Δευτέρα, 05 Μαρτίου 2012 12:45

    Ρώμη

    Written by
    Rate this item
    (1 Vote)
    Ρώμη (Roma). Πόλη (2.459.776 κάτ. το 2001) και πρωτεύουσα της Ιταλίας, της διοικητικής περιοχής Λάτιο και της ομώνυμης επαρχίας (5.352 τ. χλμ., 3.700.424 κάτ. το 2001). Είναι χτισμένη στην κεντρική Ιταλία, εκατέρωθεν του ποταμού Τίβερη, λίγο μετά τη συμβολή του με τον παραπόταμό του Άνιο, περίπου 25 χλμ. από το Τυρρηνικό πέλαγος, σε μια κατά βάση πεδινή περιοχή, στο κέντρο της οποίας δεσπόζουν επτά λόφοι. Το πολεοδομικό συγκρότημα αναπτύχθηκε γύρω από τον αρχαίο αστικό πυρήνα αυτών των επτά λόφων (Παλατίνος, Καπιτώλιο, Κυρινάλιος, Καίλιος, Εσκυλίνος, Βιμινάλιος και Αβεντίνος) και απλώθηκε κατά μήκος των μεγάλων οδικών αρτηριών (Αππία, Αυρηλία, Φλαμινία, Τιβουρτίνη, Κασσία, Νομεντάνα, Πρενεστρίνα, Καζιλίνα, Τουσκολάνα και Λατίνα), που εκτείνονταν ακτινωτά από το κέντρο της πόλης προς όλες τις κατευθύνσεις, για να φτάσει τελικά στη σημερινή του έκταση.
Εκτός από πολιτικό, διοικητικό, ιστορικό και πολιτιστικό επίκεντρο της Ιταλίας, η Ρ. είναι επίσης σημαντικό οικονομικό, βιομηχανικό, βιοτεχνικό, εμπορικό, συγκοινωνιακό και εκπαιδευτικό κέντρο. Στην περιοχή της λειτουργούν υφαντουργεία, μεταλλουργεία, εργοστάσια μεταποίησης και τυποποίησης τροφίμων, βιομηχανίες επεξεργασίας χάρτου και παρασκευής μηχανημάτων και φαρμάκων και βιοτεχνίες ειδών ένδυσης και υπόδησης, ενώ η πόλη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της διεθνούς υψηλής ραπτικής καθώς και του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, χάρη στη λειτουργία της Τσινετσιτά (Cinecitta). Είναι επίσης έδρα πολλών τραπεζικών ιδρυμάτων και διεθνών οργανισμών, όπως το Διεθνές Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης, το Διεθνές Συμβούλιο Τροφίμων, ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ κ.ά. Ο κεντρικός σιδηροδρομικός της σταθμός είναι αφετηρία για προορισμούς σε ολόκληρη την Ιταλία, ενώ το διεθνές αεροδρόμιό της (Λεονάρντο ντα Βίντσι) στο Φιουμιτσίνο είναι από τις σημαντικότερες πύλες εισόδου στη χώρα. Το Πανεπιστήμιο της Ρ., που ιδρύθηκε το 1303, είναι από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης, εξυπηρετώντας ετησίως περίπου 150.000 φοιτητές, ενώ στην πόλη λειτουργούν και άλλα ανώτατα και ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπως τα πανεπιστήμια Roma Due και Roma Tre, το Ανεξάρτητο Διεθνές Πανεπιστήμιο Κοινωνικών Σπουδών, το Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Μηχανοκίνητων Σπουδών, το Ωδείο της Αγίας Καικιλίας (η αρχαιότερη μουσική Ακαδημία του κόσμου, που ιδρύθηκε το 1584), η Ακαδημία Καλών Τεχνών, η Εθνική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης, η Εθνική Ακαδημία Χορού, το Ινστιτούτο Αποκατάστασης Έργων Τέχνης, καθώς και πλήθος βιβλιοθηκών και μουσείων και η Όπερα της Ρ., που είναι μία από τις μεγαλύτερες της Ευρώπης. Επιπλέον, ως έδρα του κράτους του Βατικανού η Ρ. είναι το διεθνές επίκεντρο της Δυτ. Καθολικής Εκκλησίας (βλ. λ. Βατικανό). Πλούσια σε ιστορικούς και καλλιτεχνικούς θησαυρούς, κατάλοιπα της τρισχιλιετούς ιστορίας της, η πρωτεύουσα της Ιταλίας είναι σήμερα από τις πιο ενδιαφέρουσες πόλεις του κόσμου και αποτελεί έναν από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς παγκοσμίως.

    Η εξέλιξη της πόλης και μνημεία. Στο πολεοδομικό συγκρότημα της σύγχρονης Ρ. αντανακλώνται τα γεγονότα μιας ιστορίας περίπου 3.000 ετών. Τα επιβλητικά ερείπια του ρωμαϊκού πολιτισμού επιζούν στη μεγάλη ζώνη, που περιλαμβάνει τους λόφους Παλατίνο, Αβεντίνο και Καίλιο και την πεδιάδα γύρω από την αρχαία Αππία οδό. Η πεδινή έκταση του αρχαίου Πεδίου του Άρεως εκφράζει, αντίθετα, την πολεοδομική ανάπτυξη που σημειώθηκε από την Αναγέννηση έως και τον 19o αι., αν και διατηρεί πολλές μαρτυρίες της αυτοκρατορικής πόλης. Με τον ρόλο της πρωτεύουσας της Ιταλίας, τον οποίο η Ρ. ανέλαβε μετά το 1870, συνδέεται η όψη των συνοικιών που αναπτύχθηκαν στον Κυρινάλιο, στον Βιμινάλιο και στον Εσκυλίνο για τη στέγαση των διοικητικών κτιρίων του ιταλικού κράτους, αλλά και αυτές οι συνοικίες διατηρούν πολλά μνημεία των προηγούμενων εποχών. Στην άλλη όχθη του Τίβερη η συνοικία του Μπόργκο, η Πόλη του Βατικανού και η γύρω ζώνη φέρουν εντονότερη τη σφραγίδα της παπικής Ρώμης. Από τον 19o αι. έως την εποχή μας η κατοικημένη περιοχή απλώθηκε γύρω από τη ζώνη των αυρηλιανών τειχών με συνοικίες κατοικιών προς ΒΔ και ΒΑ και με συνοικίες περισσότερο εργατικές και βιομηχανικές προς τα Α και προς τα Ν. Σε πολλές ζώνες της πόλης διατηρήθηκαν πράσινες περιοχές, που διακόπτουν τη μονοτονία των κτιρίων και αποτελούν μία από τις πιο χαρακτηριστικές όψεις της Ρ.
Η αρχαία πόλη. Αν και αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν την παρουσία του ανθρώπου στην περιοχή της Ρ. από τη 2η χιλιετία π.Χ., τα πρώτα στοιχεία μόνιμης εγκατάστασης ανάγονται μόνο στην πρώτη εποχή του Σίδηρου (9ος-8ος αι. π.Χ.). Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, ο πρώτος αστικός οικισμός δημιουργήθηκε στον Παλατίνο λόφο, όπου βρέθηκαν θεμέλια καλύβων με ελλειπτικό σχήμα. Η ανάπτυξη της πόλης ήταν ασφαλώς βαθμιαία και δεν είναι δυνατό να επιβεβαιωθεί ο θρύλος πραγματικής ίδρυσης, αν και η χρονολογία της (753 π.Χ.), που έγινε αργότερα δεκτή από την επίσημη παράδοση, φαίνεται να συμπίπτει με μια περίοδο, στην οποία οι αρχαιολόγοι τοποθετούν τον σχηματισμό του αρχαιότερου αστικού συγκροτήματος. Τον 6o αι. π.Χ. η φυσιογνωμία της αρχαίας Ρ. άρχισε να διαγράφεται σε ασφαλέστερες βάσεις. Κατά την περίοδο αυτή φαίνεται πως η πόλη επεκτάθηκε προς τους λόφους γύρω από τον Παλατίνο και πολλά στοιχεία επιβεβαιώνουν τις πληροφορίες για χωρισμό της σε τέσσερις περιοχές: Σουμπουράνα, Εσκυλίνα, Κολλίνα, Παλατίνα, των οποίων τα όρια κάλυπταν συνολικά έκταση περίπου 2.850 στρεμμάτων, που κατά ένα μέρος ήταν σκεπασμένα από δάση και έλη. Την επέκταση του συνοικισμού φαίνεται να συνόδευσε η εκτέλεση σημαντικών έργων, όπως η αποξήρανση της κοιλάδας ανάμεσα στον Παλατίνο, στο Καπιτώλιο και στον Εσκυλίνο, που έγινε το κύριο κέντρο της πόλης, όπου αργότερα δημιουργήθηκε η Αγορά (Forum), και η οικοδόμηση πολλών δημόσιων κτιρίων: Κούρια Οστίλια, Ρέτζια, ιερό της Εστίας στην κοιλάδα της Αγοράς, ναοί της Μάτερ Ματούτα και της Ομόνοιας μεταξύ του Παλατίνου και του Καπιτωλίου, ιερό της Άρτεμης στον Αβεντίνο, ιερό του Δία στο Καπιτώλιο, το οποίο εγκαινιάστηκε το 509 π.Χ. από τους πρώτους υπάτους της δημοκρατίας.
