Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012 12:53

    αγαθοεργία

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    αγαθοεργία. Η άσκηση της φιλανθρωπίας στην πράξη. Ο όρος αναφέρεται σε κάθε είδους βοήθεια προς αναξιοπαθούντες, προερχόμενη είτε από μεμονωμένα άτομα είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς είτε από την πολιτεία. Εκδηλώσεις α. συναντώνται σε όλες τις κοινωνίες, από τη γέννηση του ανθρώπινου πολιτισμού, αφού όλες οι μορφές κοινωνικής ζωής εμπεριέχουν από τη φύση τους το αίτημα της κοινής δράσης για την ασφάλεια και τη συντήρηση των μελών τους. Στην αρχαία Αθήνα το καθήκον της βοήθειας προς τους αδυνάτους το είχε η πολιτεία. Στην αρχαία Ρώμη α. ασκούσαν τόσο οι δημόσιες αρχές όσο και οι πιο ευκατάστατοι ιδιώτες. 
Η α. ως ηθική επιταγή συναντάται σχεδόν σε όλες τις μεγάλες θρησκείες. Στον χριστιανισμό, η α. αποτελεί την πρακτική εκδήλωση της χριστιανικής εντολής «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Μάρκος, ιβ’ 31) και η ανάγκη εφαρμογής της προέκυψε επιτακτικά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, μετά την κατάργηση του θεσμού της κοινοκτημοσύνης μεταξύ των πρώτων χριστιανών. Οι πλουσιότεροι από τους πιστούς κλήθηκαν να συνδράμουν τους φτωχότερους από το περίσσευμά τους, κατά τις προτροπές του αποστόλου Παύλου, ο οποίος είχε συστήσει τη Λογία, δηλαδή την εβδομαδιαία συνεισφορά των χριστιανών σε είδος και χρήμα υπέρ των φτωχών ομοθρήσκων τους. Όταν ο χριστιανισμός επιβλήθηκε οριστικά και έγινε επίσημη θρησκεία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, οι εκδηλώσεις της α. πολλαπλασιάστηκαν, ενώ την αντίστοιχη δραστηριότητα ανέλαβε επίσημα η Εκκλησία, στηριζόμενη σε δωρεές πιστών. Άρχισαν να ιδρύονται ιδρύματα τα οποία προσέφεραν περίθαλψη σε φτωχούς και αρρώστους, όπως η ιστορική Βασιλειάδα, το πτωχοκομείο το οποίο ίδρυσε ο Βασίλειος ο Μέγας κοντά στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Στη Δύση θεσπίστηκε διάταξη (5ος αι.) με την οποία οι επίσκοποι υποχρεούνταν να μεταβιβάζουν το ένα τέταρτο των εισοδημάτων τους στους φτωχούς και να μεριμνούν για την ίδρυση ξενώνων για τους προσκυνητές. Με την πάροδο των χρόνων η Δυτ. Καθολική Εκκλησία ανέπτυξε πλούσια φιλανθρωπική δραστηριότητα, οργανώνοντας και χρηματοδοτώντας ένα εκτεταμένο δίκτυο φιλανθρωπικών ιδρυμάτων το οποίο συνδέθηκε με το ιεραποστολικό έργο. 
Τον Μεσαίωνα, η α. άλλαξε μορφή. Κάποια από τα καθήκοντα που ασκούσαν αποκλειστικά οι κληρικοί πέρασαν στις αδελφότητες, δηλαδή σε εταιρείες λαϊκών οι οποίες λειτουργούσαν υπό τον έλεγχο της Εκκλησίας. Οι αδελφότητες διηύθυναν κυρίως τα νοσοκομεία. Τα αγαθοεργά ιδρύματα, αντίθετα, τα οποία ήταν προσαρτημένα στα μοναστικά τάγματα, εξακολουθούσαν να εποπτεύονται και να διοικούνται από τα μοναστήρια. Τα ιδρύματα αυτά είχαν κύρια ασχολία τους να ασκούν ελεημοσύνη και να περιθάλπουν οδοιπόρους.
