Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012 15:00

    εξουσία

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    εξουσία (Κοινων.). Έκφραση που προσδιορίζει την κρατική αρχή ως φορέα της κυριαρχίας. Δηλαδή πρόκειται για τη γενική ε., που προκύπτει ως ειδικότερη έννοια από τη δύναμη, την ισχύ, και τις επιμέρους κρατικές ε., νομοθετική, δικαστική, εκτελεστική, αλλά και τη συνταγματική ε. της αναθεωρητικής Βουλής, καθώς και τις ειδικότερες ε.-ευχέρειες του κάθε κλάδου της κρατικής δραστηριότητας. Περισσότερο πολύπλοκη είναι, αντίθετα, η έννοια της νομικής ισχύος ή ε. Κατά μία πρώτη εκδοχή με τον όρο ε. εννοείται το περιεχόμενο του υποκειμενικού δικαιώματος από την άποψη των συγκεκριμένων δυνατοτήτων δράσης που προσφέρει στον φορέα του. Ιδιαίτερα, ο όρος ε. χαρακτηρίζει τη δυνατότητα θεμιτής νομικής δράσης που δεν αναφέρεται σε ένα ορισμένο αντικείμενο και δεν παρέχει στον φορέα του μια αξίωση υποχρεωτικής συμπεριφοράς από μέρους ενός άλλου υποκειμένου δικαίου. Έτσι, ο φορέας του δικαιώματος ιδιοκτησίας διαθέτει ε. σχετικές με τη χρήση, την απόλαυση και τη διάθεση του πράγματος, στις οποίες δεν αντιστοιχούν ειδικές υποχρεώσεις άλλων νομικών υποκειμένων.
    Read 359 times

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.