Παρασκευή, 02 Μαρτίου 2012 01:27

    όπλο

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    όπλο (Στρατ.). Το όργανο και το μέσο άμυνας ή επιβολής, το οποίο είναι ικανό να προκαλέσει βλάβη εξ επαφής ή εξ αποστάσεως. Η σύγχρονη ελληνική νομοθεσία ορίζει ως ό. «κάθε μηχάνημα το οποίο, με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα ή χημικές ουσίες ή ακτίνες ή φλόγες ή αέρια, και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα ή να προκαλέσει πυρκαγιά, και ιδίως κάθε πυροβόλο ό., χειροβομβίδα ή νάρκη κάθε τύπου, όπως και κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει με οποιονδήποτε τρόπο τα ανωτέρω αποτελέσματα» (ν. 2118, 1993, άρ. 1, παρ. 1.α.). Επίσης, στον ίδιο νόμο γίνεται ειδική μνεία στα «μη πυροβόλα ό.», όπως μαχαίρια, μεταλλικές γροθιές, ρόπαλα, σπρέι, σπαθιά, ξίφη, ψαροντούφεκα κ.ά. 
Στη σύγχρονη εποχή, ο όρος τείνει να περιλάβει οτιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά εναντίον του εχθρού, γι’ αυτό και γίνεται λόγος για βιολογικά ή χημικά ό., τα οποία στην πραγματικότητα είναι ουσίες που παρήχθησαν για διαφορετική χρήση, αλλά αποδείχθηκαν χρήσιμες και για στρατιωτική χρήση (βλ. λ. βιολογικός πόλεμος· χημικός πόλεμος). Εξάλλου, ο όρος ό. έχει επίσης μια έννοια τεχνικο-οργανική, που συνδέεται με την ευρεία χρήση του· έτσι, για παράδειγμα, γίνεται λόγος για το ό. του πεζικού, το ό. του πυροβολικού κλπ., έκφραση με την οποία νοείται το σύνολο του πεζικού, του πυροβολικού κλπ. και των άλλων κατηγοριών που σχηματίζουν τις επιμέρους ένοπλες δυνάμεις ενός στρατεύματος. Με τις έννοιες ναυτικό ή αεροπορικό ό. εννοείται το πολεμικό ναυτικό και η πολεμική αεροπορία, στο σύνολό τους.

    Ιστορία. Στην αρχαιότητα, η λέξη ό. είχε πολύ πιο διευρυμένη έννοια και περιλάμβανε σχεδόν όλα τα εργαλεία, ακόμη και το ραβδί βαδίσματος, το οποίο ονομαζόταν γεροντικόν ό. Κατά τους κλασικούς χρόνους ως ό. αναφερόταν η βαριά ασπίδα του πεζού μαχητή, ο οποίος γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ονομαζόταν οπλίτης (βλ. λ.), σε αντίθεση με τον μαχητή του ελαφρού πεζικού, ο οποίος ονομαζόταν πελταστής (πάλι από την ονομασία της ασπίδας του). Από τότε έως τη σύγχρονη εποχή τα ό. χωρίζονται σε αγχέμαχα και εκηβόλα. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται αυτά που χρησιμοποιούνται κατά την άμεση (εκ του συστάδην) εμπλοκή των μαχητών (αρχ. άγχι = κοντά + μάχομαι) και στη δεύτερη αυτά που προσβάλλουν τον αντίπαλο από απόσταση (αρχ. εκάς = μακριά + βάλλω). Κλασικά αγχέμαχα όπλα είναι τα ξίφη (βλ. λ. ξίφος), τα εγχειρίδια (βλ. λ. μαχαίρι), οι πολεμικοί πελέκεις (βλ. λ. πέλεκυς), καθώς και το μη εκτοξευόμενο δόρυ ή λόγχη (βλ. λ. δόρυ). Τα πρώτα εκηβόλα ό. ήταν τα ακόντια (βλ. λ. ακόντιο), τα οποία εκτοξεύονταν με το χέρι, και στη συνέχεια τα τόξα (βλ. λ. τόξο), οι βαλλίστρες (βλ. λ. βαλλίστρα) και οι βαρείς καταπέλτες (βλ. λ. καταπέλτης). Στην κατηγορία αυτών των ό. υπάγονται και τα πυροβόλα, τα οποία άρχισαν να αναπτύσσονται από τον 14ο αι. μ.Χ. και είναι πλέον κυρίαρχο πολεμικό μέσο (βλ. παρακάτω).