Μετά τα μέσα του 15ου αι. η αγαθοεργός δραστηριότητα της Δυτικής Εκκλησίας διήλθε βαθιά κρίση, εξαιτίας της κακοδιοίκησης και της διαστρέβλωσης την οποία υπέστη η έννοια της α. κατά την πρακτική εφαρμογή της. Η κρίση αυτή οδήγησε, τον επόμενο αιώνα, σε μεταρρύθμιση των σχετικών θεσμών. Οι λαϊκοί άρχισαν να αντικαθιστούν τους κληρικούς στην άσκηση της α. Η μεταρρύθμιση αυτή ήταν ριζική στη Γαλλία, όπου η βασιλική εξουσία ήταν σε θέση να επέμβει με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στον χώρο της Εκκλησίας. 
Η αναμόρφωση των θεσμών της εκκλησιαστικής α. συνεχίστηκε, στη Δύση, έως τα μέσα του 17ου αι. Τα νέα μοναχικά τάγματα επιδόθηκαν με νέο ζήλο στην α. και ίδρυσαν ακόμη και λαϊκές εταιρείες, όπως η γνωστή Κοινωνία του Αγίου Βικεντίου του Παύλου (1833). Εκτός από τα ήδη υπάρχοντα μεσαιωνικά ιδρύματα, δημιουργήθηκαν άσυλα για ορφανά και έκθετα παιδιά και έγιναν έργα πρόνοιας για φυλακισμένους. Επίσης, δημιουργήθηκαν ιδρύματα για τυφλούς και κωφάλαλους και νοσοκομεία για την περισυλλογή των αρρώστων από τους δρόμους και για την καταπολέμηση της επαιτείας. Συγχρόνως άρχισε να γίνεται αποτελεσματικότερη και η κρατική μέριμνα, κυρίως στις Κάτω Χώρες όπου, εξαιτίας της Μεταρρύθμισης, είχαν διαλυθεί τα μοναχικά τάγματα. Στην Αγγλία ο λεγόμενος Νόμος των φτωχών (Poor Law, 1601) ανέθετε στις ενορίες το καθήκον να συνδράμουν τους φτωχούς και προνοούσε για την ίδρυση εκπαιδευτικών εργαστηρίων. Στο τέλος του 17ου αι. ο Διαφωτισμός έθεσε επιτακτικά υπό συζήτηση το θέμα της φύσης της α., αν δηλαδή πρέπει να είναι προαιρετική και ιδιωτική. Για τους θεωρητικούς του Διαφωτισμού, οι οποίοι τοποθετούσαν σε νέες ορθολογιστικές βάσεις τις ανθρώπινες σχέσεις, η α. ήταν καθήκον το οποίο επέβαλε στους ανθρώπους η ίδια η λογική. Επιπλέον, θεωρούσαν κατακτημένο δικαίωμα του ατόμου το να ευεργετείται από τους άλλους όταν βρίσκεται σε πραγματική ανάγκη. Ωστόσο η α. όφειλε να βοηθά τον ευεργετούμενο να ξεπερνά την κατάσταση της ένδειας και να εντάσσεται στις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας. Την περίοδο της Γαλλικής επανάστασης, η θεωρητική αυτή εξέλιξη της αντίληψης για την α. οδήγησε σε ριζικές αλλαγές. Η Εθνοσυνέλευση του 1793 κατάργησε την ιδιωτική ελεημοσύνη, συγκέντρωσε όλες τις προσόδους για αγαθοεργούς σκοπούς, ανέθεσε τη διαχείρισή τους σε κρατικούς υπαλλήλους και διέταξε να εκποιηθούν όλα τα περιουσιακά στοιχεία των νοσοκομείων. Η εξέλιξη αυτή έθεσε τις βάσεις του περιορισμού της α. ως ιδιωτικής πράξης και της αντικατάστασής της, επισήμως τουλάχιστον, από την κοινωνική πρόνοια, η οποία στηρίζεται στην ευθύνη που έχει το