Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012 06:40

    ξυλογλυπτική

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    ξυλογλυπτική (Τέχνη-Λαογρ.). Η τέχνη της απεικόνισης πάνω σε ξύλο διαφόρων μορφών ή καλλιτεχνικών σχεδίων. Αποτελεί μία από τις αρχαιότερες και περισσότερο διαδεδομένες τέχνες σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι αρχαίοι ανέπτυξαν την ξ. όχι μόνο για διακοσμητικούς λόγους αλλά και για να ικανοποιήσουν τις θρησκευτικές και καθημερινές ανάγκες τους, αφού ανάμεσα στα έργα τους συμπεριλαμβάνονταν και απεικονίσεις θεϊκών μορφών, καθώς και ξύλινα αντικείμενα οικιακής χρήσης. Στην τέχνη της ξ. διακρίθηκαν από πολύ νωρίς οι Αιγύπτιοι, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα θαυμάσια ευρήματα, όπως οι γλυπτοί ξυλοπίνακες της Σακκάρα, στην Αίγυπτο. Στην Κίνα, εμφανίστηκε για πρώτη φορά την εποχή των Ουέι και των Σονγκ (1ος αι. π.Χ.). 
Τα ξόανα (βλ. λ. ξόανο) ήταν η πρώτη μορφή ξ. των αρχαίων Ελλήνων, τα οποία όμως εξαιτίας της επικράτησης της μαρμαρογλυπτικής δεν παρουσίασαν σημαντική εξέλιξη. Αντίθετα, η τέχνη αυτή καλλιεργήθηκε σε σημαντικό βαθμό στους ανατολικούς λαούς (Ινδοί, Ιάπωνες, Άραβες κ.ά.). Στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα στη Γαλλία, η ξ. εμφανίστηκε κατά τη ρομανική και γοτθική εποχή. Οι Ισπανοί, παράλληλα με τη ρομανική γλυπτική της Καταλανίας, ειδικεύτηκαν στην κατασκευή αγαλμάτων από πολύχρωμο ξύλο. Στη βυζαντινή εποχή και αργότερα, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, η ξ. σημείωσε μεγάλη ανάπτυξη. Την ίδια περίοδο φιλοτεχνήθηκαν, κυρίως από μοναχούς καλλιτέχνες, σημαντικά έργα, όπως εικόνες, εικονοστάσια, άμβωνες, στασίδια κ.ά. Σήμερα, χωρίς να έχουν εξαφανιστεί εντελώς οι αξιόλογοι καλλιτέχνες, η ξ. είναι κυρίως μηχανοποιημένη.

    Νεοελληνική ξυλογλυπτική. Η ξ. είναι από τις χαρακτηριστικότερες μορφές της ελληνικής λαϊκής τέχνης. Και μολονότι στην Ελλάδα δεν λειτούργησε ποτέ σχολή ξ., λόγοι γεωφυσικοί, οικονομικοί και άλλοι –όπως συνέβη και με άλλους κλάδους της λαϊκής καλλιτεχνικής δημιουργίας– συνετέλεσαν στην εμφάνιση κέντρων με τεχνίτες αυτοδίδακτους, αλλά τόσο εξειδικευμένους, ώστε να είναι περιζήτητοι ακόμα και έξω από τα σύνορα του τόπου τους. Έτσι, περίφημοι ήταν οι ταγιαδόροι της Ηπείρου, οι οποίοι σκάλισαν τα περισσότερα από τα ξυλόγλυπτα του 18ου και 19ου αι.
Ορισμένες φορές, παλαιά συμφωνητικά ή εγχάρακτες επιγραφές, ιδιαίτερα στα τέμπλα, φωτίζουν επώνυμες καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες, όπως των Κρητικών Μαγκανάρη και Κομνενάκη, οι οποίοι δούλεψαν στη Ζάκυνθο, των βοηθών του τελευταίου, Παναγιώτη από τον Γαλατά και Λυγίζο από την Κύπρο, ή του Αναστάση του Μετσοβίτη, ο οποίος σκάλισε το περίφημο τέμπλο του Γαλαξιδίου. Οι λίγες όμως αυτές εξαιρέσεις δεν αρκούν για να διαλύσουν την ανωνυμία που γενικά σκεπάζει τους τεχνίτες της λαϊκής ξ. του 18ου και 19ου αι.