Μετά την κατάργηση της βασιλείας, η οικοδομική δραστηριότητα συνεχίστηκε για μερικές δεκαετίες με την ανέγερση πολλών ναών· στη συνέχεια όμως σημειώθηκε μακρά διακοπή εξαιτίας των πολέμων και των κοινωνικών συγκρούσεων μεταξύ πατρικίων και πληβείων. Μοναδικό πολεοδομικό γεγονός, το οποίο ανάγεται στον 5o αι. π.Χ., ήταν η παραχώρηση στους πληβείους της περιοχής του Αβεντίνου λόφου (456 π.Χ.), που μετατράπηκε σε μία από τις πολυπληθέστερες συνοικίες της Ρ. Η πυρκαγιά που προκλήθηκε από την εισβολή των Γαλατών, το 387 π.Χ., προκάλεσε μεγάλες καταστροφές και οδήγησε σε μια βιαστική και όχι οργανωμένη ανοικοδόμηση. Η γαλατική εισβολή, όμως, αποκάλυψε και την ανάγκη δημιουργίας ενός ασφαλέστερου αμυντικού συστήματος και το 378 ξεκίνησε το χτίσιμο των νέων τειχών, που αργότερα η παράδοση απέδωσε λανθασμένα στον βασιλιά Σέρβιο Τύλλιο (578-534 π.Χ.). Η ζώνη των τειχών αυτών, από τα οποία σώζονται και σήμερα μερικά τμήματα, είχε περίμετρο περίπου 11 χλμ. και περιλάμβανε το Καπιτώλιο, τον Κυρηνάλιο, τον Βιμινάλιο, τον Εσκυλίνο, τον Καίλιο, τον Αβεντίνο και τον Παλατίνο, περικλείοντας μια περιοχή συνολικής έκτασης 4.260 στρεμμάτων, που έκανε τη Ρ. τη μεγαλύτερη πόλη της Ιταλικής χερσονήσου. Επιπλέον, από τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. ξεκίνησε μια αδιάκοπη πολεοδομική δραστηριότητα με σκοπό τον εξωραϊσμό της πόλης, που είχε γίνει πια το σημαντικότερο πολιτικό κέντρο του Λατίου. Τονίστηκε ο πολιτικός ρόλος της Αγοράς, ενώ οι εμπορικές εργασίες μεταφέρθηκαν στο γειτονικό Forum Ρiscarium· άρχισε η οικοδόμηση του Μεγάλου Ιπποδρόμου (329 π.Χ.) και του πρώτου υδραγωγείου, της Acqua Appia (312 π.Χ.)· χτίστηκαν πολλοί ναοί, μεταξύ των οποίων ο ναός C στην ιερή περιοχή της Αργυράς πλατείας, ο αρχαιότερος πέτρινος ναός της Ρ., του οποίου τα ερείπια σώζονται ακόμα.
Από τον 2o αι. π.Χ. η Ρ. επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον ελληνιστικό πολιτισμό και, όταν μια σειρά από πυρκαγιές κατέστησαν αναγκαία την ανοικοδόμηση μεγάλων περιοχών, η πόλη ανακαινίστηκε, παίρνοντας μνημειακή όψη. Χτίστηκαν βασιλικές (Πορκία, Αιμιλία, Σεμπρονία, Οπινία), θριαμβικές και τιμητικές αψίδες, μνημειακές πύλες με ελληνιστική επίδραση (πύλη του Μέτελλου, που ανακαινίστηκε την εποχή του Αύγουστου και αφιερώθηκε στην Οκταβία) και μεγάλες αποθήκες (Εμπορείον και Πύλη του Αιμίλιου κοντά στον Τίβερη), ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκε η λιθόστρωση των δρόμων και κατασκευάστηκαν νέα υδραγωγεία. Η ανακαίνιση συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 1oυ αι. π.Χ. και η ρωμαϊκή αρχιτεκτονική αποκτούσε όλο και περισσότερο μνημειακό χαρακτήρα. Η έκταση του αστικού πυρήνα μεγάλωνε συνεχώς, εξαιτίας της αύξησης του πληθυσμού, που την εποχή του Σύλλα υπολογιζόταν πως είχε φτάσει τους 400.000 κατοίκους. Επιπλέον, έγινε εντονότερη η διάκριση μεταξύ των αριστοκρατικών (Παλατίνος) και των λαϊκών συνοικιών (Αβεντίνος, Καίλιος). Στην περίοδο αυτή ανήκει η δημιουργία του Tabularium (κρατικό αρχείο) επάνω στο Καπιτώλιο (78 π.Χ.), η κατασκευή της γέφυρας του Φαβρικίου (62 π.Χ.), η συμπλήρωση των κτιρίων που είχε χτίσει ο Πομπήιος στο Πεδίον του Άρεως και τα έργα του Ιουλίου Καίσαρα, όπως η Ιουλία βασιλική στη Ρωμαϊκή Αγορά και η Νέα Αγορά. Μετά τον θάνατο του Καίσαρα έγινε ριζική αναμόρφωση της πόλης από τον Αύγουστο (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.) και την περίοδο αυτή αναστηλώθηκαν πολλά παλαιότερα κτίρια, ανακαινίστηκε η παλαιά Αγορά και δημιουργήθηκε νέα (Αγορά του Αύγουστου) με τον ναό του Άρεως Εκδικητή στο κέντρο, ενώ επιβλητικά έργα, όπως τα Saepta για τις Εκκλησίες του Δήμου, το Πάνθεον, οι θέρμες του Αγρίππα, ο Βωμός της Ειρήνης (Ara Ρacis), το μαυσωλείο του Αύγουστου κ.ά., χτίστηκαν στο πεδινό τμήμα ανάμεσα στη Φλαμινία οδό και στον Τίβερη. Για την αντιμετώπιση του διαρκώς αυξανόμενου πληθυσμού, ο οποίος το 5 π.Χ. υπολογιζόταν σε 500.000 άτομα, οι ιδιωτικές κατοικίες σχημάτιζαν τις νήσους (insulae), συγκροτήματα από πολυώροφα σπίτια, ενώ η πόλη διαιρέθηκε σε 14 περιοχές, οι 5 από τις οποίες βρίσκονταν έξω από τα τείχη.
Ελάχιστη, όμως, ήταν η πολεοδομική φροντίδα των πρώτων διαδόχων του Αύγουστου. Μετά την τρομερή πυρκαγιά του 64 μ.Χ., η ανοικοδόμηση έγινε με βάση ένα οργανικό σχέδιο που κατέστρωσε ο Νέρωνας (54-68), ο οποίος έχτισε στον Όππιο λόφο τον μεγαλοπρεπή Χρυσό Οίκο (Domus Aurea), ενώ αργότερα ο Βεσπασιανός (69-79) ξεκίνησε την οικοδόμηση του Κολοσσαίου, που αποπερατώθηκε από τον Τίτο (79-81). Ο Δομιτιανός (81-96) έδωσε νέα ώθηση στην πολεοδομία της Ρ., ανοικοδομώντας την περιοχή του Πεδίου του Άρεως και του Παλατίνου, όπου έχτισε και την κατοικία του. Από την περίοδο αυτή και καθ’ όλη τη διάρκεια του 2oυ αι. μ.Χ. η ρωμαϊκή αρχιτεκτονική εγκατέλειψε έως έναν βαθμό τον κλασικίζοντα ρυθμό της εποχής του Αύγουστου, για να ακολουθήσει πιο λειτουργικές αντιλήψεις. Παραδείγματα της εξέλιξης αυτής του ρυθμού είναι τα μνημειώδη οικοδομήματα του Τραϊανού (98-117), όπως η Αγορά, τα εμπορεία και οι θέρμες, που φέρουν το όνομά του. Και οι κατοπινοί αυτοκράτορες, όμως, έδειξαν ανάλογη δραστηριότητα για τον εξωραϊσμό της πόλης, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Αδριανό (117-138), ο οποίος ανοικοδόμησε το Πάνθεον και έχτισε πέρα από τον Τίβερη το μαυσωλείο για τον εαυτό του (που αργότερα μετατράπηκε στο φρούριο Σαντ’ Άντζελο), ενώ σχεδίασε ο ίδιος τον μεγάλο ναό της Αφροδίτης και Ρώμης. Κολοσσιαίο ήταν και το ανοικοδομητικό έργο, που ανέλαβε ο Σεπτίμιος Σεβήρος (193-211) για την αποκατάσταση των ζημιών από την πυρκαγιά του 191, ο οποίος, μεταξύ άλλων, διεύρυνε και το αυτοκρατορικό ανάκτορο. Στην εποχή της δυναστείας των Σεβήρων (193-235) ανήκει επίσης η δημιουργία των μεγαλόπρεπων θερμών του Καρακάλλα (211-217), των οποίων η κατασκευή απαίτησε την αναμόρφωση ολόκληρης συνοικίας. Από τον 3o αι. η αδιάκοπη πολεοδομική δραστηριότητα άρχισε να χαλαρώνει, εξαιτίας των πολιτικών και οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Για την αντιμετώπιση του κινδύνου των βαρβαρικών εισβολών, ο Αυρηλιανός (270-275) έχτισε νέα επιβλητικά τείχη με περίμετρο 20 χλμ., τα οποία, αφού αναστηλώθηκαν πολλές φορές, διατηρούνται μέχρι την εποχή μας.
