Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012 14:04

    δομέστικος

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    δομέστικος (λατ. domesticus = υπηρέτης, θεράπων). Βυζαντινό εκκλησιαστικό, στρατιωτικό και πολιτικό αξίωμα. Ο θρησκευτικός τίτλος δινόταν στους πρωτοψάλτες, στους επικεφαλής του δεξιού και του αριστερού χορού των ψαλτών και στους υπηρέτες του πατριαρχικού δικαίου. Οι δύο δ., ο ένας του δεξιού χορού και ο άλλος του αριστερού, ήταν υπεύθυνοι απέναντι στον πρωτοψάλτη και, όταν έψελναν, φορούσαν «λευκά καμίσια επάνω των ιματίων» ή «σφικτούρια». 
Στη στρατιωτική διοίκηση ο τίτλος χρησιμοποιήθηκε για τους διοικητές των ταγμάτων της αυτοκρατορικής φρουράς, που ήταν εγκατεστημένοι στην Κωνσταντινούπολη. Τον τίτλο του δ. είχε και ο διοικητής του θέματος των Οπτιμάτων. Στην πολιτική διοίκηση το αξίωμα δινόταν στον σταβλάρχη του αυτοκράτορα, σε διάφορους αυλικούς και σε βασιλικούς συμβούλους ή σε ανώτερους αξιωματούχους της βασιλικής αυλής.
    Read 1310 times

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.