Οι γλύπτες του ξύλου ήταν πλανόδιοι τεχνίτες που περιόδευαν στην Ελλάδα και φιλοτεχνούσαν τον ξυλόγλυπτο εξοπλισμό των οικοδομών, μεταφέροντας παντού τις ίδιες αντιλήψεις τεχνοτροπίας και αισθητικής· γι’ αυτό τα έργα της ξ. παρουσιάζουν ομοιογένεια ύφους και μορφής σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο.
Η νεοελληνική ξ., ανάλογα με τη χρήση και τον προορισμό των έργων της, διαιρείται σε τρεις κατηγορίες: στην ποιμενική ή χωρική, στην αστική και στην εκκλησιαστική. Από αυτές, η πρώτη παρέμεινε στα όρια της οικιακής χειροτεχνίας και περιλαμβάνει όλα τα ξύλινα και ξυλόγλυπτα αντικείμενα της υπαίθρου. Στη δεύτερη ανήκουν οι ξυλόγλυπτες επενδύσεις και τα λιγοστά ξύλινα έπιπλα του αστικού σπιτιού, ενώ στην τρίτη, που είναι η πιο ανεπτυγμένη και επηρεάζει αισθητά τις δύο προηγούμενες, περιλαμβάνεται ο ξυλόγλυπτος εξοπλισμός των εκκλησιών. Δύο μικρότερες και ειδικές κατηγορίες συνιστούν τα έργα της ναυτικής και της μοναστηριακής ξ.
Η αστική ξ. είναι κλάδος υποτελής της εξελιγμένης αρχιτεκτονικής –τόσο της ηπειρωτικής όσο και της νησιωτικής– και εμφανίζεται ως δικό της αναπόσπαστο, όχι μόνο διακοσμητικό, αλλά και λειτουργικό στοιχείο. Γι’ αυτό, τα χαρακτηριστικότερα έργα της διαμορφώθηκαν παράλληλα με την αρχιτεκτονική μορφή της αστικής οικοδομής και είναι κυρίως εντοιχισμένα λειτουργικά αρχιτεκτονικά μέλη, δηλαδή ταβάνια, θυρόφυλλα, μουσάντρες, νταλιακοί, ράφια, κιγκλιδώματα, τραβέρσες και κολόνες. Οι οροφές αυτές είναι στρωμένες κατά κανόνα με παράλληλες στενές σανίδες και διασταυρούμενες σκαλιστές αρμοκαλύπτρες· το κέντρο τους τονίζεται με έναν μεγάλο ομφαλό, τον ταμπλά νουφάλι ή κουμπέ, που είναι κοίλος, επίπεδος ή με ελαφριά προεξοχή, και συγκεντρώνει την πλουσιότερη και πυκνότερη ξυλογλυπτική διακόσμηση. Η διακόσμηση αυτή περιλαμβάνει συνήθως πολύπλοκα γραμμικά συμπλέγματα ανατολικής τεχνοτροπίας ή έκτυπα φυτικά μοτίβα, επηρεασμένα τις περισσότερες φορές από την ξ. των τέμπλων. Συχνά, ο διάκοσμος του ταμπλά είναι διάτρητος και δίχρωμος, ώστε να δίνει την εντύπωση της διαφάνειας. Στην ανάπτυξη της ξ. έδωσαν ώθηση και οι ιδιορρυθμίες που χαρακτηρίζουν τόσο τη βορειοελλαδική όσο και τη νησιωτική αρχιτεκτονική, οι εντοιχισμένες δηλαδή μουσάντρες και τα ξύλινα μέλη –κιγκλιδώματα, κολόνες και τραβέρσες– των σοφάδων. Λαμπρό δείγμα ξ. διακόσμησης μακεδονικού αρχοντικού αποτελεί ο κοζανίτικος οντάς του Μουσείου Μπενάκη.