Μεγαλειώδη συγκροτήματα λουτρών (θερμών) κατασκευάστηκαν και από τον Διοκλητιανό (284-305) στον πεδινό χώρο κοντά στον Κυρηνάλιο λόφο, ενώ επί Μαξεντίου (306-312) ανοικοδομήθηκε ο ναός Αφροδίτης και Ρώμης και εγκαινιάστηκε η μεγάλη βασιλική που αποπερατώθηκε αργότερα από τον Κωνσταντίνο Α’ τον Μέγα (306-337), ο οποίος κατασκεύασε επίσης τις θέρμες στον Κυρηνάλιο και τη θριαμβική αψίδα κοντά στο Κολοσσαίο. Ο Κωνσταντίνος ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας που κόσμησε την πόλη με αξιόλογα έργα, καθώς έπειτα από αυτόν η φροντίδα περιορίστηκε στην αναστήλωση και στη συντήρηση των υπαρχόντων μνημείων. Επί βασιλείας του Ονώριου (395-423) η Ρ. λεηλατήθηκε από τους Βησιγότθους του Αλάριχου Α’ (410) και ακολούθησαν –με ακόμη σοβαρότερες καταστροφές– η λεηλασία των Βανδάλων το 455 και η δήωση του Ρικίμερου το 472. Ύστερα από την τελευταία προσπάθεια αναστήλωσης της αυτοκρατορικής Ρ. από τον βασιλιά των Οστρογότθων Θεοδώριχο (471-526), ο Γοτθικός πόλεμος (535-553) ερήμωσε την πόλη, η οποία, μαστιζόμενη και από την πείνα και τις επιδημίες, άρχισε να εγκαταλείπεται από τους κατοίκους της. Πολλά κτίρια έμειναν ακατοίκητα εκείνη την περίοδο, ενώ άλλα μετατράπηκαν σε εκκλησίες και κάστρα.Η είσοδος του αρχαιολογικού χώρου της Αγοράς στη Ρώμη (φωτ. Ροζαλίας Χριστοδουλοπούλου).Η lapis niger (μαύρη πέτρα), βρέθηκε σε ανασκαφές στην Ρωμαϊκή Αγορά· διακρίνεται μια επιγραφή σε αρχαία λατινική γραφή του 6ου αι. π.Χ. To Πάνθεον στη Ρώμη χτίστηκε επί των ημερών του Αυγούστου και αποτελεί αντιπροσωπευτικό αρχιτεκτονικό δείγμα των αρχών της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (φωτ. Θέμη Παλπάνα).Ερείπια των λουτρών ή θερμών του Τραϊανού στη Ρώμη (φωτ. ΑΠΕ).Συγκρότημα ρωμαϊκών σπιτιών στον Παλατίνο λόφο της Ρώμης (φωτ. Ροζαλίας Χριστοδουλοπούλου).
Το Κολοσσαίο χτίστηκε κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όταν η Ρώμη αποτελούσε το «κέντρο του κόσμου»· στη φωτογραφία, γενική άποψη του εσωτερικού του Κολοσσαίου (φωτ. ΑΠΕ).
Ερείπια της αγοράς που έχτισε ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ το 54 π.Χ. στη Ρώμη. 
Η είσοδος του ναού του Ρωμύλου, στην Αγορά της Ρώμης (φωτ. Ροζαλίας Χριστοδουλοπούλου).
Η μεσαιωνική πόλη. Από τον 4o αι., ενώ η αρχιτεκτονική της αυτοκρατορικής πόλης παράκμαζε, παρουσιάστηκαν οι πρώτες εκδηλώσεις της νέας χριστιανικής αρχιτεκτονικής, της οποίας αξιόλογα δείγματα είναι οι βασιλικές με επίμηκες σχέδιο του Αγίου Πέτρου (333;), του Αγίου Παύλου και του Αγίου Λαυρεντίου, που χτίστηκαν έξω από τα αυρηλιανά τείχη, και η βασιλική του Λατερανού (313;, με την οποία ενώθηκε το 315 το Βαπτιστήριο), που χτίστηκε μέσα από τα τείχη και προστέθηκε στο συγκρότημα του Λατερανού, το οποίο έγινε το κέντρο ζωής της πόλης αντί του Παλατίνου και των Αγορών. Μέσα από τα τείχη, το επίμηκες σχέδιο χρησιμοποιήθηκε επίσης στη Σάντα Μαρία Ματζόρε και στην Αγία Σαβινία (5ος αι.), ενώ την ίδια περίοδο αναπτύχθηκε και ο τύπος των οικοδομών με κεντρικό σχέδιο: μαυσωλείο της Αγίας Κωνστάντζας (4ος αι.), Σάντο Στέφανο Ροτόντο (5ος αι.). Τον 6o αι. εξαφανίστηκε κάθε ίχνος κοσμικής εξουσίας και η πολεοδομική φροντίδα συνδεόταν αποκλειστικά με την παπική εξουσία: Σαντ’ Ανιέζε (7ος αι.), Σαν Τζόρτζιο ιν Βαλάμπρο (7ος αι.), Σάντα Μαρία ιν Κoσμεντίν (8ος αι.), και μόνο μετά τη στέψη του Καρλομάγνου το 800 ως αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (800-814) άρχισε ξανά η κατασκευή επιβλητικών κτιρίων στη Ρ.
Ο πάπας Πασχάλης Α’ (817-824) οργάνωσε την επισκευή και την ανοικοδόμηση πολλών εκκλησιών: Σάντα Πρασέντε (822), Σάντα Μαρία ιν Ντομνίκα, Αγία Καικιλία (817-824), ενώ το δεύτερο μισό του 9ου αι. ο πάπας Λέων Δ’ (847-855) κατασκεύασε πέρα από τον Τίβερη το τείχος που φέρει το όνομά του, για την άμυνα εναντίον των Σαρακηνών. Μετά τις καταστροφές, που προκάλεσαν οι Νορμανδοί το 1084, η ζωή της πόλης αναδιοργανώθηκε με τον σχηματισμό των Κοινοτήτων τον 12o αι. και το κέντρο μετατοπίστηκε και πάλι προς το Καπιτώλιο. Επάνω σε ερείπια παλαιοχριστιανικών ναών χτίστηκαν οι εκκλησίες του Σαν Κλεμέντε (1108), των Σάντι Κάτρο Κορονάτι (1111) και της Σάντα Μαρία ιν Τραστέβερε (1130-43). Η ρομανική αρχιτεκτονική της πόλης κατά τον 12o και τον 13o αι. χαρακτηρίστηκε από τις πολύχρωμες γεωμετρικές διακοσμήσεις των Κοσμάτι (μονές του Αγίου Παύλου και του Αγίου Ιωάννη του Λατερανού), ενώ τα καμπαναριά, που ήταν διακοσμημένα με χρωματιστά πλακάκια και μαρμάρινα ένθετα, μαρτυρούν την επίδραση του λομβαρδικού ρομανικού ρυθμού στην αρχιτεκτονική (ναοί Αγίων Ιωάννη και Παύλου, Σάντα Μαρία ιν Τραστέβερε και Σάντα Φραντσέσκα Ρομάνα). Καθώς όμως αυξανόταν ισχύς της φεουδαρχικής αριστοκρατίας, παράλληλα με την εξουσία της κουρίας, η ρομανική αρχιτεκτονική επεκτάθηκε και στις ιδιωτικές κατοικίες και η πόλη πήρε τον τυπικά μεσαιωνικό της χαρακτήρα με την κατασκευή πύργων, οι οποίοι πολλές φορές χτίζονταν επάνω στα ερείπια αρχαίων ρωμαϊκών μνημείων (Αψίδα του Τίτου, Θέατρο του Μάρκελλου). Την περίοδο αυτή υψώθηκαν, μεταξύ άλλων, οι πύργοι των Κόντι και της Πολιτοφυλακής, το σπίτι των Κρεστσέντσι, ο πύργος Αγκιλάρα κ.ά. Παρ’ όλα αυτά, οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της πόλης εξακολουθούσαν να είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση και την περίοδο της μεταφοράς της έδρας του πάπα στην Αβινιόν (1309-76) ο πληθυσμός της ελαττώθηκε σημαντικά και η Ρ. περιορίστηκε σε απομονωμένους συνοικισμούς. Από τις παλιές γέφυρες απέμεναν μόλις τρεις και μόνο από ακαθόριστα μονοπάτια μπορούσε να πάει κανείς από τις αρχαίες αγορές στο Καπιτώλιο.
Τον 15ο αι., όταν επανήλθε οριστικά στη Ρ. η έδρα του πάπα, η πόλη άρχισε να ανακτά την παλιά της λαμπρότητα, ιδιαίτερα με τις πρωτοβουλίες των παπών Νικόλαου Ε’ (1447-55), Πίου Β’ (1458-64), Παύλου Β’ (1464-71) και Σίξτου Δ’ (1471-84), οι οποίοι κατέστρωσαν σχέδια για την αναστήλωση και την ανακαίνισή της, διευρύνοντας και ευθυγραμμίζοντας τους παλαιούς δρόμους, ανοίγοντας νέους, αποξηραίνοντας τους βάλτους, πειθαρχώντας την οικοδομική δραστηριότητα και ξαναδίνοντας ζωή στην εκκλησιαστική και στην κοσμική αρχιτεκτονική. Καθώς είχε σβήσει κάθε τοπική παράδοση, προσκλήθηκαν ξένοι αρχιτέκτονες για να σχεδιάσουν τα νέα κτίρια, και στην περίοδο αυτή ανάγονται χρονολογικά η εκκλησία της Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο, το μέγαρο της Καγκελαρίας, το μέγαρο Καπρανίκα, το μέγαρο Βενέτσια, η ανοικοδόμηση του Ασύλου του Αγίου Πνεύματος, η κατασκευή της Γέφυρας του Σίξτου και η ίδρυση της Βιβλιοθήκης του Βατικανού.Το επίμηκες εσωτερικό της βασιλικής της Σάντα Μαρία Ματζόρε φανερώνει τη νέα χριστιανική αρχιτεκτονική της μεσαιωνικής Ρώμης.
