Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012 15:13

    Αζερμπαϊτζάν

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    Αζερμπαϊτζάν (αζερικά Azarbaycan, διεθν. Azerbaijan).
Κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας, στην περιοχή της Υπερκαυκασίας. Συνορεύει με τη Ρωσία στα Β, τη Γεωργία στα ΒΔ, την Αρμενία στα Δ, το Ιράν στα Ν (και πιο συγκεκριμένα με την ομώνυμη του κράτους επαρχία), ενώ στα Α βρέχεται από την Κασπία θάλασσα.

    Πολιτικά στοιχεία
Το Α. καταλαμβάνει τη νοτιοανατολική γωνία της ιστορικής περιοχής της Υπερκαυκασίας, η οποία συμπεριλαμβάνει επίσης τη Γεωργία και την Αρμενία. Οι τρεις αυτές ανεξάρτητες δημοκρατίες μπορεί να ανήκουν γεωγραφικά στην Ασία, αλλά πολιτικά μετέχουν σε ευρωπαϊκούς οργανισμούς· το Α. είναι μάλιστα η μεγαλύτερη σε έκταση από τις τρεις αυτές χώρες. Στο νοτιοδυτικό τμήμα της χώρας βρίσκεται ο αυτόνομος θύλακος του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, με μεικτό πληθυσμό Αζέρων και Αρμενίων και ο οποίος είναι διεκδικούμενος από την Αρμενία. Επίσης στα ΝΔ, απομακρυσμένη από το Α. εξαιτίας μίας λωρίδας αρμενικού εδάφους, βρίσκεται η αυτόνομη δημοκρατία του Ναχιτσεβάν.
Διοικητική διαίρεση. Το Α. χωρίζεται διοικητικά σε 59 επαρχίες, 7 διαμερίσματα πόλεων, ενώ στο έδαφός του τελεί υπό ιδιαίτερο καθεστώς μία αυτόνομη περιοχή, η Δημοκρατία του Ναχιτσεβάν. 
Οι επαρχίες αυτές (αζερικά Rayοnu) είναι οι εξής (σε παρένθεση ο πληθυσμός τους, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 1999): Αγντάμ (Agdam, 81.798), Αγντάς (Agdas, 89.214), Αγσαμπαντί (Agcabadi, 107.833), Αγσταφά (Agstafa, 73.944), Αγσού (Agsu, 62.281), Αστάρα (Astara, 84.319), Αψερόν (Abseron, 81.798), Γιαρντιμλί (Yardimli, 49.039), Γιεβλάχ (Yevlax, 108.188), Γκανταμπάι (Gadabay, 86.193), Γκοϊτσάι (Goycay, 100.511), Γκορανμπόι (Goranboy, 86.645), Ζακατάλα (Zaqatala, 107.240), Ζανγκιλάν (Zangilan, 35.336), Ζαρντάμπ (Zardab, 46.091), Ιμισλί (Imisli, 104.026), Ισμαηλία (Ismayilli, 72.144), Καζάξ (Qazax, 81.015), Καλιλαμπάντ (Calilabad, 169.960), Καλμπαχάρ (Calbacar, 66.211), Καμπάλα (Qabala, 82.803), Καμπραγίλ (Cabrayil, 59.318), Καξ (Qax, 51.161), Κομπουστάν (Qobustan, 34.184), Κούμπα (Quba, 136.845), Κουμπαντλί (Qubadli, 32.949), Κουρδαμίρ (Kurdamir, 92.230), Κουσάρ (Qusar, 80.816), Λανκαράν (Lankaran, 189.929), Λαχίν (Lacin, 63.162), Λερίκ (Lerik, 63.314), Μασαλί (Masalli, 173.937), Μπαλακάν (Balakan, 83.732), Μπαρντά (Barda, 129.600), Μπεϊλακάν (Beylaqan, 78.458), Μπιλασουβάρ (Bilasuvar, 74.906), Νεφτκαλά (Neftcala, 71.480), Ντασκασάν (Daskasan, 30.418), Νταβαχί (Davaci, 45.999), Ξακμάζ (Xacmaz, 144.332), Ξανλάρ (Xanlar, 53.266), Ξιζί (Xizi, 13.080), Ξοκαλί (Xocali, 23.757), Ξοχαβάντ (Xocavand, 39.620), Ογκούζ (Oguz, 36.488), Ουσάρ (Ucar, 71.327), Σαατλί (Saatli, 82.702), Σακί (Saki, 157.353), Σαλιάν (Salyan, 111.973), Σαμαξί (Samaxi, 80.625), Σαμκίρ (Samkir, 173.401), Σαμούξ (Samux, 49.697), Σαμπιραμπάντ (Sabirabad, 136.933), Σιγιαζάν (Siyazan, 33.462), Σούσα (Susa, 24.340), Ταρτάρ (Tartar, 92.201), Τοβούζ (Tovuz, 142.854), Φουζουλί (Fuzuli, 136.481) και Χασικαμπούλ (Haciqabul, 57.944). 
Τα διαμερίσματα πόλεων (αζερικά Sahari) είναι τα εξής: Αλί Μπαϊραμλί (Ali Bayramli, 69.524), Γκάνσα (Ganca, 299.342), Μινγκατσεβίρ (Mingacevir, 94.039), Μπακού (Baki, 1.788.854), Ναφταλάν (Naftalan, 7.551), Ξανκαντί (Xankandi, 54.515) και Σουμγκαγίτ (Sumqayit, 283.184).
