Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012 18:32

    λύκος

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    λύκος (Βοτ.). Κοινή ονομασία των δικοτυλήδονων φυτών του γένους Orobanche, της οικογένειας των οροβαγχιδών. Το γένος αυτό περιλαμβάνει περίπου 150 είδη σαρκωδών φυτών χωρίς χλωροφύλλη, διαδεδομένα στις θερμές περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας, όπου αναπτύσσονται ως παράσιτα πάνω σε άλλα φυτά, αυτοφυή ή καλλιεργούμενα. Όταν βρεθούν κοντά σε φυτά επιδεκτικά παρασιτισμού, προσκολλώνται στις ρίζες τους με μυζητήρες και απορροφούν θρεπτικές ουσίες, εμποδίζοντας έτσι την ανάπτυξή τους. Ανάλογα με τον κύκλο ζωής του ξενιστή τους, αναπτύσσονται ως μονοετή ή πολυετή. Έχουν χαμηλό, απλό ή διακλαδισμένο, σαρκώδη, κίτρινο, κοκκινωπό ή λευκοϊώδη βλαστό και μικρά λεπιοειδή φύλλα ίδιου χρώματος· κάτω από το έδαφος αναπτύσσουν ένα διογκωμένο τμήμα, από το οποίο εκφύονται οι μυζητήρες που προσκολλώνται στις ρίζες του φυτού-ξενιστή. Το ανθοφόρο στέλεχος του φυτού φέρει στην κορυφή έναν στάχυ ή βότρυ από κυανά, κιτρινωπά, κόκκινα ή λευκά άνθη, με σωληνοειδή, κυρτή στεφάνη, χωρισμένη σε πέντε ανόμοιους λοβούς. Ο καρπός είναι κάψα με πολυάριθμα μικροσκοπικά σπέρματα, τα οποία μπορούν να διατηρήσουν στο έδαφος τη βλαστική τους δύναμη επί 10-15 χρόνια. 
Οι λ. παρασιτούν σε διάφορα λαχανικά όπως η ντομάτα, στον καπνό, στο βαμβάκι, στην κάνναβη, σε καλλιέργειες τριφυλλιού, μηδικής, φακής και κυρίως στα κουκιά, τα οποία λυμαίνονται, προκαλώντας σε πολλές περιπτώσεις ολοκληρωτική καταστροφή.
Στην Ελλάδα συναντώνται περίπου 20 είδη λ., γνωστά επίσης με την κοινή ονομασία λυκόχορτα, όπως τα Orobanche alba, Orobanche purpurea, Orobanche major, Orobanche lavandulacea κ.ά.
    Read 609 times

    More in this category: « Λυκόστομο λύκος »

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.