Το μαυσωλείο της Αγίας Κωνστάντζας του 4ο αι. είναι μία από τις πρώτες οικοδομές της ιταλικής πρωτεύουσας που χτίστηκε με κεντρικό σχέδιο. 
Το σπίτι των Κρεστσέντσι στη Ρώμη.

Από την αναγεννησιακή στη σύγχρονη πόλη. Τον 16o αι. η Ρ. είχε εξελιχθεί στην πρωτεύουσα της αναγεννησιακής τέχνης και σπουδαίοι καλλιτέχνες (Ντονάτο Μπραμάντε, Μιχαήλ Άγγελος, Ραφαήλ, Λεονάρντο ντα Βίντσι, Τζάκομο ντα Βινιόλα, Μπαρτολομέο Αμανάτι, Γιάκοπο Σανσοβίνο κ.ά.) από όλη την Ιταλία πήγαιναν εκεί για να εργαστούν. Ο πάπας Ιούλιος Β’ (1503-13) διάνοιξε την οδό που φέρει το όνομά του, γύρω από την οποία δημιουργήθηκε μια νέα συνοικία σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις της εποχής. Την ίδια περίοδο, ο Μπραμάντε ξεκίνησε την κατασκευή των ανακτόρων του Βατικανού και έχτισε τον κομψό ναΐσκο του Αγίου Πέτρου στο Μοντόριο (1502). Η λεηλασία της Ρ. από τον στρατό του αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας Καρόλου Ε’, το 1527, αποτέλεσε την αφορμή για νέα μείωση του πληθυσμού, αλλά το έργο της ανοικοδόμησης δεν σταμάτησε. Ο Μιχαήλ Άγγελος διηύθυνε τις εργασίες για την οικοδόμηση της νέας βασιλικής του Αγίου Πέτρου, σχεδίασε τη σημερινή διαμόρφωση του Καπιτωλίου, έχτισε τη βασιλική της Αγίας Μαρίας των Αγγέλων επάνω στις αρχαίες θέρμες του Διοκλητιανού και κατασκεύασε την Πόρτα Πία, ενώ το ίδιο διάστημα η πόλη κοσμήθηκε με ωραίες επαύλεις (Φαρνεζίνα, βίλα Μαντάμα, βίλα Τζούλια, Καζίνο του Πίου Δ’, βίλα των Μεδίκων) και νέες λαμπρές εκκλησίες (Άγιος Λουδοβίκος των Γάλλων, Άγιος Ιωάννης των Φλωρεντινών, εκκλησία του Ιησού). Στα τέλη του 16ου αι., επί πάπα Σίξτου Ε’ (1585-90), ο Ντομένικο Φοντάνα κατέστρωσε νέο συστηματικό πολεοδομικό σχέδιο για την πόλη της Ρ., ανοίγοντας νέες προοπτικές και συνδέοντας τη Σάντα Μαρία Ματζόρε με τον Άγιο Ιωάννη του Λατερανού, τον Άγιο Σταυρό της Ιερουσαλήμ και την Αγία Τριάδα των Βουνών.
Τον 17o αι. η Ρ. εξακολούθησε να αλλάζει όψη, καθώς ο Τζαν Λορέντσο Μπερνίνι, ο Κάρλο Μαντέρνο, ο Πιέτρο ντα Κορτόνα, ο Φραντσέσκο Μπορομίνι, ο Τζιρόλαμο Ραϊνάλντι και πολλοί άλλοι αρχιτέκτονες συνεργάστηκαν με πολεοδομικές λύσεις σκηνογραφικού τύπου στη δημιουργία νέων κτιρίων και μεγάλων πλατειών, στολισμένων με περιστύλια, οβελίσκους και σιντριβάνια. Εκείνη την περίοδο διαμορφώθηκαν, μεταξύ άλλων, η πλατεία του Αγίου Πέτρου, η πλατεία του Αγίου Ιωάννη του Λατερανού και η πλατεία Ναβόνα και κατασκευάστηκαν η Αγία Μαρία της Νίκης (1608-20), η Αγία Μαρία των θαυμάτων και η Αγία Μαρία του Μοντεσάντο στην πλατεία του Λαού, ο Άγιος Ανδρέας του Κάμπου, ο Άγιος Ανδρέας του Κυρηνάλιου, ο Σαν Καρλίνο στις Κουάτρο Φοντάνε, ο Σαντ Ίβο στη Σαπιέντσα, το Ορατόριο των Φιλιππίνων, ο Άγιος Ιγνάτιος, η πρόσοψη της Αγίας Μαρίας της Ειρήνης, το μέγαρο Παλαβιτσίνι-Ροσπιλιόζι, η έπαυλη Ντόρια Παμφίλι κ.ά.
Κατά τον 18ο αι. συνεχίστηκε –ίσως με ανάλογη φαντασία– η μνημειακή παράδοση του μπαρόκ και στην περίοδο αυτή χρονολογούνται οι σκάλες της Πλατείας της Ισπανίας, η Κρήνη του Τρέβι (Φοντάνα ντι Τρέβι), η πλατεία του Αγίου Ιγνατίου, το μέγαρο Κορσίνι, το μέγαρο της Κονσούλτας και η διασκευή της πρόσοψης των ναών του Αγίου Ιωάννη του Λατερανού, της Σάντα Μαρία Ματζόρε και του Αγίου Σταυρού της Ιερουσαλήμ. Κατά τα μέσα του αιώνα η παρουσία στη Ρ. του Άντον Ράφαελ Μενγκς και του Γιόχαν Γιόακιμ Βίνκελμαν και η δημοσίευση των χαρακτικών του Τζοβάνι Μπατίστα Πιρανέζι συνετέλεσαν στην αναβίωση της τάσης προς τον κλασικισμό, που συγκεκριμενοποιήθηκε αργότερα με τα έργα του Τζουζέπε Βαλαντιέ (διαμόρφωση της πλατείας του Λαού και του Πίντσιο, αναστήλωση του Κολοσσαίου και της Αψίδας του Τίτου).
Μετά την ανακήρυξη της Ρ. ως πρωτεύουσας της Ιταλίας το 1870 και μέχρι τις ημέρες μας, η πόλη γνώρισε αδιάκοπη επέκταση, την οποία όμως σπάνια συνόδευσαν πολεοδομικές και αρχιτεκτονικές λύσεις ανάλογες του λαμπρού παρελθόντος της. Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. δημιουργήθηκαν οι νέες συνοικίες του Εσκυλίνου, του Καιλίου και του Πράτι, διανοίχτηκαν οι νέες οδικές αρτηρίες της Βία Νατσιονάλε, της Βία Καβούρ και του Κόρσο Βιτόριο Εμανουέλε και διαμορφώθηκαν οι μεγάλες πλατείες της Εζέντρα, της Ιντιπεντέντσια και του Βίκτορα Εμμανουήλ (Βιτόριο Εμανουέλε). Παλαιές συνοικίες κατεδαφίστηκαν, όπως η συνοικία Αρακέλι, που γκρεμίστηκε, για να στηθεί το μνημείο του Βίκτορα Εμμανουήλ (Βιτοριάνο).
Τις τέσσερις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., έως την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, δημιουργήθηκαν νέες συνοικίες κατοικιών (Φλαμίνιο, Σαλάριο, Νομεντάνο, Μοντεβέρντε, Παριόλι, Σαν Τζοβάνι, Ματσίνι) και η πόλη ξεπέρασε έπειτα από 17 αιώνες τα αυρηλιανά τείχη. Την περίοδο της φασιστικής διακυβέρνησης (1922-43) η αρχιτεκτονική έφερε τη σφραγίδα της ρητορείας του Μπενίτο Μουσολίνι και δημιουργήθηκαν νέα κέντρα δημόσιου ενδιαφέροντος, όπως το Φόρο Μουσολίνι (τώρα Ιταλικό Φόρο) και η πανεπιστημιακή πόλη. Πραγματοποιήθηκαν, επίσης, συστηματικές κατεδαφίσεις για την αποκάλυψη αρχαιολογικών χώρων, που κατέληξαν όμως μόνο σε σκηνογραφικά και ρητορικά κατασκευάσματα (Φόρι, Τόρε Αρτζεντίνα, πλατεία Αυτοκράτορα Αύγουστου, οδός της Συμφιλίωσης). Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο η πόλη συνέχισε να αναπτύσσεται με τη δημιουργία νέων συνοικιών (Τουσκολάνο, Πρενεστίνο, Οστιένσε, Μοντεβέρντε Νουόβο, Μόντε Μάριο, Βίνια Κλάρα, Τoρ ντι Κουίντο, Παριόλι Νουόβι), ενώ από τα αρχιτεκτονικά έργα της περιόδου ξεχωρίζουν, μεταξύ άλλων: ο Σιδηροδρομικός Σταθμός, το Μικρό Μέγαρο Αθλητισμού (Ρalazzeto dello Sport), το Μέγαρο της Αναγέννησης, το αεροδρόμιο Λεονάρντο ντα Βίντσι στο Φιουμιτσίνο κ.ά.Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κτίρια της Ρώμης είναι το μνημείο του Βίκτορα Εμμανουήλ, γνωστό και ως «Βιτοριάνο»· για να χτιστεί (τέλη 19ου αι.), χρειάστηκε να γκρεμιστεί η συνοικία Αρακέλι (φωτ. Θέμη Παλπάνα).