Τέλος, η δημοκρατία του Ναχιτσεβάν (Nahicevan, 354.072) διαιρείται κι αυτή σε επιμέρους επαρχίες (Κούλφα, Μπαμπάκ, Ορντουμπάμπ, Σανταράκ, Σαρούρ και Σαχμπούζ).
Πολίτευμα, εκτελεστική και νομοθετική εξουσία. Το πολίτευμα του Α. είναι προεδρική δημοκρατία. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από ένα σώμα (Milli Mejlis) που αποτελείται από 125 μέλη. Ο πρόεδρος εκλέγεται απευθείας από τον λαό για πέντε χρόνια και θεωρείται, σύμφωνα με το νέο σύνταγμα του 1995, αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας και των ενόπλων δυνάμεων. Το υπουργικό συμβούλιο, του οποίου ηγείται ο πρωθυπουργός, διορίζεται επίσης από τον πρόεδρο.
Κόμματα και κυβέρνηση. Το Κόμμα του Νέου Α. διαθέτει την πλειοψηφία των εδρών του Milli Mejlis. Στην πολιτική σκηνή πρωταγωνιστούν επίσης το Λαϊκό Μέτωπο, το Κόμμα Εθνικής Ανεξαρτησίας, το Κόμμα Κομουνιστών Εργατών και το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα. Στις αρχές του 2002 είχαν καταγραφεί περίπου 40 ενεργά πολιτικά κόμματα. Πρόεδρος του Α. είναι από το 2003 ο Ιλχάμ Αλίεφ και πρωθυπουργός ο Αρτούρ Ρασιζάντε, μετά από μία ιδιαίτερα ταραγμένη εκλογική διαδικασία.
Δικαιοσύνη. Κεφαλή του δικαστικού συστήματος είναι το ανώτατο δικαστήριο, ενώ η δικαστική εξουσία ασκείται επίσης από εφετείο, οικονομικό δικαστήριο και επαρχιακά δικαστήρια στις αυτόνομες πόλεις και επαρχίες.
Θρησκεία. Η πλειοψηφία των Αζέρων (93% το 1995) είναι μουσουλμάνοι (σιίτες και σουνίτες). Υπάρχουν όμως και χριστιανοί (4,8%), από τους οποίους οι περισσότεροι υπάγονται στην Ανατ. Ορθόδοξη Εκκλησία, αν και υπάρχει μικρός αριθμός ρωμαιοκαθολικών. Τα χριστιανικά δόγματα πρεσβεύουν κυρίως οι σλαβικές (2,5%) και οι αρμενικές (2,3%) μειονότητες της χώρας.
Γλώσσα και εθνότητες. Επίσημη γλώσσα της χώρας είναι η αζερική (βλ. λ.), η οποία ανήκει στην ουραλοαλταϊκή οικογένεια. Διαδεδομένη είναι και η χρήση της ρωσικής. Το κυριλλικό αλφάβητο αντικαταστήθηκε από το λατινικό το 2001.
Οι ομάδες που αποτελούν το εθνικό μωσαϊκό της χώρας είναι οι Αζέροι (90%), οι Ρώσοι (2,5%), οι Αρμένιοι (2%) και μερικές άλλες μειονότητες.
Εκπαίδευση. Η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική μεταξύ 7-16 ετών. Μετά το δημοτικό σχολείο, οι μαθητές μπορούν να παρακολουθήσουν γενικά, επαγγελματικά ή τεχνικά σχολεία. Σε πανεπιστημιακό επίπεδο, από το 1919 λειτουργεί το πανεπιστήμιο του Μπακού και το Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Α., που ιδρύθηκε το 1950. Σημαντική αλλαγή στο εκπαιδευτικό σύστημα, μετά την ανεξαρτησία της χώρας, υπήρξε η αντικατάσταση του κυριλλικού αλφαβήτου από το λατινικό. Ο αναλφαβητισμός ανέρχεται σε ποσοστό 3%. Το 1998, ποσοστό 3,7% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) κατευθυνόταν στον τομέα της παιδείας.
Άμυνα. Στρατός δημιουργήθηκε μετά την ανεξαρτησία της χώρας (1991). Μέχρι τότε ο στρατός του Α. ανήκε στις δυνάμεις της ΕΣΣΔ. Υπολογίζεται ότι η δύναμη του στρατού έφθανε τα 72.100 άτομα το 2001. Παράλληλα, οι παραστρατιωτικές δυνάμεις υπολογίζεται ότι ανέρχονται σε 40.000 άτομα. Η θητεία είναι υποχρεωτική και διαρκεί 17 μήνες. Το Α. είναι μέλος της Συνεργασίας για την Ειρήνη στα πλαίσια του NAΤΟ.
Κοινωνική πρόνοια. Το νέο κράτος κληρονόμησε τη δομή του συστήματος υγείας της σοβιετικής εποχής, αλλά η ξεπερασμένη τεχνολογία και οι ελλείψεις σε προσωπικό καθιστούν την παροχή υγειονομικών υπηρεσιών προβληματική. Το 1998 αναλογούσε ένας γιατρός σε κάθε 278 κατοίκους, ενώ η βρεφική θνησιμότητα έφτανε τους 83 θανάτους ανά 1.000 γεννήσεις το 2002.

