Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012 15:00

    εξουσία

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    εξουσία (Νομ.). Ικανότητα που παραχωρείται στον ιδιώτη όχι για να πραγματοποιήσει το ιδιαίτερο συμφέρον του αλλά το συμφέρον ενός άλλου. Έτσι, γίνεται λόγος για τις ε. του υπουργού ή του νομάρχη, με σκοπό να υποδηλωθεί ένα σύνολο που έχει παραχωρηθεί σε αυτούς προς το συμφέρον της κοινότητας και όχι προς το συμφέρον των φορέων αυτών των λειτουργιών. Ε. αυτού του είδους απαντούν στο ιδιωτικό δίκαιο, όπου αναγνωρίζεται σε ένα νομικό υποκείμενο μια ε. προς το συμφέρον ενός άλλου νομικού υποκειμένου. Τέτοια είναι η περίπτωση της πατρικής ε. που παρέχει στον γονέα ε., τις οποίες αυτός οφείλει να ασκήσει προς το συμφέρον του τέκνου. Γίνεται τότε λόγος για ε.-υποχρέωση, δηλαδή για ε. της οποίας η άσκηση είναι υποχρεωτική από τον νόμο και έχει καθοριστεί ολοκληρωτικά από αυτόν.
    Read 419 times

    More in this category: « εξουσία εξόζες »

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.