικά που διατηρούνται έως τη σύγχρονη εποχή, ανάγεται στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Αν και περιορίστηκε σε αμιγώς διακοσμητική τέχνη, είναι πολλά τα έργα που αποδεικνύουν το υψηλό της επίπεδο. Ενδεικτικά δείγματα ν.φ. αποτελούν το περίφημο ψηφιδωτό του ασάρωτου οίκου σε δάπεδο του ανακτόρου της Περγάμου (με την παράσταση των υπολειμμάτων ενός συμποσίου), οι νατουραλιστικές απεικονίσεις του δεύτερου πομπηιανού ρυθμού σε οικίες του Ηρακλείου (Herculaneum) και της Πομπηίας της Ιταλίας, όπως επίσης οι συμβολικές απεικονίσεις σε ψηφιδωτά δαπέδων ναών της παλαιοχριστιανικής περιόδου. Υπάρχουν πολλές φιλολογικές πηγές της αρχαιότητας (όπως ο Πλίνιος) που αναφέρουν ότι σημαντικοί καλλιτέχνες της αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής (μεταξύ άλλων, ο Ζεύξις και ο Παράσιος) ασχολήθηκαν με το είδος, επειδή η απεικόνιση άψυχων αντικειμένων απαιτούσε ιδιαίτερη επιδεξιότητα. 
Η ν.φ. επανεμφανίστηκε στους μεσαιωνικούς χρόνους σε μικρογραφίες από τη Γαλλία και τη Φλάνδρα, καθώς και σε έργα ζωγράφων όπως ο Τζιότο, ο Σιμόνε Μαρτίνι ή ο Ταντέο Γκάντι, επιβλήθηκε όμως μόλις τον 15ο αι. με τον Γιαν Βαν Άικ και τον Κόνραντ Βιτς. Η τάση αυτή δεν αφορούσε αποκλειστικά πίνακες με τέτοια θεματολογία, αλλά και τη χρήση αντικειμένων για την επίτευξη συγκεκριμένου αισθητικού αποτελέσματος σε παραστάσεις με έμψυχες μορφές. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η αμιγής ν.φ. εμφανίστηκε στη Βενετία στις αρχές του 16ου αι. Ένα από τα παλαιότερα δείγματα της περιόδου είναι ο πίνακας Πέρδικα και πανοπλία (1504, Παλαιά Πινακοθήκη Μονάχου) του Γιάκοπο ντε Μπάρμπαρι. Εξίσου σημαντική υπήρξε και η συμβολή του Καραβάτζιο στα τέλη του 16ου αι. και στις αρχές του επόμενου· γι’ αυτόν είχε την ίδια αξία «ένας καλός πίνακας με άνθη όσο ένας πίνακας με ανθρώπινες μορφές». Τον 17ο αι. η φλαμανδική σχολή υπήρξε υπεύθυνη για την πραγματική άνθηση του είδους, με το οποίο ασχολήθηκαν μεγάλοι ζωγράφοι, όπως ο Ρέμπραντ. Άλλοι σημαντικοί εκπρόσωποι του είδους ήταν οι Ισπανοί Φρανθίσκο ντε Θουρμπαράν και Ντιέγκο Βελάσκεθ, ο Ολλανδός Βίλεμ Καλφ και ο Γάλλος Ζαν Μπατίστ Σιμεόν Σαρντέν. Στα τέλη του 18ου αι. το έργο του Ισπανού Φρανθίσκο Γκόγια αποτέλεσε ίσως την τελευταία αναλαμπή της ν.φ.· ο νεοκλασικισμός και ο ρομαντισμός του 19ου αι. δεν ευνόησαν απεικονίσεις τέτοιου είδους. 
Ο ρεαλισμός του Γκιστάβ Κουρμπέ βοήθησε στην επαναφορά της ν.φ. στο προσκήνιο, όπως επίσης και το ενδιαφέρον των ιμπρεσιονιστών, παρά το γεγονός ότι κεντρικός στόχος των αναζητήσεών τους ήταν το τοπίο. Ο Μανέ, ο Μονέ και ο Ρενουάρ άφησαν ωραία δείγματα ν.φ.· κορυφαία δείγματα αποτελούν το κάνιστρο του Προγεύματος στο γρασίδι και κυρίως οι Πεόνιες του Μουσείου των Ιμπρεσιονιστών στο Παρίσι. Ο Σεζάν έδωσε δική του ερμηνεία στη ν.φ., η οποία αναπτύχθηκε αργότερα από τον φοβισμό και τον κυβισμό. Από τους καλλιτέχνες του 20ού αι., ο Ιταλός Τζόρτζιο Μοράντι υπήρξε πιθανότατα ο τελευταίος μεγάλος καλλιτέχνης που ερμήνευσε με εντελώς προσωπικό τρόπο αυτό το ζωγραφικό είδος. Πλέον, η ν.φ. αποτελεί αντικείμενο ειδικών αναζητήσεων από τους καλλιτέχνες, οι οποίοι και πειραματίζονται όσον αφορά τη μορφή των αντικειμένων.
    Read 286 times

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.