    Γεωγραφικά στοιχεία και κλίμα
Γεωμορφολογία. Η χώρα παρουσιάζει ποικίλη μορφολογία εδάφους και τοπίων. Πάνω από το 40% της επιφάνειάς της αποτελείται από πεδιάδες, το 50% βρίσκεται σε υψόμετρο από 400 έως 1.500 μ. και το 10% σε υψόμετρο μεγαλύτερο από τα 1.500 μ. Στα βορειοανατολικά εδάφη κυριαρχούν οι ψηλές κορυφές του ορεινού συστήματος του Μεγάλου Καυκάσου, που σχηματίζουν ένα τμήμα των συνόρων με τη Ρωσία. Οι παρυφές της οροσειράς φτάνουν μέχρι τη χερσόνησο Αψερόν, όπου βρίσκεται και το Μπακού, πρωτεύουσα και κύριο λιμάνι της χώρας. Η ψηλότερη κορυφή βρίσκεται στα 4.485 μ. (όρος Μπαζάρ-Ντιουζί). Άλλες ψηλές κορυφές του Μεγάλου Καυκάσου στα αζερικά εδάφη είναι οι Σαχντάγκ (4.243 μ.) και Τουφάν.
Τα μεσογειακά κλιματικά χαρακτηριστικά που παρουσιάζει ο νότος του Μεγάλου Καυκάσου εξασθενούν προοδευτικά προς τα Α. Έτσι, η κοιλάδα των ποταμών Κουρά-Αράξη, ανάμεσα στα ορεινά συστήματα του Μικρού και Μεγάλου Καυκάσου, είναι μία στέπα καυτή το καλοκαίρι και μάλλον ψυχρή τον χειμώνα. Η κοιλάδα έχει μήκος 250 χλμ., πλάτος 150 χλμ. και βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 100 μ. Αποτελεί ένα βύθισμα, το οποίο συνθέτουν τεκτονικές τάφροι γεμάτες νεογενή ιζήματα και αλουβιακές πεδιάδες. Τμήματά της αποτελούν οι στέπες Σιρβάν, Καραμπάχ, Μίλσκαγια, Μουγκάν και Σανλιάν. Το έδαφος αρχίζει να χαμηλώνει από τα σύνορα με τη Γεωργία προς τα ΝΑ, απολήγοντας σε ένα βαθύπεδο που αποτελείται από τέλματα και βρίσκεται στο μεγαλύτερο μέρος του χαμηλότερα από την επιφάνεια της θάλασσας. Τα ακραία ανατολικά της τμήματα κατακλύζονται από τις τελματώδεις εκτάσεις του διπλού δέλτα των ποταμών Κουρά και Αράξη. Στα ΝΔ, η κοιλάδα εισχωρεί στους πρόποδες των βουνών και το υψόμετρό της ανεβαίνει στα 200-400 μ. Το βορειοανατολικό τμήμα της κοιλάδας και η χερσόνησος Αψερόν περιλαμβάνουν βορβορώδη ηφαίστεια. Βόρεια του Μπακού εκτείνεται άνυδρη παράλια πεδιάδα. Οι οροσειρές και τα οροπέδια του Μικρού Καυκάσου εκτείνονται προς τα ΝΔ, στα εδάφη του Ναχιτσεβάν και του δυτικού Α. Περιλαμβάνουν τις οροσειρές Σαχντάγκ (Σεβάν), Μουροβντάγκ (όρος Γιαμίς, 3.722 μ.), Ζανγκεζούρ (όρος Καπουτζούχ ή Καπιτζίκ, 3.906 μ.) και Καραμπάχ. Ανάμεσα στις δύο τελευταίες οροσειρές βρίσκεται το ηφαιστειογενές οροπέδιο Καραμπάχ, με μέσο υψόμετρο 2.500-3.000 μ. 
Το έδαφος του Καραμπάχ αποτελείται από επιφανειακά στρώματα λάβας, στα οποία υψώνονται ανενεργοί ηφαιστειακοί κώνοι.
Στο απώτατο νότιο τμήμα, στα σύνορα με το Ιράν, η οροσειρά Ταλίς δεσπόζει επιβλητική, σε μικρή απόσταση από τις ακτές της Κασπίας. Η υψηλότερη κορυφή της οροσειράς βρίσκεται στο όρος Κιζιουρντού (2.435 μ.). Στους πρόποδες της Ταλίς, στη στενή λωρίδα μέχρι τις ακτές εκτείνεται η ημιτροπική πεδιάδα Λανκαράν με πλάτος 5-6 χλμ. στο νότιο τμήμα της και περίπου 25-30 χλμ. στο βόρειο. Αποτελεί ένα βαθύπεδο με κλίση προς την Κασπία, το οποίο γίνεται ελώδες καθώς πλησιάζει προς τη θάλασσα.