Η ναυτική ξ. ασκήθηκε από τους παλιούς ναυπηγούς στους ταρσανάδες. Στα έργα της περιλαμβάνονται τα σκαλίσματα των σκαριών, μικρά ομοιώματα καραβιών και, κυρίως, τα ακρόπρωρα των παλαιών ιστιοφόρων, γνωστά με την κοινή ονομασία γοργόνες ή γοργόνεια (βλ. λ. γοργόνειο). Τα ακρόπρωρα ήταν άλλοτε μισές γυναικείες ή ανδρικές φιγούρες και άλλοτε ολόσωμες γυναίκες. Τα ανδρικά έχουν χαραγμένη την ονομασία του καραβιού –Μιαούλης, Σπέτσαι, Θεμιστοκλής–, ενώ τα γυναικεία έχουν κοινά χαρακτηριστικά: τα σώματα είναι ρωμαλέα, τα πόδια πατούν γερά σε ένα συμβατικό έδαφος, το βλέμμα έχει ένταση σαν να θέλει να διαπεράσει τον ορίζοντα, το κεφάλι λυγίζει πίσω, το στήθος προβάλλει εμπρός και τα φορέματα κολλούν επάνω στα καλοπλασμένα μέλη. Η πινακοθήκη του Γαλαξιδίου διατηρεί την πιο πλούσια συλλογή από ακρόπρωρα, κατάλοιπα της παλιάς γαλαξιδιώτικης ναυτιλίας.
Η ποιμενική ξ. παρέμεινε τέχνη οικιακή, που ασκήθηκε από τους ίδιους τους ποιμένες. Τα έργα της είναι κάθε είδους όργανα και σκεύη της αγροτικής ζωής, τα οποία η έμφυτη καλαισθησία και το μεράκι του ελληνικού λαού ύψωσε στην περιωπή της γνήσιας καλλιτεχνικής δημιουργίας. Τα τάσια, οι γκλίτσες, τα καλτσόξυλα, οι καρδάρες, οι πινακωτές και οι ρόκες είναι τα χαρακτηριστικότερα έργα της ποιμενικής ξ.
Από την γκλίτσα, σκαλιζόταν συνήθως το χερούλι και, σπανιότερα, ολόκληρο το ραβδί της. Τα τάσια δουλεύονταν στην εξωτερική τους επιφάνεια, ενώ η εσωτερική, για λόγους πρακτικής σκοπιμότητας, παρέμενε ακόσμητη και λεία. Στη διακόσμησή τους, όπως και στις γκλίτσες, περιλαμβάνονται όλα τα θέματα που εναποθέτουν στη μνήμη του βοσκού η φύση και η φαντασία: γυναικείες φιγούρες, δράκοντες, πουλιά, φίδια, λουλούδια και γοργόνες. Το καλτσόξυλο είναι μία ξύλινη βέργα, μήκους περίπου 30 εκ., που χρησίμευε για να διευκολύνει το πλέξιμο της κάλτσας, δίνοντας μήκος σε εκείνη που από τις πέντε κοντές βελόνες μάζευε τους πόντους. Ο κορμός του χωρίζεται σχεδόν σε δύο ίσα μέρη: στη βάση, που στηρίζεται στη ζώνη της πλέχτρας, και στο κεφάλι, όπου στερεώνεται η βελόνα. Η βάση άλλοτε αποτελείται από ένα επίπεδο ασκάλιστο και λείο ξύλο και άλλοτε σχηματίζει κορμί δράκοντα ή φιδιού. Το κεφάλι παριστάνει συνήθως ολόσωμες γυναικείες φιγούρες σε διάφορες παραλλαγές.
Η ρόκα ήταν το κυριότερο όργανο στη διαδικασία του γνεσίματος. Οι νεότερες ρόκες είναι απλές και περιορίζονται σε ένα απλό ραβδί με διχάλα στην άκρη, όπου στερεώνεται η τουλούπα του μαλλιού. Οι παλαιότερες όμως αποτελούν τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα της ποιμενικής ξ. Ο πιο συνηθισμένος τύπος είναι η ρόκα με αφτιά και μακρύ σαν μπαστούνι κορμό, που στηρίζεται στη μασχάλη· σε αυτές έχουν σκαλιστεί τα χαρακτηριστικότερα θέματα της ελληνικής λαϊκής τέχνης. Τα μοτίβα αυτά της ρόκας, επηρεαζόμενα τόσο από τη θρησκευτικότητα του ελληνικού λαού όσο και από την εκκλησιαστική ξ., σπάνια είναι μόνο διακοσμητικά – όπως ανθρώπινες φιγούρες, γραμμικές συνθέσεις, παραστάσεις ζώων και λουλούδια. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται συνήθως και θέματα θρησκευτικά, όπως είναι ο σταυρός και οι παραστάσεις αγίων.