Άποψη του παλατιού του Καπιτωλίου, το οποίο στις μέρες μας στεγάζει το δημαρχείο της Ρώμης· η σημερινή διαμόρφωσή του έχει σχεδιαστεί από τον Μιχαήλ Άγγελο (φωτ. Ροζαλίας Χριστοδουλοπούλου). 
Γενική άποψη της πλατείας του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, η οποία διαμορφώθηκε στη σημερινή επιβλητική της μορφή, τον 17ο αι. (φωτ. ΑΠΕ). 
O ναΐσκος του Αγίου Πέτρου στο Μοντόριο χτίστηκε από τον Ντονάτο Μπραμάντε στις αρχές του 16ου αι. και αποτελεί δείγμα της αρχιτεκτονικής στη Ρώμη της Αναγέννησης.H δημοφιλής Κρήνη του Τρέβι, γνωστή και ως «Φοντάνα ντι Τρέβι», είναι έργο του 18ου αι. με έντονα μπαρόκ στοιχεία· σύμφωνα με την τοπική λαϊκή παράδοση, όποιος ρίξει ένα νόμισμα στα νερά της, θα επιστρέψει στη Ρώμη (φωτ. Βίκυς Τσάμη). Σιντριβάνι με αγάλματα στην αναγεννησιακή πλατεία Ναβόνα στη Ρώμη (φωτ. Ροζαλίας Χριστοδουλοπούλου).
Ιστορία. Πληθώρα μύθων έχει συνδεθεί με την ίδρυση της Ρ., καθώς οι πολίτες της για αρκετούς αιώνες κοσμοκράτειρας προσπαθούσαν να προσδώσουν ιδιαίτερη προέλευση στους αρχαίους ιδρυτές της πόλης τους, θέλοντας να διατυμπανίσουν στους κατακτημένους λαούς της αυτοκρατορίας ότι η κυριαρχία τους απηχούσε θεϊκό θέλημα και όχι απλώς στρατιωτική και πολιτική υπεροπλία. Έτσι, η καταγωγή των κατοίκων της περιοχής είχε αποδοθεί στον μυθικό ήρωα της Ιλιάδας Αινεία, ο οποίος είχε κατορθώσει –σύμφωνα με τον μύθο– να διαφύγει μαζί με την οικογένειά του από την Τροία λίγο πριν αυτή καταστραφεί από τους Αχαιούς, ενώ η ενοποίηση των αρχικών οικισμών των τριών από τους λόφους της Ρ. (Παλατίνος, Καπιτώλιο, Αβεντίνος) και η δημιουργία της αιώνιας πόλης αποδίδονταν στον επίσης μυθικό ήρωα Ρωμύλο, το 753 π.Χ., μια συμβατική χρονολογία, που σύμφωνα με τους ιστορικούς υιοθετήθηκε αρκετά αργότερα και βρισκόταν κοντά στην έναρξη της περιόδου κυριαρχίας των Ετρούσκων βασιλέων.
Η περίοδος της βασιλείας. Το ιστορικά αποδεδειγμένο γεγονός είναι ότι κατά τον 8ο αι. π.Χ. στον οικισμό των Ράμνητων στον Παλατίνο λόφο επιβλήθηκαν οι Ετρούσκοι, οι οποίοι πιθανότατα επέβαλαν τον θεσμό της μοναρχίας (ή αντικατέστησαν τους έως τότε Λατίνους μονάρχες) και τους συνένωσαν με τους Τίτιες και τους Λούκερνες, δημιουργώντας μια νέα πόλη, που γρήγορα αναδείχθηκε στην κυρίαρχη δύναμη της κάτω κοιλάδας του Τίβερη. Συνολικά, 7 μυθικοί βασιλιάδες (Ρωμύλος, Νουμάς Πομπίλιος, Τύλλος Οστίλιος, Άγκος Μάρκιος, Λεύκιος Ταρκύνιος Πρίσκος, Σέρβιος Τύλλιος και Λεύκιος Ταρκύνιος ο Υπερήφανος) κυβέρνησαν τη Ρ. έως τα τέλη του 6ου αι. π.Χ., περίοδο κατά την οποία οι Ρωμαίοι αποξήραναν τα έλη της περιοχής, μεγαλώνοντας την πόλη τους, υιοθέτησαν αρκετά από τα επιτεύγματα του πολιτισμού των Ετρούσκων, βελτιώνοντας αρκετούς τομείς της ζωής τους, και διαμόρφωσαν το λατινικό αλφάβητο με βάση το ελληνικό.
Η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Η κατάλυση της μοναρχίας από την άρχουσα τάξη των πατρικίων και η αντικατάσταση των βασιλιάδων από τον θεσμό των δύο αιρετών υπάτων δεν έλυσε τα κοινωνικά προβλήματα στην πόλη της Ρ., καθώς η κατώτερη τάξη των πληβείων προσπαθούσε να αποκτήσει μέρος της εξουσίας. Ύστερα από αρκετές συγκρούσεις, που λίγο έλειψε να προκαλέσουν τη διάλυση της πόλης, η οποία το ίδιο διάστημα αντιμετώπιζε και τις εισβολές διαφόρων λαών της κεντρικής Ιταλίας (Ουόλσκοι, Ομβρικοί, Σαβίνοι, Σαμνίτες κ.ά.), γύρω στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. επήλθε μια κοινωνική ισορροπία με την πρώτη κωδικοποίηση νόμων (Δωδεκάδελτος) το 451, την εκχώρηση ορισμένων προνομίων και εξουσιών στους πληβείους και τη βαθμιαία ισχυροποίηση της Συγκλήτου έναντι των υπάτων. Η ισορροπία αυτή σε συνδυασμό με την παρακμή της ετρουσκικής δύναμης έδωσε τη δυνατότητα στη Ρ., που στο μεσοδιάστημα είχε ενισχυθεί με τη δημιουργία της συμμαχίας του Λατινικού Συνδέσμου, να αναλάβει σειρά επεκτατικών πολέμων, που την καθιέρωσαν μέσα σε έναν αιώνα ως τη μεγαλύτερη δύναμη της κεντρικής Ιταλίας.
Η αρχή έγινε με την κατάκτηση της πλούσιας και ισχυρής ετρουσκικής πόλης Βήιοι το 396 π.Χ. και, παρά την άλωση της Ρ. από Γαλάτες επιδρομείς το 390 π.Χ., συνεχίστηκε με τη διεξαγωγή του Α’ Σαμνιτικού πολέμου (343-341 π.Χ.), που επέφερε την εξάπλωση της ρωμαϊκής επιρροής έως τη βόρεια Καμπανία, με την κατάπνιξη της εξέγερσης των πόλεων του Λατινικού Συνδέσμου και την ουσιαστική ενσωμάτωσή τους στη ρωμαϊκή επικράτεια (340-338 π.Χ.) και με τη διεξαγωγή του Β’ (326-304 π.Χ.) και του Γ’ Σαμνιτικού πολέμου (298-290 π.Χ.), που κατέληξαν με την κατάκτηση των Σαμνιτών. Η εξάπλωση της Ρ. στην Κάτω Ιταλία την έφερε σε σύγκρουση με την ισχυρή ελληνική αποικία του Τάραντα, που ζήτησε τη βοήθεια του βασιλιά της Ηπείρου, Πύρρου (307-272 π.Χ.). Ο τελευταίος ανταποκρίθηκε, αποβιβαζόμενος με ισχυρές δυνάμεις στην Ιταλική χερσόνησο και νικώντας τους Ρωμαίους στις μάχες της Ηράκλειας (280 π.Χ.) και του Άσκουλου (279 π.Χ.), αλλά η αδυναμία του να αναπληρώσει τις απώλειες του στρατού του έδωσε τη δυνατότητα στους τελευταίους να ανασυνταχθούν και να τον νικήσουν στη μάχη του Μπενεβέντο (275 π.Χ.), υποχρεώνοντάς τον να επιστρέψει άπρακτος στην Ελλάδα.
Η ανάδειξη σε κυρίαρχη μεσογειακή δύναμη. Η συνεχής επέκταση της Ρ. δεν άργησε να τη φέρει σε σύγκρουση με την έως τότε μεγαλύτερη δύναμη της Δυτικής Μεσογείου, την Καρχηδόνα, η οποία έβλεπε τους Ρωμαίους να εισέρχονται στους εμπορικούς της δρόμους και σε περιοχές που βρίσκονταν έως εκείνη την εποχή αποκλειστικά στη δική της σφαίρα επιρροής. Η αφορμή δεν άργησε να δοθεί και περίπου μία δεκαετία μετά τη νίκη τους επί του Πύρρου, οι Ρωμαίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους Καρχηδόνιους στον Α’ Καρχηδονιακό πόλεμο (264-241 π.Χ.). Το αποτέλεσμα της αναμέτρησης ήταν νικηφόρο για τους κατοίκους της αιώνιας πόλης, οι οποίοι υποχρέωσαν τους Καρχηδόνιους να αποχωρήσουν από τη Σικελία και μπόρεσαν τα επόμενα χρόνια να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στη Σαρδηνία και στην Κορσική. Παράλληλα, οι Ρωμαίοι διασφάλισαν τα βόρεια σύνορά τους, νικώντας τους Γαλάτες και τους Λίγυρες, και περιόρισαν την πειρατεία στην Αδριατική, δημιουργώντας προτεκτοράτο στην Ιλλυρία και στην Κέρκυρα, μετά την επικράτησή τους στον Α’ (229-228 π.Χ.) και στον Β’ Ιλλυρικό πόλεμο (220-219 π.Χ.).