Το υπέδαφος του Α. κρύβει τεράστιο πλούτο, καθώς περιέχει μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και νάφθας, φυσικό αέριο και πολλά μεταλλεύματα. Για ένα διάστημα, τα πετρέλαια του Μπακού κάλυπταν το μισό της παγκόσμιας παραγωγής και στην περιοχή αναπτύχθηκαν τεράστιες εγκαταστάσεις επεξεργασίας πετρελαίου. Έτσι, το Μπακού εξελίχθηκε στην πέμπτη σε μέγεθος πόλη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Στον ορυκτό πλούτο συγκαταλέγονται επίσης σίδηρος, χαλκός, σιδηροπυρίτης, βρόμιο, ιώδιο, μόλυβδος και ψευδάργυρος, ορυκτό αλάτι και οικοδομικά υλικά, όπως ασβεστόλιθοι, μάργα και μάρμαρο. Ιαματικές και μεταλλικές πηγές υπάρχουν στις περιοχές Μπανταμλίν, Τζουλφά, Ιοτισού, Τουρσού, Σουραχανί κ.α.
Η κοιλάδα του κάτω ρου του Κουρά είναι μια ζώνη που καταβυθίζεται συνεχώς, ήδη από τις αρχές της τριτογενούς περιόδου προχωρώντας στη θάλασσα με ολοένα και βαθύτερες τάφρους. Με το φαινόμενο αυτής της καθίζησης συνδέεται η ύπαρξη πολυάριθμων διαδοχικών κοιτασμάτων πετρελαίου στο υπέδαφος της –πυκνοκατοικημένης σήμερα– πεδιάδας του Μπακού, στο παράκτιο υψίπεδο και μέσα στη θάλασσα. Μαζί με το μαγγάνιο της γεωργιανής πλευράς του Μεγάλου Καυκάσου, το πετρέλαιο του Μπακού διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην πρώτη φάση της βιομηχανικής ανάπτυξης της Σοβιετικής Ένωσης. Πετρέλαιο υπάρχει επίσης σε ολόκληρη την περιοχή της χερσονήσου Αψερόν, αλλά όχι στις ποσότητες που υπάρχει στο Μπακού. Το πετρέλαιο συγκεντρώνεται στο Μπακού και από εκεί διοχετεύεται προς όλες τις κατευθύνσεις, είτε από την ξηρά είτε με πλοίο μέσω της Κασπίας είτε, τέλος, με αγωγό που φτάνει έως το Βατούμ στον Εύξεινο Πόντο.Τοπίο στο εσωτερικό του Αζερμπαϊτζάν που παρουσιάζει ποικιλομορφία εδάφων (φωτ. Michaud).
Υδρογραφία. Οι ποταμοί του Α. ανήκουν στο λεκανοπέδιο της Κασπίας και από τα νερά τους έχει δημιουργηθεί ένα ολόκληρο δίκτυο διωρύγων για την άρδευση και σταθμών για την παραγωγή ενέργειας. Ο μεγαλύτερος είναι ο Κουρά (1.515 χλμ.), που διασχίζει τη χώρα κατά μήκος του κεντρικού της τμήματος, σχηματίζοντας τη μεγάλη κοιλάδα Κουρά-Αράξη. Σε κλειστές λεκάνες έχουν δημιουργηθεί τεχνητές λίμνες, όπως η Γκιεκ Γκιολ και η Αλά Γκιολ, ενώ στα παράλια υπάρχει η λιμνοθάλασσα Ακζιμπίρ.
Ο Κουρά, ο Κύρος της αρχαιότητας, έχει τις πηγές του στην Τουρκία, στο όρος Κισιντάγ του Οροπεδίου της Αρμενίας, και εκβάλλει στην Κασπία. Πριν καταλήξει στο Α., διαρρέει την Τουρκία και τη Γεωργία, διασχίζοντας τον Μικρό Καύκασο μέσα από μια σειρά φαραγγιών. Από την Τιφλίδα της Γεωργίας, η κοίτη του ποταμού βρίσκεται ανάμεσα σε χαμηλές όχθες και χωρίζεται σε βραχίονες. Μετά τη συμβολή με τον αριστερό παραπόταμό του, τον Αλαζάν, ο Κουρά κυλά μέσα από ξερή στέπα. Πριν φθάσει στην πόλη Μινγκατσεβίρ, διαρρέει μέσω μιας στενής χαράδρας τη βραχώδη οροσειρά Μποζντάγκ. Εκεί έχει κατασκευαστεί υδροηλεκτρικός σταθμός, εξασφαλίζοντας την άρδευση εκτεταμένων περιοχών. Στην έξοδό του προς την κοιλάδα ακολουθεί μικρή κλίση και σχηματίζει πολλούς μαιάνδρους. Τροφοδοτείται από τα νερά πολλών παραποτάμων, από υπόγεια ρεύματα και από τις βροχές και τα χιόνια του Καυκάσου. Από τον άνω ρου του έως την Τιφλίδα χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ξυλείας, ενώ από το Γιεβλάχ έως τις εκβολές του είναι πλωτός.