Τα πρώτα ό. ήταν λίθινα. Αποτελούνταν από λειασμένες αιχμηρές πέτρες προσαρμοσμένες σε ξύλινα στελέχη με μορφή δόρατος ή πελέκεως. Τα ό. της εποχής του Χαλκού, που ακολούθησε τη λίθινη, είχαν περίπου την ίδια μορφή, με τη διαφορά ότι τη θέση της λειασμένης πέτρας είχε πάρει η πρώτη μορφή λεπίδας. Την εποχή εκείνη εμφανίστηκαν το εγχειρίδιο και το ξίφος, τα οποία απαιτούσαν μεγαλύτερη ποσότητα μετάλλου και για τον λόγο αυτό δεν ήταν πολύ διαδεδομένα. Κατά τα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ. τη θέση του χαλκού πήρε ο ορείχαλκος (μπρούντζος) και λίγους αιώνες αργότερα ο σίδηρος και, στους κλασικούς χρόνους, ο χάλυβας. Παράλληλα αναπτύσσονταν και τα αμυντικά ό., δηλαδή οι θώρακες και οι ασπίδες, ενώ το πρώτο εκηβόλο όπλο, το τόξο, παρέμεινε ό. υποστήριξης έως τους μεσαιωνικούς χρόνους. 
Στην πρώιμη μορφή οργανωμένου πολέμου, όπως την έχει περιγράψει ο Όμηρος, ο μαχητής, προστατευμένος από θώρακα, περικεφαλαία και ασπίδα, πήγαινε στη μάχη με ιππήλατο άρμα. Το κύριό του ό. ήταν το ακόντιο, το οποίο εκτόξευε προς τον αντίπαλό του. Λιγότερο χρησιμοποιούσε το ξίφος, καθώς απαιτούσε μεγάλη ποσότητα καλής ποιότητας μετάλλου, άρα μόνο λίγοι είχαν τη δυνατότητα να το αποκτήσουν. Με την ανάπτυξη της τακτικής της φάλαγγας, κύριο όπλο του μαχητή έγινε το δόρυ που φερόταν σταθερά, ενώ το ακόντιο ήταν όπλο των ελαφρώς οπλισμένων (πελταστές κ.ά.), οι οποίοι μάχονταν υποστηρικτικά. 
Η ίδια κατάσταση διατηρήθηκε σχεδόν έως τους ελληνιστικούς χρόνους. Παρότι η σάρισα, το μακρύ μακεδονικό δόρυ μήκους 6 μ., φαίνεται εντυπωσιακό ό., στην πραγματικότητα ήταν ένα κλασικό δόρυ μεγαλύτερου μήκους, που δεν άλλαξε καθοριστικά τον τρόπο χρήσης των ό. 
Σημαντική μεταβολή επήλθε στους ρωμαϊκούς χρόνους, οπότε το ξίφος κατέστη κύριο ό. του στρατιώτη, ο οποίος αποτελούσε μέλος μιας νέου τύπου φάλαγγας, πολύ πιο ευέλικτης και αποτελεσματικής στη μάχη. Παράλληλα, τη θέση του ακοντίου έλαβε η σφύρα, ένας τύπος εκτοξευόμενου ακοντίου που χαρακτηριζόταν από οξεία αιχμή και αρκετά βαρύ πίσω μέρος. Η καινοτομία σε αυτό το νέου τύπου ακόντιο ήταν ότι, όταν προσέκρουε στην ασπίδα ή στον θώρακα του αντιπάλου, παραμορφωνόταν η αιχμή του από την πίεση του πίσω μέρους, με αποτέλεσμα να είναι άχρηστο στον αντίπαλο, σε αντίθεση με το προγενέστερο ακόντιο που μπορούσε να επαναχρησιμοποιηθεί. Μετά την εκτόξευση της σφύρας, οι Ρωμαίοι στρατιώτες, συντεταγμένοι σε φάλαγγα, έκαναν επίθεση και χτυπούσαν με τα ξίφη, έχοντας έτσι μεγαλύτερη ευελιξία σε σχέση με τις οπλισμένες με δόρατα αντίπαλες φάλαγγες. 
