Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012 01:11

    βύσσος

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    βύσσος (Ζωολ.). Θύσανος λεπτών νηματίων που εκφύεται από τον λεγόμενο πόδα ορισμένων δίθυρων μαλακίων, όπως από τα γένη Anomia, Mytilus (το κοινό μύδι), Pinna, Venerupis κ.ά. Χρησιμεύει για τη στερεή προσκόλληση των μαλακίων αυτών σε βράχους, πέτρες, υδρόβια φυτά και άλλα στερεά υποστρώματα μέσα στο υδάτινο περιβάλλον ή για την προστασία τους (π.χ. στο μύδι). 
Ο β. εκκρίνεται από έναν ειδικό αδένα που ονομάζεται αδένας του β. ή βυσσογόνος αδένας· αρχικά είναι ένα μυξώδες υγρό που ύστερα από λίγο σκληραίνει και σχηματίζει ανθεκτικά μεταξώδη νήματα (Pinna) ή, σε μερικές περιπτώσεις, ασβεστοποιείται (Anomia). Τα μεταξώδη νήματα των μαλακίων του γένους Pinna ονομάζονται επίσης μετάξι της θάλασσας και χρησιμοποιούνται για την κατασκευή αραχνοΰφαντων υφασμάτων.
    Read 1670 times

    More in this category: « βύσσος Βυτιναίικα »

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.