Δύο άλλοι μεγάλοι παραπόταμοι του Κουρά είναι ο Αράξης (915 χλμ.) και ο Αλαζάν (350 χλμ.). Ο Αράξης έχει τις πηγές του στα Ν του Ερζερούμ (στην ανατολική Τουρκία) και σχηματίζει τα σύνορα με το Ιράν. Ο Αλαζάν πηγάζει από τις πλαγιές του Μεγάλου Καυκάσου και εκβάλλει στον υδατοταμιευτήρα του Μινγκατσεβίρ, σχηματίζοντας τμήμα των συνόρων με τη Γεωργία. Σημαντικοί παραπόταμοί του στα εδάφη του Α. είναι οι Άρπα, Ναχιτσεβανσάι, Οχσιτσάι, Βανγκουσάι, Ορντζονικίντζε και Καραμπάχ, όλοι από τη δυτική του όχθη. Άλλοι παραπόταμοι του Κουρά στην ανατολική του όχθη είναι οι Ακστάφα, Τζεγκαμτσάι, Σαμχορτσάι, Kουσαρτσάι, Γιαντσατσάι, Τέρτερ και στην αριστερή ο Καρασού. Από τη βορειοανατολική οροσειρά του Καυκάσου ξεκινούν πολυάριθμα ρεύματα, τα οποία εξαντλούνται στην έρημη στέπα πριν φθάσουν στον Κουρά.
Κλίμα. Στα πεδινά του κεντρικού και ανατολικού Α., το κλίμα είναι θερμό υποτροπικό, με ήπιους χειμώνες και ζεστά καλοκαίρια που διαρκούν πολύ και μπορεί να φτάσουν σε θερμοκρασίες υψηλότερες των 40°C. Στις ορεινές περιοχές είναι ηπειρωτικό, με ψυχρούς χειμώνες και συχνές χιονοπτώσεις. Σε υψόμετρα μεγαλύτερα των 3.000 μ. οι διαβάσεις κλείνουν από τα χιόνια και τους παγετώνες επί τρεις ή τέσσερις μήνες. Η ανομβρία και οι ξηρασίες είναι συχνές στην περιοχή της κοιλάδας Κουρά-Αράξη. Η μέση θερμοκρασία της κοιλάδας είναι τον Ιανουάριο 1°C και τον Ιούλιο 18°C έως 25°C. Η μέση ετήσια βροχόπτωση περιορίζεται εκεί σε 200-400 χιλιοστά. Προς τα νότια, το κλίμα είναι πιο υγρό και οι βροχές συχνότερες. Μόνο στην πεδιάδα του Λανκαράν και στις παρυφές του Ταλίς –ιδίως στα νοτιότερα τμήματά της– το κλίμα γίνεται υποτροπικό και υγρό. Η μέση ετήσια βροχόπτωση στην περιοχή αυτή κυμαίνεται μεταξύ 1.000-1.700 χιλιοστών και οι περισσότερες βροχές πέφτουν τον χειμώνα.
Στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ το κλίμα είναι ήπιο μέχρι τα 1.600 μ., με θερμοκρασίες που κυμαίνονται από –2°C έως +1°C τον Ιανουάριο και από 19° έως 25°C τον Ιούλιο, και ψυχρότερο στα μεγαλύτερα υψόμετρα. Η μέση ετήσια βροχόπτωση κυμαίνεται από 300 έως 800 χιλιοστά. 
Στην αυτόνομη δημοκρατία του Ναχιτσεβάν το κλίμα είναι ξηρό ηπειρωτικό με μέση θερμοκρασία στην κοιλάδα του Αράξη τον Ιανουάριο τους –5°C και τον Ιούλιο τους 25-27°C. Στα ορεινά (1.100-1.600 μ.), οι θερμοκρασίες είναι αντίστοιχα –6°C ή –7°C και 16-19°C, ενώ στα μεγαλύτερα υψόμετρα οι χειμερινές θερμοκρασίες είναι ακόμη χαμηλότερες. Στο πεδινό Ναχιτσεβάν η μέση ετήσια βροχόπτωση φτάνει μόλις τα 300 χιλιοστά και στα βουνά τα 500 χιλιοστά.
Χλωρίδα και πανίδα. Η βλάστηση στη χώρα ποικίλλει, από τη στέπα έως τα διάφορα είδη χλόης και θάμνων των ξηρότερων βαθυπέδων, τα ορεινά δάση των υψιπέδων και τους βάλτους των νοτιοανατολικών περιοχών. Στην εκτεταμένη κοιλάδα Κουρά-Αράξη επικρατεί η βλάστηση της στέπας, της ημιερήμου και των φαιών και αλατούχων εδαφών, ενώ στις παρόχθιες περιοχές υπάρχουν δάση. Στο βαθύπεδο του Λανκαράν με την πλούσια υποτροπική βλάστηση υπάρχουν δάση από βελανιδιές και οξιές. Στις περιοχές με μεγαλύτερο υψόμετρο και στους πρόποδες των βουνών επικρατεί η βλάστηση των αλκαλικών και καστανών γαιών. Στις πλαγιές των βουνών της οροσειράς Ταλίς και στις εξωτερικές πλαγιές του Καυκάσου υπάρχει η ζώνη των καστανόφαιων εδαφών που καλύπτονται από δάση με πλατύφυλλα δέντρα, κυρίως βελανιδιές. Στα μεγαλύτερα υψόμετρα εμφανίζονται διαδοχικά η ζώνη των ορεινών λειμώνων, η υποαλπική και η αλπική ζώνη.