Στους βυζαντινούς και μεσαιωνικούς χρόνους, η ευρεία χρήση του αλόγου επέτρεψε τη χρήση μεγαλυτέρων δοράτων και βαρύτερων σπαθιών και πολεμικών πελέκεων. Παράλληλα, το εκηβόλο ό. εξελίχθηκε στο μεγάλο τόξο, το οποίο, χάρη στο μέγεθός του, είχε σημαντικά αυξημένη ισχύ και στη βαλλίστρα. Αυτή είχε σχήμα «Τ» και επέτρεπε ακριβέστερη σκόπευση χάρη στο κοντάκι που στηριζόταν στον ώμο του στρατιώτη. Η ισχύς της ήταν τόσο μεγάλη, ώστε το βέλος της μπορούσε να τρυπήσει τον χαλύβδινο θώρακα ενός κατάφρακτου ιππότη της εποχής. Ευφυές νεωτεριστικό ό. των Βυζαντινών υπήρξε το υγρόν πυρ (βλ. λ.), η συμβολή του οποίου υπήρξε αποφασιστική στην επιτυχή άμυνα της Κωνσταντινούπολης απέναντι στις συχνές εχθρικές επιδρομές.
Κατά τον 14ο αι. εμφανίστηκαν στη Δύση τα πρώτα πυροβόλα ό. Ήταν εμπροσθογεμή, με προωθητικό γέμισμα από μαύρη πυρίτιδα, και εκτόξευαν σφαιρικές βολίδες, αρχικά πέτρινες και αργότερα μεταλλικές. Το μέταλλο που τελικά επικράτησε για την κατασκευή των βλημάτων ήταν ο μόλυβδος. Η πυροδότηση των πρώτων πυροβόλων ό. γινόταν με φυτίλι. Αργότερα αυτό αντικαταστάθηκε με πυρίτη λίθο (τσακμακόπετρα) και, τέλος, στα μέσα του 19ου αι. εμφανίστηκε το καψύλλιο (καψούλι). Παράλληλα, το γέμισμα του ό. πήρε τη μορφή ενιαίου φυσιγγίου με το βλήμα προσαρμοσμένο στην άκρη ενός κυλίνδρου που περιείχε την προωθητική πυρίτιδα. Από εκείνη την εποχή η βολίδα άρχισε να αλλάζει μορφή και έγινε σταδιακά ελλειψοειδής-κωνική, με σκοπό αφενός να προσαρμοστεί στο φυσίγγιο και αφετέρου να βελτιωθούν τα αεροδυναμικά χαρακτηριστικά της, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα ό. απέκτησαν ραβδώσεις στο εσωτερικό της κάννης τους. Έτσι, η βολίδα, κατά την κίνησή της μέσα σε αυτήν, άρχισε να περιστρέφεται. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σταθεροποίηση της τροχιάς της και την πολύ σημαντική αύξηση του βεληνεκούς της. Σχεδόν ταυτόχρονα εμφανίστηκαν το μεταλλικό (μπρούντζινο) φυσίγγιο και το οπισθογεμές ό. Το νέου τύπου φυσίγγιο, το οποίο εξακολουθεί να βελτιώνεται έως σήμερα χωρίς να παρουσιάσει επαναστατική μεταβολή, ενσωματώνει το καψύλλιο, το προωθητικό γέμισμα και τη βολίδα. Με την πάροδο του χρόνου, ως προωθητικό γέμισμα υιοθετήθηκαν άκαπνες πυρίτιδες (δεκαετία του 1880), ενώ η βολίδα απέκτησε επένδυση από σκληρό μέταλλο το οποίο αύξησε τη διατρητική της ικανότητα και βελτίωσε τα χαρακτηριστικά της. Η αλυσιδωτή σφύρα αποτελούσε ένα από τα πιο διαδεδομένα όπλα στον Μεσαίωνα.
Εγχειρίδιο από ουρά ψαριού, ένα από τα πρώτα όπλα που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος.


    Φορητά πυροβόλα όπλα. Πρόκειται για την παλαιότερη και με τη μεγαλύτερη γκάμα τύπων κατηγορία ό., η οποία περιλαμβάνει από τα περίστροφα και τα διαφόρων ειδών τουφέκια έως τα οπλοπολυβόλα. 