Η μοναστηριακή ξ. αποτελεί ιδιόρρυθμο κλάδο της λαϊκής ξ. Από την άποψη της χρήσης και του προορισμού, συνδέεται με την εκκλησιαστική, αφού τα έργα της είναι κυρίως αντικείμενα λατρευτικά, εγκόλπια, σταυροί, σφραγίδες προσφορών, εικονίδια και εικόνες. Παράλληλα, όμως, οι μοναχοί σκαλίζουν και διάφορα διακοσμητικά επιτραπέζια σκεύη, κουτάλια, πιρούνια, αλατιέρες, ποτήρια κ.ά. Συγχρόνως, το γεγονός ότι η μοναστηριακή ξ. διαμορφώθηκε υπό τις ίδιες με την ποιμενική συνθήκες –του ατέλειωτου χρόνου και της μοναξιάς– και έχει την ίδια με αυτήν μικρογλυπτική αντίληψη, φέρνει τα έργα των μοναχών πιο κοντά στα ξυλόγλυπτα των βοσκών, παρά στη μνημειακή εκκλησιαστική τέχνη. Χαρακτηριστικό στοιχείο της μοναστηριακής ξ. είναι η λεπτομερής επεξεργασία του υλικού, με τέτοιον τρόπο ώστε σε μικρά κομμάτια ξύλου να εικονίζεται ένας αρκετά μεγάλος αριθμός παραστάσεων, με τέλεια απόδοση των αρχιτεκτονικών και φυσιογνωμικών λεπτομερειών. 
Η εκκλησιαστική ξ. ακολουθεί γενικά δύο τεχνοτροπίες. Η παλαιότερη διατηρεί τη σαφήνεια και την αυστηρότητα της βυζαντινής παράδοσης και σε αυτήν το ανάγλυφο, το λεγόμενο στρωτό, σκαλίζεται χαμηλό πάνω σε ενιαίο βάθος και τα διακοσμητικά θέματα περιορίζονται στο φυτικό στοιχείο –άκανθα και κληματίδα– και σε λιγοστές παραστάσεις έμψυχων όντων, κυρίως δρακόντων και ζώων. Η νεότερη τεχνική, το σκαλιστό ή κεντητό στον αέρα ανάγλυφο, χαρακτηρίζει τα εκκλησιαστικά ξυλόγλυπτα του 18ου αι. και διαμορφώνεται υπό τις επιδράσεις του δυτικού μπαρόκ. Το σκάλισμα είναι έντονο και τολμηρό, το βάθος αδειάζει πολλές φορές από το ξύλο και τα θέματα προβάλλουν σχεδόν ολόγλυφα πάνω σε ένα φόντο τρυπητό σαν δαντέλα. Το περιορισμένο φυτικό στοιχείο της παλαιότερης εποχής πολλαπλασιάζεται με μια γραφική ποικιλία λουλουδιών που γεμίζουν ασφυκτικά τον κάμπο, ενώ το ζωικό πλουτίζεται με την ανθρώπινη μορφή και ολόκληρες σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης. Το γλυπτικό σύνολο προσλαμβάνει μια ένταση σχεδόν δραματική, που το απομακρύνει από τους αυστηρούς, δογματικούς τύπους της βυζαντινής παράδοσης.