Η επιρροή της Ρ. είχε εξαπλωθεί σχεδόν σε ολόκληρη τη Δυτική Μεσόγειο, με αποτέλεσμα την πρόκληση ενός ακόμη πολέμου με την Καρχηδόνα, η οποία έβλεπε τη δύναμή της να εξασθενεί. Ο Β’ Καρχηδονιακός πόλεμος (218-201 π.Χ.) ολοκληρώθηκε με τη Ρ. να κατακτά ολόκληρη τη Σικελία και τις καρχηδονιακές κτήσεις στην ιβηρική χερσόνησο και την Καρχηδόνα να χάνει τον στόλο της και να μετατρέπεται σε σκιά της πρότερης δύναμής της. Την ίδια περίοδο οι Ρωμαίοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν το προτεκτοράτο τους στην Ιλλυρία, αντιμετωπίζοντας με επιτυχία τον βασιλιά της Μακεδονίας, Φίλιππο Ε’ (221-179 π.Χ.), στον Α’ Μακεδονικό πόλεμο (215-205 π.Χ.), ενώ αμέσως μετά τη νίκη τους επί των Καρχηδονίων κατόρθωσαν να επικρατήσουν και στον Β’ Μακεδονικό πόλεμο (200-197 π.Χ.), επιβάλλοντας δυσχερέστατη συνθήκη ειρήνης στον Φίλιππο και επιταχύνοντας την εξασθένιση της Μακεδονίας. Ακολούθησαν η νίκη τους επί του ηγεμόνα του ελληνιστικού βασιλείου των Σελευκιδών, Αντίοχου Γ’ του Μέγα (223-187 π.Χ.), στον Αντιοχικό πόλεμο (192-188 π.Χ.)· η διάλυση του βασιλείου της Μακεδονίας, ύστερα από τον Γ’ Μακεδονικό πόλεμο (171-168 π.Χ.)· η καταστροφή της Καρχηδόνας στον Γ’ Καρχηδονιακό πόλεμο (149-146 π.Χ.)· η διάλυση της Αχαϊκής Συμπολιτείας και η καταστροφή της Κορίνθου στον Αχαϊκό πόλεμο (146 π.Χ.)· και η υποταγή και μετατροπή σε ρωμαϊκές επαρχίες ολόκληρης της ιβηρικής χερσονήσου, της Ναρβωνησίας (σημερινή νότια Γαλλία) και μέρους της Μικράς Ασίας.
Από τη δημοκρατία στην αυτοκρατορία. Η Ρ. ήταν πλέον πρωτεύουσα του αδιαμφισβήτητα ισχυρότερου κράτους της Μεσογείου, κληρονομώντας ουσιαστικά την οικονομική και πνευματική σφαίρα του ελληνιστικού κόσμου και διευρύνοντάς την από τις Ηράκλειες στήλες (Γιβραλτάρ) έως τη Μεσοποταμία (σημερινό Ιράκ). Ο ρόλος της κυρίαρχης δύναμης, όμως, επέβαλε κολοσσιαία οργανωτικά καθήκοντα, στα οποία δεν μπορούσε να ανταποκριθεί η πολιτική της διάρθρωση, που προερχόταν από τη μορφή της πόλης-κράτους, με ελάχιστες υπηρεσίες και λίγα διοικητικά στελέχη. Παράλληλα, οι κοινωνικές συγκρούσεις στην πόλη είχαν εκ νέου ενταθεί, καθώς οι πατρίκιοι πλούτιζαν συνεχώς από τα λάφυρα των εκστρατειών και τους φόρους των κατακτημένων περιοχών, ενώ οι πληβείοι και οι έποικοι, που είχαν συρρεύσει από διάφορες περιοχές, βρίσκονταν σε όλο και δυσχερέστερη οικονομική κατάσταση από τους συνεχείς πολέμους και τις μακροχρόνιες στρατιωτικές τους υποχρεώσεις. Η γη είχε συγκεντρωθεί σε λίγους αριστοκράτες, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της τάξης των μικρών και μεσαίων αγροτών και την ερήμωση της ιταλικής υπαίθρου. Η προσπάθεια του δημάρχου Τιβέριου Γράκχου για αγροτική μεταρρύθμιση προσέκρουσε στην έντονη αντίδραση της Συγκλήτου και κατέληξε στη δολοφονία του το 133 π.Χ., ενώ ανάλογη τύχη είχε λίγα χρόνια αργότερα και ο αδερφός του Γάιος Γράκχος, ο οποίος είχε επίσης εκλεγεί δήμαρχος και συνέχισε την αγροτική μεταρρύθμιση, υποστηρίζοντας παράλληλα την απονομή δικαιωμάτων Ρωμαίου πολίτη σε όλους τους Λατίνους με στόχο τη δημογραφική ενίσχυση της Ρ. και παράλληλα την εκτόνωση των αντιπαραθέσεων.
Η στάση αυτή της Συγκλήτου, όμως, οδήγησε τελικά στη σταδιακή αποδυνάμωσή της και στην αποσταθεροποίηση της ρωμαϊκής δημοκρατίας, καθώς ο ρωμαϊκός στρατός έπαψε να στηρίζεται στην τάξη των μικρών και μεσαίων αγροτών, οι οποίοι έχασαν τη δημογραφική ζωτικότητά τους τη στιγμή που απαιτούνταν πολυπληθείς φρουρές για τον έλεγχο των όλο και πιο μακρινών κτήσεων, και βασιζόταν ολοένα περισσότερο σε μισθοφόρους, η αφοσίωση των οποίων όμως βρισκόταν στον ηγέτη που τους πλήρωνε και όχι στο κράτος και στους θεσμούς. Έτσι, ο Γάιος Μάριος με μισθοφορικό στρατό κατόρθωσε να νικήσει το 105 π.Χ. τον βασιλιά της Νουμιδίας Ιουγούρθα (118-105 π.Χ.), προσαρτώντας στη ρωμαϊκή επικράτεια ολόκληρη τη δυτική Βόρεια Αφρική, και λίγα χρόνια αργότερα τους Τεύτονες (102 π.Χ.) και τους Κίμβρους (101 π.Χ.), διασφαλίζοντας τα βόρεια σύνορα της Ρ. Το αναδιοργανωμένο στράτευμα κατέστειλε την επανάσταση των ιταλικών λαών στον Συμμαχικό πόλεμο (91-88 π.Χ.), αλλά αφού πρώτα η Σύγκλητος υποχρεώθηκε να εκχωρήσει δικαιώματα Ρωμαίου πολίτη σε όλους τους κατοίκους της Ιταλίας νότια του ποταμού Πάδου· επίσης, επικράτησε στους τέσσερις Μιθριδατικούς πολέμους (89-63 π.Χ.), θέτοντας ολόκληρη τη Μικρά Ασία, τη Συρία και την Παλαιστίνη υπό ρωμαϊκή επικυριαρχία, κατέπνιξε την εξέγερση των σκλάβων υπό τον Σπάρτακο (73-71 π.Χ.) και ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Γαλατίας (58-51 π.Χ.). Παράλληλα, όμως, ο στρατός υποκατέστησε και το εκλογικό σώμα, παίζοντας καθοριστικό ρόλο στους εμφυλίους πολέμους των Ρωμαίων ανώτατων αξιωματούχων, οι οποίοι επεδίωκαν τη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια τους.
Το 88 π.Χ. η Σύγκλητος ανέθεσε στον Σύλλα τη διεξαγωγή του πολέμου κατά του βασιλιά του Πόντου, Μιθριδάτη ΣΤ’ του Ευπάτορα (120-63 π.Χ.), αλλά λίγο πριν αναχωρήσει το εκστρατευτικό σώμα για την Ανατολή ο δήμαρχος Σέρβιος Ρούφος Σουλπίκιος πέτυχε να δοθεί η αρχηγία του στρατού στον Γάιο Μάριο· ο Σύλλας τότε εισέβαλε με τον στρατό στη Ρώμη, εκτέλεσε τον Σέρβιο Ρούφο Σουλπίκιο και πολλούς ακόμη οπαδούς του Μάριου, διατηρώντας την αρχιστρατηγία, επέβαλε υπό την απειλή των όπλων αλλαγές στη νομοθεσία και στη συνέχεια επικράτησε και του Μιθριδάτη στον Α’ Μιθριδατικό πόλεμο (89-85 π.Χ.). Το 87 π.Χ., όμως, και ενώ ο Σύλλας βρισκόταν στην Ελλάδα, ο Γάιος Μάριος με τον Λεύκιο Κορνήλιο Κίννα κατέλαβαν τη Ρώμη, εκτέλεσαν πολλούς οπαδούς του Σύλλα και επέβαλαν τις δικές τους μεταρρυθμίσεις. Ο τελευταίος επέστρεψε το 82 π.Χ. στην Ιταλία, τερμάτισε τον εμφύλιο, νικώντας στην πολύνεκρη μάχη της Κολλίνης Πύλης (στα βόρεια προάστια της Ρ.) και στη συνέχεια αυτοδιορίστηκε ισόβιος δικτάτορας της αιώνιας πόλης, διασφαλίζοντας την κυριαρχία του με εκτελέσεις χιλιάδων πολιτικών του αντιπάλων.