Πιστόλια και περίστροφα. Πρόκειται για ατομικά πυροβόλα ό., για βολή κυρίως με το ένα χέρι, με βεληνεκές περίπου 50-70 μ. Τα πρώτα πιστόλια με φιτίλι εμφανίστηκαν στην Ευρώπη και στην Ασία τον 16ο αι., έμοιαζαν με κοντά τουφέκια (τυφέκια) και χρησιμοποιήθηκαν κυρίως από το ιππικό. Μια επαναστατική εξέλιξη ήταν η επαναληπτική βολή του περιστρόφου, η οποία έγινε εφικτή με την περιστροφή της κυλινδρικής αποθήκης των φυσιγγίων (μύλος), απ’ όπου προήλθε και η ονομασία του. Στα τέλη του 19ου αι., επήλθε ένας σημαντικός νεωτερισμός με την ανακάλυψη της άκαπνης πυρίτιδας και την κατασκευή των αυτόματων πιστολιών, τα οποία σταδιακά αντικατέστησαν τα περίστροφα (για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. λ. περίστροφο· πιστόλι).Το πιστόλι είναι ατομικό πυροβόλο όπλο που επιτρέπει και βολή με το ένα χέρι.
Το περίστροφο πήρε την ονομασία του από την περιστροφή της κυλινδρικής αποθήκης των φυσιγγίων που επιτυγχάνει επαναληπτική βολή.

Επαναληπτικά τυφέκια. Ο τύπος αυτός επεκράτησε ως το κύριο στρατιωτικό τυφέκιο έως το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Το επαναληπτικό τυφέκιο δέχεται περισσότερες από μία σφαίρες (συνήθως έξι έως οκτώ), αλλά η εξαγωγή του κάλυκα και η τοποθέτηση νέου φυσιγγίου σε θέση βολής γίνεται χειροκίνητα. Το συνηθέστερο είδος, το οποίο επιβιώνει έως σήμερα, είναι το τυφέκιο με κινητό ουραίο, στο οποίο η επανόπλιση και η τοποθέτηση του νέου φυσιγγίου στη θαλάμη γίνονται με μία κίνηση. Τα όπλα της κατηγορίας αυτής παραμένουν σε χρήση λόγω της εξαιρετικής τους ακρίβειας, κυρίως από ελεύθερους σκοπευτές. Τα τυφέκια όλων των κατηγοριών είναι ικανά για προσβολή στόχων σε αποστάσεις της τάξεως των 300 μ. Οι βολίδες φτάνουν σε αποστάσεις μεγαλύτερες από 1.000 μ., αλλά η σκόπευση στις αποστάσεις αυτές είναι πρακτικά ανέφικτη, εκτός εάν γίνεται με τη βοήθεια σκοπευτικής διόπτρας, όπως αυτές που χρησιμοποιούνται από ελεύθερους σκοπευτές. 
Οι σημαντικότεροι τύποι επαναληπτικών τυφεκίων του 20ού αι. ήταν το βρετανικό Lee Enfield, το γερμανικό Mauser, το αυστριακό Mannlicher Schοenauer (όπλο του ελληνικού στρατού για πολλές δεκαετίες) κ.ά. Τα αυτόματα επαναληπτικά τυφέκια προτιμούνται από τους ελεύθερους σκοπευτές λόγω της εξαιρετικής τους ακρίβειας (φωτ. ΑΠΕ).

Ημιαυτόματα-αυτογεμή τυφέκια. Η κατηγορία αυτή καθιερώθηκε κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε συνυπήρξε με τα παλαιότερα επαναληπτικά. Πρόκειται για τυφέκια περίπου οκτώ φυσιγγίων στα οποία η εξαγωγή του κάλυκα (επανόπλιση) και η τοποθέτηση νέου φυσιγγίου στη θαλάμη γίνονται αυτόματα, με την αξιοποίηση της υψηλής πίεσης που έχει αναπτυχθεί στο συγκρότημα κλείστρου-κάννης. Συνήθως, μέρος των αερίων που έχουν αναπτυχθεί για την προώθηση της βολίδας παροχετεύονται σε έναν σωλήνα παράλληλο προς την κάννη, κινούνται προς τα πίσω και σπρώχνουν το κλείστρο, ώστε να εξαχθεί ο κάλυκας. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται σύστημα αερίων. Τα αυτογεμή όπλα άρχισαν να αντικαθίστανται στις αρχές της δεκαετίας του 1960, οπότε εμφανίστηκαν τα τυφέκια εφόδου. Το πλέον διαδεδομένο ημιαυτόματο τυφέκιο ήταν το αμερικανικό Μ-1 Garand και, μετά τον πόλεμο, το επίσης αμερικανικό Μ-14 και το ρωσικό SKS Simonov. 