Στα πεδινά ζουν πολλά τρωκτικά, φίδια, χελώνες και ένα είδος αντιλόπης. Στην πανίδα των δασών περιλαμβάνονται η μικρή αρκούδα του Καυκάσου, ο ασβός και ο σκίουρος. Στην πανίδα των βουνών του Ναχιτσεβάν ευδοκιμούν ο βόνασος, το ελάφι, το ζαρκάδι, το αγριογούρουνο και το πρόβατο μουφλόν, ενώ στα βουνά Ταλίς ο σκαντζόχοιρος, το αγριογούρουνο και η λεοπάρδαλη. Οι ήπιοι χειμώνες προσελκύουν πολλά πουλιά στις ακτές της Κασπίας. Σε εθνικά πάρκα ζουν φλαμίνγκο, κύκνοι, πάπιες, χήνες, ερωδιοί, πελεκάνοι, φασιανοί και γεράκια.

    Πληθυσμός
Προέλευση, μεταβολές του πληθυσμού και εθνολογική σύνθεση. Ο πληθυσμός της Υπερκαυκασίας αποτελεί την εθνική πλειοψηφία του Α., μικρή μειοψηφία της επαρχίας Ντέρμπεντ της αυτόνομης Δημοκρατίας του Νταγκεστάν (Ρωσία) και του βορειοδυτικού τμήματος του Ιράν (περίπου 5,6 εκατ. κάτ.). Οι Αζέροι, που στο Ιράν ονομάζονται Αζερμπαϊτζανοί, κατάγονται από αρχαίους πληθυσμούς του Καυκάσου και αναμείχθηκαν με τουρκικούς και ιρανικούς πληθυσμούς κατά τους ιστορικούς χρόνους. Εμφανίζουν ουραλοαλταϊκά φυσικά χαρακτηριστικά, τα οποία είναι περισσότερο εμφανή στους κατοίκους των αγροτικών και ορεινών περιοχών. Ανιμιστές στην αρχή, οι Αζέροι διατήρησαν τις δοξασίες τους και μετά τον εξισλαμισμό τους (8ος αι. μ.Χ.), ενώ οι σαμάνοι έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο στη ζωή των διαφόρων φυλών, που ήταν οργανωμένες σε μεγάλες πατριαρχικές οικογένειες. Η πολιτιστική τους ταυτότητα ενισχύθηκε κατά την περίοδο κυριαρχίας της δυναστείας των Σασσανιδών, οπότε χτίστηκαν πόλεις που αποτελούν ακόμη και σήμερα εθνικό καύχημα. Οι εισβολές των Τούρκων και των Μογγόλων οδήγησαν τις ισχυρότερες φυλές στη δημιουργία ανεξάρτητων χανάτων, καθώς και στην απόπειρα εξάπλωσής τους προς αρμενικά ή και γεωργιανά εδάφη. Όταν υποτάχθηκαν στην περσική κυριαρχία, οι Αζέροι ζήτησαν προστασία από τη Ρωσία, η οποία το 1829 προσάρτησε ολόκληρο το αζερικό έδαφος. Το 1920 η χώρα αποτέλεσε ανεξάρτητο κράτος-μέλος της ΕΣΣΔ, μέχρι τη διάλυσή της το 1991. Εκτός από τους Αζέρους, στο έδαφος του Α. υπάρχουν και αρκετές άλλες εθνοτικές ομάδες, όπως Αρμένιοι, Ρώσοι, Νταγκεστανοί κ.άΟι Αζέροι διακρίνονται για τα ουραλοαλταϊκά φυσικά χαρακτηριστικά τους (φωτ. ΑΠΕ)..
Δημογραφική ανάπτυξη και κατανομή του πληθυσμού. Το Α. αποτελεί την πολυπληθέστερη χώρα της Υπερκαυκασίας και ταυτόχρονα τη λιγότερο αστικοποιημένη· μόνο το 57% του πληθυσμού ζούσε σε πόλεις το 1999. Ο συνολικός πληθυσμός ανερχόταν σε 7.953.438 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 1999, με πυκνότητα 90 κατ. ανά τ. χλμ., προσδόκιμο ζωής τα 59 χρόνια για τους άντρες και τα 68 για τις γυναίκες.Τυπικό χωριό του ιρανικού Αζερμπαϊτζάν, όπου οι κάτοικοι είναι κυρίως αγρότες (φωτ. Michaud).

Πόλεις. Τα σημαντικότερα αστικά κέντρα της χώρας είναι η πρωτεύουσα Μπακού (Baki, 1.788.854 κάτ. το 1999, βλ. λ. Μπακού), η Γκάνσα (Ganca, πρώην Κιροβαμπάντ, 299.342 κάτ. το 1999), και η Σουμγκαγίτ (Sumqayit, 283.184 κάτ. το 1999).

    Οικονομία
Η χώρα διαθέτει πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άλλα μεταλλεύματα, εμφανίζοντας πολλές δυνατότητες ανάπτυξης. Ωστόσο, η πεπαλαιωμένη υποδομή της απαιτεί πολλές προσπάθειες και επενδύσεις. Η ταραγμένη πολιτική κατάσταση στο εσωτερικό και η διαμάχη του Α. με την Αρμενία δεν επέτρεψαν την εισροή ξένων επενδύσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα να γίνουν. Το 2002, το ΑΕΠ έφτασε τα 28.600 εκατ. δολάρια ΗΠΑ και η μέση κατά κεφαλήν ετήσια αγοραστική δύναμη τα 3.700 δολ. Ο πληθωρισμός τα τελευταία χρόνια ήταν 1,8% (2000) από 600% στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η ανεργία εξακολουθεί να είναι υψηλή (16% το 2003). Η γεωργία και η δασοκομία απασχολούν περίπου το 41% του εργατικού δυναμικού, η βιομηχανία το 7% και οι υπηρεσίες το 52% (2001). 