κράτος για τις συνθήκες ζωής του συνόλου των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των πιο αδύνατων και περιθωριοποιημένων στρωμάτων. Ωστόσο η άσκηση α. από ιδιώτες χρησιμοποιήθηκε ως συμπλήρωμα της κρατικής δραστηριότητας, η οποία δεν ήταν ποτέ αρκετή για την εξασφάλιση της κοινωνικής σταθερότητας Παράλληλα, συνεχίστηκε με ένταση η ιδεολογική αντιπαράθεση σε σχέση με την αναγκαιότητα αλλά και τις προθέσεις της α. Ο Σκοτσέζος οικονομολόγος και φιλόσοφος Άνταμ Σμιθ (1723-1790) θεωρούσε ότι το «αόρατο χέρι» της αγοράς ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις πολύ αποτελεσματικότερα από την α. Ο Άγγλος οικονομολόγος Ντέιβιντ Ρικάρντο (1772-1823) υποστήριξε ότι δεν έχει νόημα η α. όταν δεν εξασφαλίζονται οι κοινωνικές συνθήκες οι οποίες θα απαλλάξουν τους φτωχούς από την ανάγκη αποδοχής της. Ο οικονομολόγος Χέρμπερτ Σπένσερ (1820-1903), ορμώμενος από τη σκοπιά του κοινωνικού δαρβινισμού, απέρριψε την α. θεωρώντας ότι δυσχεραίνει τη φυσική επιλογή, με αποτέλεσμα την εξίσωση των ανικάνων με τους ικανούς.
Τα φιλανθρωπικά ιδρύματα με τη σύγχρονη μορφή τους (οργανισμοί οι οποίοι λειτουργούν υπό συγκεκριμένο για κάθε χώρα νομικό καθεστώς και διαχειρίζονται ιδιωτικό πλούτο για αγαθοεργούς σκοπούς) είναι κυρίως αμερικανικό φαινόμενο του 20ού αι. (ιδρύματα Κάρνεγκι, Ροκφέλερ, Φορντ κ.ά.), καθώς ο Φορολογικός Νόμος (Revenue Act, 1913) επέτρεπε σε εταιρείες και αργότερα (1917) σε ιδιώτες να απολαμβάνουν φοροαπαλλαγές για τις δαπάνες κοινωνικού περιεχομένου και στο κράτος να χρηματοδοτεί την κοινωνική πολιτική του. 
Στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, η α. ασκήθηκε κυρίως από τους λεγόμενους εθνικούς ευεργέτες (Γεώργιος Αβέρωφ, Ανδρέας Συγγρός, Μιχαήλ Τοσίτσας κ.ά.), οι οποίοι διέθεταν μεγάλα ποσά από την περιουσία που είχαν δημιουργήσει στο εξωτερικό για την ίδρυση κοινωφελών ιδρυμάτων στην Ελλάδα (ορφανοτροφείων, πτωχοκομείων, νοσηλευτικών ιδρυμάτων κ.ά.). Η ίδια η Φιλική Εταιρεία, αμέσως μετά τη διάλυσή της, μετατράπηκε για μικρό διάστημα σε Φιλανθρωπική Εταιρεία η οποία εργάστηκε για την ανακούφιση των οικογενειών των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης. Στη συνέχεια, σε όλη τη διάρκεια του 19ου αι. η ανερχόμενη αστική τάξη ανέπτυξε συστηματική φιλανθρωπική δραστηριότητα, η οποία αποτελούσε επιτακτική ανάγκη, καθώς η απουσία κοινωνικής πολιτικής από μέρους του κράτους ήταν αισθητή. Ειδικότερα για την α. στη νεότερη ελληνική ιστορία, βλ. λ. ευεργέτες, εθνικοί.
    Read 925 times

    More in this category: « ααβόρα αγαθόφυλλο »

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.