Τυφέκια εφόδου. Τα τυφέκια εφόδου χαρακτηρίζονται από τον γεμιστήρα των 20-30 φυσιγγίων και τη δυνατότητα να βάλλουν κατά ριπές. Τα περισσότερα λειτουργούν με το σύστημα αερίων που περιγράφηκε πιο πάνω, αλλά εμφανίστηκαν και κάποια με το σύστημα οπισθοδρόμησης. Σε αυτό, δεν γίνεται παροχέτευση των αερίων σε βοηθητικό σωλήνα, αλλά απλώς, λόγω της πίεσης που αναπτύσσεται, το κλείστρο ωθείται προς τα πίσω, αποβάλλει τον κάλυκα και δέχεται το νέο φυσίγγιο. Αν και τα ό. αυτά έχουν δυνατότητα αυτόματης βολής, αυτή πρέπει να πραγματοποιείται με φειδώ (ενδεχόμενη κατάχρηση αυτής της δυνατότητας οδηγεί σε υπερθέρμανση και καταστροφή της κάννης). Για τον λόγο αυτό, τα σύγχρονα τυφέκια εφόδου έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν σύντομες ριπές των τριών βολίδων. Προκειμένου να περιοριστεί το πρόβλημα, υιοθετήθηκαν μικρότερα διαμετρήματα (το ΝΑΤΟ έχει υιοθετήσει το 5,56 χ 45 αντί του 7,62 χ 51 και η Ρωσία το 5,45 χ 39 αντί του 7,62 χ 39). Κυριότεροι εκπρόσωποι της κατηγορίας αυτής είναι η σειρά των ρωσικών ΑΚ (ΑΚ-47, ΑΚΜ, ΑΚ-74S κ.ά.), τα οποία είναι γνωστά ως Καλάσνικοφ, το βελγικό FN FAL, το γερμανικό G-3 (σημερινό τυφέκιο του ελληνικού στρατού) και το αμερικανικό Μ-16.Έκθεση αυτομάτων τυφεκίων τύπου Καλάσνικοφ (φωτ. ΑΠΕ).
1. γεμιστήρας· 2. κάννη.

Οπλοπολυβόλα. Είναι ό. βαρύτερα από τα τυφέκια, με δυνατότητα παρατεταμένης βολής κατά ριπές. Εμφανίστηκαν πρώτη φορά στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο και έως σήμερα παραμένουν υποστηρικτικά ό. για την ομάδα πεζικού. Σε όλες τις εποχές, το φυσίγγιο του οπλοπολυβόλου ήταν όμοιο με του αντιστοίχου τυφεκίου. Τα σημαντικότερα οπλοπολυβόλα υπήρξαν το βρετανικό Bren και το αμερικανικό BAR, και στη συνέχεια το βελγικό MiniMi.
Αραβίδες. Η αραβίδα είναι κοντύτερη απ’ ό,τι το τυφέκιο, με το οποίο αναπτύχθηκε παράλληλα προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αρχικά από το ιππικό (αντικαθιστώντας τα πιστόλια της πρώιμης περιόδου) και αργότερα ως ελαφρύ ό. για βοηθητικό προσωπικό. Υπήρξε επαναληπτική και αυτογεμής και πρόσφατα εξελίχθηκε στο υποπολυβόλο. Το βεληνεκές της παρέμεινε στην τάξη των περίπου 70 μ. Γνωστότερες αραβίδες ήταν η αυστριακή Manlicher Carcano και οι αμερικανικές Μ1 και Μ2.