Το 49 π.Χ. ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ, αφού είχε ολοκληρώσει την κατάκτηση της Γαλατίας και την οργάνωσή της σε ρωμαϊκές επαρχίες, αρνήθηκε να υπακούσει στις επιταγές της Συγκλήτου και να παραδώσει την αρχηγία του στρατού του, αλλά αντίθετα πέρασε με μία λεγεώνα τον ποταμό Ρουβίκωνα και κατέλαβε τη Ρ., ξεκινώντας έναν νέο εμφύλιο πόλεμο με αντίπαλο τον Γναίο Πομπήιο· ο πόλεμος αυτός συντάραξε ολόκληρη τη ρωμαϊκή επικράτεια. Ο Καίσαρ, αφού προσεταιρίστηκε και τις λεγεώνες της Ισπανίας, μετέβη στην Ελλάδα, όπου επικράτησε του αντιπάλου του στη μάχη των Φαρσάλων (48 π.Χ.)· στη συνέχεια πήγε στην Αίγυπτο, όπου επέβαλε ουσιαστικά την εξουσία της Κλεοπάτρας, και, αφού επικράτησε του βασιλιά του Πόντου Φαρνάκη Β’ (63-47 π.Χ.), αποκαθιστώντας τη ρωμαϊκή κυριαρχία σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία, καταδίωξε τους οπαδούς του νεκρού πλέον Πομπήιου (είχε δολοφονηθεί το 48 π.Χ.) στη βόρεια Αφρική, όπου νίκησε στη μάχη της Θαψού (46 π.Χ.), και στην Ισπανία, όπου με τη νίκη του στη μάχη της Μούντα (45 π.Χ.) τερμάτισε τον εμφύλιο.
Η δολοφονία του Καίσαρα, το 44 π.Χ., άνοιξε έναν νέο κύκλο εμφυλίων πολέμων, κατά τους οποίους αρχικά ο Οκταβιανός και ο Μάρκος Αντώνιος νίκησαν τους δολοφόνους του Καίσαρα, Γάιο Λογγίνο Κάσσιο και Μάρκο Ιούνιο Βρούτο, στη μάχη των Φιλίππων (42 π.Χ.), αλλά στη συνέχεια συγκρούστηκαν και μεταξύ τους. Η καθοριστική αναμέτρηση έγινε για μία ακόμη φορά στην Ελλάδα, όπου ο Οκταβιανός νίκησε στη ναυμαχία που έγινε στο Άκτιο της Ηπείρου, το 31 π.Χ., και μένοντας μόνος κυρίαρχος στη ρωμαϊκή επικράτεια, πήρε την επωνυμία Αύγουστος και με σειρά νόμων κατέλυσε ουσιαστικά τη δημοκρατία, εγκαθιδρύοντας από το 27 π.Χ. τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (βλ. λ.).
Η Ρώμη κατά τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ως πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας η πόλη της Ρ. αποτελούσε σύμφωνα με τους ιστορικούς της εποχής το «κέντρο του κόσμου» και κοσμήθηκε από τους εκάστοτε αυτοκράτορες με πλήθος μνημείων, πολλά από τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα. Σταδιακά, όμως, η ηγετική της θέση εξασθενούσε, καθώς οι δυσκολίες για την αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων στη Δύση μετατόπιζε το κέντρο βάρους της αυτοκρατορίας προς την Ανατολή.
Ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός (284-305) με τις μεταρρυθμίσεις του μετέφερε την έδρα του αυτοκράτορα της Δύσης στο Μεδιόλανο (σημερινό Μιλάνο), ενώ το 330 ο Κωνσταντίνος Α’ ο Μέγας (306-337) κατέστησε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας τη νεόδμητη Κωνσταντινούπολη (Βυζάντιο). Η Ρ. δεν ήταν πλέον πρωτεύουσα της δικής της αυτοκρατορίας, ενώ και το 402 ο Ονώριος προτίμησε τη Ραβένα από την αιώνια πόλη ως έδρα του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους.
Την ίδια περίοδο οι συνεχείς εισβολές διαφόρων λαών στην αυτοκρατορία δεν άφησαν τελικά αλώβητη και τη Ρ. Το 410 οι Βησιγότθοι του Αλάριχου Α’ την κατέλαβαν και τη λεηλάτησαν, ενώ το ίδιο έκαναν το 455 και οι Βάνδαλοι του Γεζέριχου, προκαλώντας δημογραφική μείωση στην άλλοτε κραταιά κοσμοκράτειρα. Με την απομάκρυνση των πολιτικών αρχών από την πόλη, τον συνακόλουθο περιορισμό της πολιτικής της ισχύος και παράλληλα την άνοδο του χριστιανισμού, οι κάτοικοί της είχαν στραφεί προς τη θρησκεία και ο εκάστοτε πάπας, εκτός από μεγάλη θρησκευτική επιρροή σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο, απέκτησε σταδιακά και πολιτικές εξουσίες, τις οποίες ασκούσε στην ευρύτερη περιφέρεια της πόλης. Δεν είναι τυχαίοι άλλωστε οι θρύλοι για αποτελεσματική παρέμβαση του πάπα Λέοντα Α’ του Μέγα (440-461) και αποφυγή λεηλασίας της Ρ. από τους Ούννους του Αττίλα το 452.O πάπας Λέων Α’ ο Μέγας ενώ αντιμετωπίζει τον Αττίλα, σε νωπογραφία του Ραφαήλ (Αίθουσα του Ηλιόδωρου, Βατικανό).

Τα ρωμαιοβαρβαρικά βασίλεια. Παρά την επιρροή της, η θρησκευτική ηγεσία της Ρ. δεν μπορούσε να αποτρέψει την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους το 476. Εκείνο που μπόρεσε να κάνει, όμως, ήταν να χειριστεί με εξαιρετική διπλωματία τη διάδοχο κατάσταση, ενισχύοντας τη θέση της στη δυτική Ευρώπη και στους εκχριστιανισμένους εισβολείς έναντι των υπολοίπων πατριαρχείων και ιδιαίτερα της Κωνσταντινούπολης, με το οποίο βρισκόταν ήδη σε διαμάχη για την πρωτοκαθεδρία στον χριστιανικό κόσμο. Τόσο ο Οδόακρος (476-493) όσο και ο βασιλιάς των Οστρογότθων Θεοδώριχος (471-526), που νίκησε τον προηγούμενο το 493 και εγκαθίδρυσε το βασίλειο των Οστρογότθων στην Ιταλία, επέλεξαν ως πρωτεύουσα τη Ραβένα και, αν και οπαδοί του αρειανισμού, δεν αναμείχθηκαν στα ζητήματα της Εκκλησίας –εκτός από τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Θεοδώριχου, όταν ο Γότθος ηγεμόνας ανησυχούσε για τυχόν σύμπραξη του πάπα με τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου, με στόχο την αποσταθεροποίηση της εξουσίας του–, αφήνοντας στον εκάστοτε πάπα ανοιχτό πεδίο δράσης.
Το 535, ύστερα από ένα ζήτημα στη διαδοχή του βασιλείου των Οστρογότθων, δόθηκε η ευκαιρία στον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α’ να επιχειρήσει την ανάκτηση (καθώς η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν ο φυσικός διάδοχος της Ρωμαϊκής) της Ιταλίας και της κοιτίδας της αυτοκρατορίας, της Ρ. Το 536 ο στρατηγός Βελισάριος κατέλαβε την πόλη, αλλά τον επόμενο χρόνο ο βασιλιάς των Οστρογότθων Ουίτιγις την πολιόρκησε για περισσότερο από έναν χρόνο (537-538), χωρίς όμως να κατορθώσει να την καταλάβει. Η πτώση και της Ραβένα, το 540, έδωσε προς στιγμήν την εντύπωση ότι οι Βυζαντινοί είχαν ανακτήσει πλέον την Ιταλική χερσόνησο, όμως, ο πόλεμος έμελλε να διαρκέσει 15 ακόμη χρόνια. Το 545, ο νέος βασιλιάς των Οστρογότθων, Τωτίλας, επανέλαβε την πολιορκία της Ρ. και την κατέλαβε λίγους μήνες αργότερα (546), αλλά δεν μπόρεσε να την κρατήσει και την εγκατέλειψε εκ νέου στους Βυζαντινούς. Το 549, οι Οστρογότθοι πολιόρκησαν για τρίτη φορά την αιώνια πόλη και την κατέλαβαν τον επόμενο χρόνο, αποφασισμένοι αυτή τη φορά να μην την αφήσουν, αλλά να την καταστήσουν πρωτεύουσα του κράτους τους. Το 552, όμως, η συντριπτική ήττα τους στη μάχη των Βουσταγαλλώρων, όπου σκοτώθηκε και ο Τωτίλας, έδωσε την ευκαιρία στους Βυζαντινούς να ανακτήσουν τον έλεγχο της Ρ. και να τον διατηρήσουν αυτή τη φορά σχεδόν για δύο αιώνες.