Γεωργία, κτηνοτροφία και αλιεία. Η κυριότερη γεωργική περιοχή και ταυτόχρονα η πιο πυκνοκατοικημένη ζώνη βρίσκεται στην κοιλάδα του ποταμού Κουρά. Η κοιλάδα Κουρά-Αράξη καλλιεργείται στα Ν και ΝΑ χάρη στην τεχνητή άρδευση από τους ποταμούς, ενώ τα μη αρδευόμενα εδάφη χρησιμοποιούνται ως χειμερινός βοσκότοπος των κοπαδιών. Υπάρχει μεγάλη παραγωγή βαμβακιού, καπνού, διαφόρων ποικιλιών σταφυλιών για οινοπαραγωγή και φρούτων. Καλλιεργούνται επίσης σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, ρύζι, τσάι, φουντουκιές, καρυδιές, ροδιές και πρώιμα λαχανικά, ιδίως στην περιοχή του Λανκαράν. Επί της σοβιετικής περιόδου, η γεωργική παραγωγή στηριζόταν στους κρατικούς συνεταιρισμούς, οι οποίοι μετατρέπονται σε ιδιωτικούς με πολύ αργούς ρυθμούς (μόλις 5% μέχρι το 1995). 
Σε ανάπτυξη βρίσκονται επίσης η αλιεία, η κτηνοτροφία –ιδίως των αλόγων ιππασίας Καραμπάχ– η σηροτροφία και η μελισσοκομία. Το κτηνοτροφικό δυναμικό περιλαμβάνει κυρίως πρόβατα, κατσίκες και αγελάδες και η παραγωγή τυρί, βούτυρο και μέλι. Η Κασπία αποτελεί σταθερή πηγή αλιευτικού πλούτου, ιδίως οξυρρύγχου για την παραγωγή χαβιαριού. Το 1997 τα αλιεύματα έφτασαν τους 8.488 τόνους.
Βιομηχανία, ορυκτός πλούτος και ενέργεια. Ο τομέας της βιομηχανίας και του ορυκτού πλούτου απασχολεί το 15% του ενεργού πληθυσμού, που στην πλειοψηφία τους ασχολούνται με την εξόρυξη πετρελαίου. Υπολογίζεται πως υπάρχουν 1.000 εκατ. μετρικοί τόνοι πετρελαίου, ενώ η χώρα διαθέτει επίσης μεγάλα αποθέματα φυσικού αερίου. Το 1999 η παραγωγή αργού πετρελαίου έφτανε τα 283.000 βαρέλια την ημέρα. Υπάρχουν επίσης σίδηρος, βωξίτης και χαλκός. Η βιομηχανία σχετίζεται και αυτή κυρίως με το πετρέλαιο, με εργοστάσια χημικών και πετροχημικών προϊόντων. Επίσης, λειτουργούν εργοστάσια τροφίμων, υφαντουργίας κ.ά. Ο ρυθμός βιομηχανικής ανάπτυξης άγγιξε το 6% το 2002.
Η ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται κυρίως από το φυσικό αέριο (περίπου 90%) και δευτερευόντως από υδροηλεκτρικούς σταθμούς (περίπου 10%). Τα εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας που άλλοτε κάλυπταν το ένα τρίτο της παραγωγής πλέον δεν λειτουργούν.Τμήμα εγκαταστάσεων για την άντληση πετρελαίου από τον βυθό της Κασπίας θάλασσας, κοντά στην πρωτεύουσα Μπακού του Αζερμπαϊτζάν.Εγκαταστάσεις για την πραγματοποίηση γεωτρήσεων στον βυθό της Κασπίας θάλασσας, κοντά στην πετρελαιοπαραγωγική ζώνη του Μπακού στο Αζερμπαϊτζάν, γνωστή με την ονομασία Χαζάρ.

Συγκοινωνίες, μεταφορές και εμπόριο. Το οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο είναι καλό. Υπάρχουν περίπου 25.000 χλμ. βασικών οδών, ενώ το σιδηροδρομικό δίκτυο περιλαμβάνει 2.130 χλμ., από τα οποία τα 700 έχουν ανάγκη βελτίωσης. Η χώρα διαθέτει μικρό εμπορικό στόλο (55 πλοία το 2002) και κρατική αεροπορική εταιρεία.
Το εμπόριο διεξάγεται κυρίως με χώρες της πρώην ΕΣΣΔ και τα προϊόντα που εξάγονται –εκτός από το πετρέλαιο– είναι άσφαλτος, λιπαντικά, νάφθα, καυστική σόδα, τρόφιμα, αγροτικά προϊόντα κλπ. Τα τελευταία χρόνια έχει δοθεί περισσότερη έμφαση στις εμπορικές επαφές με τις χώρες της Ευρώπης.