Αυτόματες αραβίδες-υποπολυβόλα. Το υποπολυβόλο είναι κοντόκαννο αυτόματο ό., ικανό να πραγματοποιεί βολή κατά ριπές. Το φυσίγγιό του είναι όμοιο με των πιστολιών. Κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο ήταν βασικό ό. της ομάδας πεζικού, το οποίο έφερε συνήθως ο ομαδάρχης. Με την ανάπτυξη των τυφεκίων εφόδου εκτοπίστηκε από το στρατιωτικό οπλοστάσιο και σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως από ειδικές δυνάμεις και δυνάμεις ασφαλείας. Την εποχή του Β’ Παγκοσμίου πολέμου επεκράτησαν τα υποπολυβόλα Tomson (αμερικανικό), Sten (βρετανικό), ΜΡ-40 Smeischer (γερμανικό) και Steyr (αυστριακό). Σήμερα περισσότερο διαδεδομένο είναι το γερμανικής κατασκευής υποπολυβόλο ΜΡ-5, ενώ σε ευρεία χρήση είναι το ισραηλινό Uzi (Ούζι), το αμερικανικό Ingram και το τσεχικό Scorpion. 1. λαβή· 2. σκανδάλη· 3. προστατευτική σκανδάλη.
Το ισραηλινό Uzi είναι από τα πιο διαδεδομένα σύγχρονα υποπολυβόλα όπλα (φωτ. ΑΠΕ).

Λειόκαννα όπλα. Τα λειόκαννα ό. έχουν καθιερωθεί κυρίως ως κυνηγετικά, αλλά χρησιμοποιούνται σε περιορισμένη κλίμακα από ειδικές δυνάμεις και υπηρεσίες ασφαλείας. Βάλλουν φυσίγγια με σκάγια διάφορων μεγεθών, υπάρχουν όμως και τα λεγόμενα μονόβολα, με μία μοναδική βολίδα σφαιρικού ή κυλινδρικού σχήματος. Τα τελευταία χρησιμοποιούνται κυρίως από δυνάμεις ασφαλείας για ειδικές αποστολές. Τα λειόκαννα ό. χαρακτηρίζονται από μικρό βεληνεκές και πολύ μεγάλη ισχύ. Προσβάλλουν στόχους σε αποστάσεις της τάξεως έως και 50 μ. Επειδή τα σκάγια διαχέονται (ανοίγουν) μετά την έξοδό τους από την κάννη, προσβάλλουν σχετικώς εκτεταμένη περιοχή στόχου.
Μη θανατηφόρα όπλα. Τα μη θανατηφόρα ό. αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια, αποκλειστικά για αστυνομική χρήση. Τα πλέον γνωστά από αυτά είναι τα ό, με σφαίρες από καουτσούκ. Τις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως για νομικούς λόγους, επειδή δηλαδή υπό προϋποθέσεις κάποια από τα ό. αυτά μπορεί να προκαλέσουν θάνατο, δημιουργήθηκε μια ενδιάμεση κατηγορία, τα λιγότερο θανατηφόρα ό. 

    Βαρέα όπλα. Εκτός από τα φορητά ό. αναπτύχθηκαν και τα βαρέα, στα οποία περιλαμβάνονται τα πολυβόλα, οι όλμοι, τα πυροβόλα και τα μη κατευθυνόμενα βλήματα. Τα πολυβόλα και οι όλμοι χαρακτηρίζονται ως βαρέα ό. πεζικού, ενώ τα πυροβόλα και τα μη κατευθυνόμενα βλήματα χαρακτηρίζονται ως ό. υποστήριξης μάχης. 
Πολυβόλα. Είναι συνήθως τοποθετημένα σε τρίποδο ή άλλου είδους βάση, τροφοδοτούνται από ταινία φυσιγγίων, δεδομένου ότι εκτελούν βολή σε παρατεταμένες ριπές και το βεληνεκές τους προσεγγίζει το 1 ή 2 χλμ. Το πρώτο πραγματικό πολυβόλο κατασκευάστηκε από τον Αμερικανό Χάιραμ Μάξιμ στα τέλη του 19ου αι.Πολυβόλο όπλο τοποθετημένο σε τρίποδα.