Η βυζαντινή κυριαρχία. Οι συνεχείς πόλεμοι για την ανάκτηση της Ιταλικής χερσονήσου και οι τρεις πολιορκίες της Ρ. έπληξαν θανάσιμα την οικονομία της αιώνιας πόλης, η οποία είχε χάσει τη ζωτικότητά της και αποτελούσε φάντασμα του παρελθόντος της. Κατά τη διάρκεια της βυζαντινής κυριαρχίας που ακολούθησε, η Ρ. συνέχισε να έχει δευτερεύοντα πολιτικό ρόλο, αποτελώντας έδρα δουκάτου του εξαρχάτου της Ραβένα, ενώ και η περιοχή δεν είχε ειρηνεύσει, καθώς λίγα χρόνια μετά την ήττα των Οστρογότθων εισέβαλαν στην Ιταλία οι Λογγοβάρδοι, οι οποίοι περιόρισαν σημαντικά τη βυζαντινή κυριαρχία, συντηρώντας μια εμπόλεμη κατάσταση που δεν επέτρεπε την οικονομική αναγέννηση της χερσονήσου. Η πτώση της Ραβένα, το 752 από τους Λογγοβάρδους, σήμανε το τέλος της βυζαντινής κυριαρχίας και στη Ρ., ενώ η ήττα των τελευταίων λίγο αργότερα από τους Φράγκους, με τους οποίους οι πάπες διατηρούσαν πολύ στενούς δεσμούς, αποτέλεσε την απαρχή μιας νέας εποχής για την αιώνια πόλη. Το 754, η κοσμική εξουσία των παπών επισημοποιήθηκε με την ίδρυση του Παπικού κράτους, το οποίο αρχικά περιλάμβανε τη Ρ. και λίγα κάστρα γύρω από αυτήν, ενώ το 756 ο βασιλιάς των Φράγκων Πεπίνος ο Βραχύς χάρισε στον πάπα τη Ραβένα και άλλες πόλεις, με αποτέλεσμα την επέκταση του Παπικού κράτους και την καθιέρωσή του ως κυρίαρχη δύναμη στην κεντρική Ιταλία.
Το Παπικό κράτος. Υπό την παπική εξουσία η Ρ. επανήλθε ως ισχυρή δύναμη, αυτήν τη φορά όχι στρατιωτική, αλλά πνευματική. Οι εκάστοτε πάπες ασκούσαν τη θρησκευτική εξουσία τους και την ευρεία επιρροή τους αποδεχόμενοι ή όχι την ανάδειξη βασιλιάδων ή αυτοκρατόρων και συνασπίζοντας, όποτε θεωρούσαν απαραίτητο, τη στρατιωτική δύναμη των εκλεκτών τους, για να επιβάλουν τη θέλησή τους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η στέψη του Καρλομάγνου το 800 από τον πάπα Λέοντα Γ’ στη Ρ. ως αυτοκράτορα της νεοσυσταθείσης Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και βέβαια η οργάνωση και διεξαγωγή των Σταυροφοριών (11ος-13ος αι.). Η ισχύς αυτή, όμως, δεν εμπόδισε τους Άραβες να λεηλατήσουν την πόλη το 846, ενώ αρκετές φορές ακόμη διάφοροι ηγεμόνες χριστιανικών δυνάμεων επιχειρούσαν να επιβάλουν τη θέλησή τους στον εκάστοτε ποντίφικα πολιορκώντας και καταλαμβάνοντας την ιερή πόλη της Δυτ. Καθολικής Εκκλησίας, όπως ο αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας Φρειδερίκος Α’ Μπαρμπαρόσα το 1167.
Την ίδια περίοδο την πόλη της Ρ. διοικούσαν, υπό την υψηλή εποπτεία της Εκκλησίας, λίγες αριστοκρατικές οικογένειες, οι οποίες, έχοντας κατά κάποιον τρόπο αναβιώσει –έστω και με λιγότερες εξουσίες– τον αρχαίο θεσμό της Συγκλήτου, αντιμάχονταν μεταξύ τους για την εξουσία και την επιβολή της επιρροής τους στο Βατικανό και στον εκάστοτε ποντίφικα (τα μέλη τους διεξήγαγαν και τις εκλογές για την ανάδειξη του επόμενου πάπα). Για να αποφύγει αυτές τις διαμάχες –και πιο συγκεκριμένα μεταξύ των οικογενειών των Γκαετάνι και των Κολόνα– ο πάπας Κλήμης Ε’ μετέφερε το 1309 την έδρα της Δυτ. Καθολικής Εκκλησίας από τη Ρ. στην Αβινιόν, όπου και παρέμεινε έως το 1377, προκαλώντας νέα οικονομική καταστροφή στην πόλη, ο πληθυσμός της οποίας μειώθηκε ακόμη περισσότερο.
Με την επιστροφή τους, οι πάπες φρόντισαν να καταλύσουν τις όποιες προσπάθειες αναβίωσης της ρωμαϊκής δημοκρατίας και να επιβάλουν στους πολίτες της Ρ. την απόλυτη και αδιαμφισβήτητη εξουσία τους. Έχοντας εξασφαλισμένη την κυριαρχία τους και με ανεξάντλητους οικονομικούς πόρους από τις εισφορές των πιστών, φρόντισαν τους επόμενους αιώνες (15ος-18ος) να κοσμήσουν το Βατικανό και τη Ρ. εν γένει με πλήθος μνημείων, ενώ παράλληλα συνέχιζαν να αναμειγνύονται στις διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, ευνοώντας τον έναν ή τον άλλο συνασπισμό δυνάμεων σύμφωνα με τα συμφέροντά τους και επεκτείνοντας τις κτήσεις τους. Συνήθως, όμως, δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν και στρατιωτικά αυτή την τελευταία δραστηριότητά τους με δυσάρεστα αποτελέσματα για την αιώνια πόλη, όπως για παράδειγμα η άλωση και η λεηλασία της το 1527 από τον στρατό του αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, Καρόλου Ε’.
Η θεοκρατία του Παπικού κράτους δέχθηκε τον πρώτο της ισχυρό κλονισμό από τα μηνύματα που διέδωσε ο Διαφωτισμός και από την έκρηξη της Γαλλικής επανάστασης το 1789, καθώς μεγάλωνε η λαϊκή δυσαρέσκεια εναντίον της. Το 1796, ο στρατός του Ναπολέοντα εισέβαλε στο Παπικό κράτος, αλλά υποχώρησε ύστερα από ανακωχή, που εξαγόρασε ο πάπας Πίος ΣΤ’. Επέστρεψε, όμως, το 1798 και εξόρισε τον πάπα, ανακηρύσσοντας τη Ρ. δημοκρατία. Το 1800, ο πάπας Πίος Ζ’ κατόρθωσε να ανακτήσει μέρος της εξουσίας του, αλλά ο γαλλικός στρατός κατέλαβε εκ νέου την πόλη το 1809, εξορίζοντας και αυτόν τον ποντίφικα, και προσάρτησε τη Ρ. στη Γαλλία. Μόνο μετά την οριστική ήττα του Ναπολέοντα, το 1815, ο Πίος κατάφερε να ανακτήσει όλες τις προηγούμενες εξουσίες του.
Κατά τη διάρκεια του Ριζορτζιμέντο πραγματοποιήθηκαν στο Παπικό κράτος δύο λαϊκές εξεγέρσεις (1831 και 1848) με αίτημα την εκχώρηση συντάγματος και το 1849 ανακηρύχθηκε μία ακόμη βραχύχρονη ρωμαϊκή δημοκρατία, που εξόρισε τον πάπα Πίο Θ’. Ο τελευταίος επέστρεψε με γαλλικά στρατεύματα το 1850 και αποκατέστησε την εξουσία του, εφαρμόζοντας στη συνέχεια εξαιρετικά απολυταρχική πολιτική. Το 1862, ο Τζουζέπε Γκαριμπάλντι, αφού είχε καταλύσει το βασίλειο των Δύο Σικελιών, εισέβαλε στις κτήσεις του πάπα, αλλά δεν κατέλαβε τη Ρ., ύστερα από επέμβαση του ηγεμόνα του νεοσύστατου βασιλείου της Ιταλίας, Βίκτορα Εμμανουήλ Β’. Ο Γκαριμπάλντι επανέλαβε την απόπειρά του το 1867 αλλά και τότε ανακόπηκε από τον στρατό του αυτοκράτορα της Γαλλίας, Ναπολέοντα Γ’. Τελικά, η Ρ. κατελήφθη από τον ιταλικό στρατό το 1870, κατά τη διάρκεια του Γαλλοπρωσικού πολέμου του 1870-71, και ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα του βασιλείου.H σημερινή όψη της βασιλικής του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, διαμορφώθηκε την περίοδο 1506-1626, όταν οι ηγέτες του Παπικού κράτους διέθεταν ανεξάντλητους οικονομικούς πόρους από τις εισφορές των πιστών (φωτ. Ροζαλίας Χριστοδουλοπούλου).

Η Ρώμη πρωτεύουσα της Ιταλίας. Η προσάρτηση της Ρ. στην Ιταλία και η κατάλυση της παπικής εξουσίας δεν έγινε αμέσως αποδεκτή από τη Δυτ. Καθολική Εκκλησία, η οποία ήρθε σε σύγκρουση με την ιταλική πολιτική ηγεσία. Το ζήτημα λύθηκε τελικά μόλις το 1929, με τη συνθήκη του Λατερανού, σύμφωνα με την οποία ιδρύθηκε εντός των ορίων της πόλης της Ρ. το κράτος του Βατικανού. Ως πρωτεύουσα του νέου κράτους η Ρ. γνώρισε νέα περίοδο άνθησης, η οποία ανακόπηκε μόνο κατά την περίοδο των δύο παγκοσμίων πολέμων. Το 1960 διοργάνωσε τους 17ους Ολυμπιακούς αγώνες της νεότερης εποχής.Κώδικας του 5ου αι. με αναπαράσταση σκηνής από τη μυθική πορεία του Αινεία μετά την καταστροφή της Τροίας από τους Έλληνες, όπως την περιέγραψε ο Βιργίλιος στο επικό ποίημα «Αινειάδα».

    Read 1389 times

    More in this category: « Ρωμηός Ρώμη »

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.