Το αντιπροσωπευτικότερο έργο της νεοελληνικής εκκλησιαστικής ξ. είναι το ψηλό ξύλινο τέμπλο, το οποίο κατά τον 16o αι. αντικατέστησε το υπερυψωμένο μαρμάρινο της βυζαντινής ναοδομίας· τυπικά παραδείγματα συναντά κανείς σε ολόκληρη την Ελλάδα, ιδιαίτερα στη δυτική Μακεδονία, στην Ήπειρο, στη Θεσσαλία και στα νησιά. Η ξυλόγλυπτη επιφάνεια του τέμπλου χωρίζεται σε τρεις οριζόντιες ζώνες. Η κατώτερη αποτελείται από ορθογώνια θωράκια ανάμεσα σε χαμηλούς πεσσούς. Ακολουθεί μια ψηλότερη κιονοστοιχία που στηρίζει τις δεσποτικές εικόνες και αποτελεί το καθαυτό εικονοστάσιο, ενώ η τρίτη ζώνη είναι ένα σύνθετο βαρύ επιστύλιο που κορυφώνεται με την παράσταση του Εσταυρωμένου ανάμεσα σε δύο δράκοντες και τις εικόνες της Παναγίας και του Ιωάννη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως στα Επτάνησα, λόγω ρωσικών επιδράσεων, το τέμπλο γίνεται ψηλό, φθάνοντας μέχρι την οροφή, αποκλείοντας τελείως το ιερό από τον χώρο του εκκλησιάσματος. Δεν άλλαξε όμως μόνο η μορφή και η τεχνική του τέμπλου κατά τον 18o και 19o αι., αφού μεταβλήθηκε συνολικά το πνεύμα και το περιεχόμενο της διακόσμησής του: μια έντονη δραματική διάθεση και μια συνεχής ροπή προς τη γραφικότητα, τη συγκινητική λεπτομέρεια και την αφηγηματικότητα εξαφανίζουν το συμβολικό στοιχείο και μεταβάλλουν τις βιβλικές σκηνές σε ρωπογραφίες. Έτσι, στη Θυσία του Αβραάμ, ο Ισαάκ που σέρνει το γαϊδουράκι του φορτωμένο ξύλα και ο Αβραάμ που ακολουθεί με τσεκούρι στον ώμο αποδίδονται όχι ως βιβλικά πρόσωπα, αλλά ως απλοί χωρικοί που πηγαίνουν στις αγροτικές δουλειές τους, ενώ το επεισόδιο της άφιξης των Εβραίων στη Γη Χαναάν μεταβάλλεται σε ειδυλλιακή σκηνή τρυγητού και η πασχαλινή θυσία περιγράφεται με σκληρό ρεαλισμό. Ακόμη και αυτό το συμβολικό θέμα της αμπέλου αποβάλλει το μεταφυσικό του περιεχόμενο, φορτώνεται με βαριά τσαμπιά και ξαναγίνεται ο εύχυμος καρπός της διονυσιακής λατρείας· πολλές φορές ο νατουραλισμός αυτός τονίζεται με την παρουσία πουλιών που ραμφίζουν τα σταφύλια.
Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα τέμπλα της εποχής αυτής απαντούν και σε όλα τα άλλα έργα της εκκλησιαστικής ξ., στους άμβωνες, στους δεσποτικούς θρόνους, στα προσκυνητάρια και στα μανουάλια. Γενικότερα, η μεταβυζαντινή εκκλησιαστική ξ., με την αποδέσμευσή της από την παράδοση και με τον έντονο αφηγηματικό και περιγραφικό της χαρακτήρα, εκφράζει άμεσα το φιλελεύθερο και ρεαλιστικό πνεύμα με το οποίο ο ελληνισμός αντιμετώπιζε τη ζωή και τις καταστάσεις τις παραμονές της Επανάστασης.Ποιμενική ξυλογλοπτική: χερούλι γκλίτσας.Ξυλόγλυπτο τάσι.Αστική ξυλογλυπτική· ταμπλάς από ταβάνι αρχοντικού της Βίτσας, στην Ήπειρο.Σκυριανή κασέλα, εξαίρετο δείγμα ξυλογλυπτικής.Τμήμα από το ξυλόγλυπτο τέμπλο του Αγίου Νικολάου, στο Γαλαξίδι.Ξυλόγλυπτη παράσταση από μεταβυζαντινό τέμπλο στην Κοζάνη.Αγιορείτικα κουτάλια. Βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο του ιδιόρρυθμου αυτού κλάδου της λαϊκής ξυ­λογλυπτικής αποτελεί η λεπτολογία στην ε­πεξεργασία του υλικού (Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα).
    Read 989 times

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.