Όλμοι. Είναι σωλήνες διαμετρήματος 50 έως 120 χιλιοστών χωρίς ράβδωση, οι οποίοι εκτοξεύουν βομβίδες (υπό βαλλιστική τροχιά) σε αποστάσεις λίγων εκατοντάδων μέτρων. Οι βομβίδες είναι αυτοπροωθούμενες και ενεργοποιούνται από ένα καψύλλιο στο πίσω μέρος τους. Ο χειριστής τις τοποθετεί στο εμπρόσθιο μέρος του σωλήνα, ο οποίος έχει κλίση 45° έως 90° και τις αφήνει να πέσουν ελεύθερα. Με την πρόσκρουση στο κάτω μέρος του σωλήνα, ενεργοποιείται το καψύλλιο και προκαλεί την εκτόξευση (βλ. λ. όλμος). Χρήση όλμου κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στη Νικαράγουα (φωτ. ΑΠΕ).

Πυροβόλα-οβιδοβόλα. Είναι βαρέα ό. διαμετρήματος 105 χιλιοστών και άνω. Σήμερα έχουν επικρατήσει τα διαμετρήματα των 105, 152 και 155 χιλιοστών, ενώ υπάρχουν επίσης (αν και βαίνουν προς κατάργηση) τα διαμετρήματα των 175 και 208 χιλιοστών. Τα πρώτα πυροβόλα ήταν εμπροσθογεμή και εκτόξευαν σφαιρικά βλήματα ή ακόμη και σάκους με φυσίγγια ή διάφορα μεταλλικά αντικείμενα εναντίον στόχων σε αποστάσεις της τάξεως των 100 μ. Κατά τον 19ο αι. εξελίχθηκαν σε ό. μεγάλου βεληνεκούς, της τάξεως περίπου των 10 χλμ. και στις ημέρες μας, με τη χρήση ειδικών πυρομαχικών, τα πυροβόλα των 155 χιλιοστών μπορούν να πλήττουν στόχους σε αποστάσεις της τάξεως των 40 χλμ.
Πυροβόλα των αρμάτων μάχης. Αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία και έχουν τυποποιηθεί στα διαμετρήματα των 120 και των 122 χιλιοστών. Είναι λειόκαννα πυροβόλα, σχεδιασμένα για άμεση βολή (ευθυτενούς τροχιάς) σε αποστάσεις περίπου 2 χλμ. Εξαίρεση, όσον αφορά τη χρήση τους, αποτελούν οι Βρετανοί, οι οποίοι, αν και υιοθέτησαν το διαμέτρημα των 120 χιλιοστών, χρησιμοποιούν ραβδωτά πυροβόλα στα άρματά τους, τα οποία παρέχουν εναλλακτική δυνατότητα βολής επισκηπτικής τροχιάς (δηλαδή υπό γωνία). Κατά τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου (1990-91), ένα βρετανικό άρμα πέτυχε καταστροφή του στόχου του σε απόσταση 7 χλμ., η οποία είναι η μεγαλύτερη καταγεγραμμένη υπό συνθήκες μάχης για πυροβόλο άρματος.
Πυροβόλα άνευ οπισθοδρομήσεως. Έχουν κυρίως αντιαρματικό ρόλο, εκτελούν άμεση βολή και χαρακτηριστικό τους είναι ότι αποφεύγουν την οπισθοδρόμηση εκτοξεύοντας προς τα πίσω τα αέρια της βολής, ώστε να ισοσταθμιστεί η ενέργεια της εξόδου του βλήματος από εμπρός. 
Τέλος, τα μη κατευθυνόμενα βλήματα, τα οποία ονομάζονται και ρουκέτες, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο Ανατολικό Μέτωπο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκτοξεύονται μαζικά συνήθως από οχήματα και, παρότι δεν έχουν την ακρίβεια του κλασικού πυροβόλου, επιτυγχάνουν μεγαλύτερες συγκεντρώσεις πυρός σε ελάχιστο χρόνο, καθώς και τακτική ευελιξία, καθώς μπορούν, σε μικρό χρόνο, να τοποθετηθούν για νέα βολή σε διαφορετική θέση. Σήμερα, οι βολές των μη κατευθυνόμενων βλημάτων ελέγχονται από σύγχρονα κέντρα διεύθυνσης πυρός, με αποτέλεσμα να έχει βελτιωθεί σε σημαντικό βαθμό η ακρίβειά τους.
Για τα αντιαεροπορικά πυροβόλα, βλ. λ. οπλικά συστήματα.
    Read 784 times

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.