Νόμισμα και τράπεζες. Νόμισμα της χώρας είναι το μανάτ (1 ευρώ = περ. 4.800 μανάτ), που υποδιαιρείται σε 100 γκοπίκ. Το 1992 ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα του Α., η οποία έχει την εποπτεία του τραπεζικού συστήματος. Λειτουργούν επίσης δεκάδες ιδιωτικές τράπεζες.Το νέο χαρτονόμισμα των 1.000 μανάτ του Αζερμπαϊτζαν, που εκδόθηκε το 2001.

    Ιστορία
Η περιοχή του σημερινού Α. στην αρχαιότητα κατοικήθηκε από Μήδους και κατά τον 6ο αι. π.Χ. αποτέλεσε τμήμα της Περσικής αυτοκρατορίας. Τον 7ο αι. μ.Χ. κυριεύτηκε από τους Άραβες και αργότερα από τουρκικά φύλα. Όσον αφορά τη νεότερη ιστορία του, με τη συνθήκη του Τουρκμεντσάι (1828) το Α. διαμοιράστηκε ανάμεσα στο Ιράν και στη Ρωσία. Στο δεύτερο μισό του 16ου αι., ανακαλύφθηκε πετρέλαιο και στις αρχές του 20ού αι. η περιοχή έγινε μία από τις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγούς περιοχές του κόσμου. Στο Μπακού και σε άλλα μεγάλα κέντρα άρχισαν να συρρέουν Σλάβοι μετανάστες, οι οποίοι κυριάρχησαν στην τοπική ζωή.
Μετά την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917, υπήρξε μια μικρή περίοδος κυριαρχίας των μπολσεβίκων στο Μπακού, ώσπου μια εθνικιστική κυβέρνηση ανακήρυξε το Α. ανεξάρτητο κράτος. Το Α. δέχτηκε την εισβολή του Ερυθρού Στρατού και τον Απρίλιο του 1920 εγκαθιδρύθηκε η Σοβιετική Δημοκρατία του Α., η οποία υπήρξε συστατική δημοκρατία της ΕΣΣΔ από το 1922. Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους σοβιετικούς, υπήρξαν διώξεις εθνικιστών και θρησκευτικών ηγετών, ενώ στη δεκαετία του 1930 η υποχρεωτική κολεκτιβοποίηση οδήγησε σε αγροτικές εξεγέρσεις. Οι σταλινικές εκκαθαρίσεις περιλάμβαναν και μέλη του Κομουνιστικού Κόμματος του Α. Το 1945, η σοβιετική κυβέρνηση προσπάθησε να συνενώσει τα τμήματα του Ιράν που κατοικούνται από Αζέρους, αλλά έναν χρόνο αργότερα οι σοβιετικές δυνάμεις υποχρεώθηκαν να αποχωρήσουν μετά την αντίδραση των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας.
Ο Αλίεφ και το Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Ο σημαντικότερος ηγέτης της σύγχρονης ιστορίας του Α. υπήρξε ο Χεϊντάρ Αλίεφ, ο οποίος έγινε πρώτος γραμματέας του Κομουνιστικού Κόμματος το 1969. Ο Αλίεφ ανέχθηκε τη διαφθορά των τοπικών αξιωματούχων και ο γενικός γραμματέας του ΚΚΣΕ Μιχαήλ Γκορμπατσόφ προσπάθησε να την καταπολεμήσει, απομακρύνοντας τον Αλίεφ το 1987. Το βιοτικό επίπεδο ήταν πολύ χαμηλό και τον Νοέμβριο του 1988 σημειώθηκαν οι πρώτες διαδηλώσεις, όταν πολίτες του Μπακού κατέλαβαν την κεντρική πλατεία της πόλης για δέκα μέρες και τελικά απομακρύνθηκαν από την αστυνομία. 
Τα κυριότερα ζητήματα που απασχολούσαν τους διαδηλωτές ήταν το καθεστώς του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, μιας αυτόνομης περιοχής μέσα στο Α., και του Ναχιτσεβάν, μιας περιοχής που χωρίζεται από το Α. με εδάφη της Αρμενίας. Και οι δύο περιοχές υπήρξαν ανέκαθεν διεκδικούμενες από την Αρμενία, ενώ η πλειοψηφία του πληθυσμού στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ ήταν ούτως ή άλλως αρμενική. Το Ναχιτσεβάν δεν έγινε όμως ποτέ τμήμα της σοβιετικής Αρμενίας, ενώ η τουρκοσοβιετική συνθήκη του Μαρτίου 1921 περιλάμβανε διάταξη για την εγγύηση της δικαιοδοσίας του Α. στο Ναχιτσεβάν. Το Ναγκόρνο-Καραμπάχ ήταν αμφισβητούμενη περιοχή κατά την περίοδο της ανεξαρτησίας της Αρμενίας και του Α. (1918-20), αλλά το 1921 το Γραφείο Υποθέσεων Καυκάσου είχε αποφασίσει την ένωσή του με την Αρμενία, μια απόφαση που ανατράπηκε από τον Στάλιν. Το 1923 η περιοχή αυτή ανακηρύχθηκε αυτόνομη περιοχή μέσα στη Σοβιετική Δημοκρατία του Α. και έτσι παρέμεινε έκτοτε.
Η διένεξη για την περιοχή αυτή αναζωπυρώθηκε τον Φεβρουάριο του 1988, όταν το τοπικό σοβιέτ ζήτησε να αποδοθεί η περιοχή στην Αρμενία. Οι σοβιετικές αρχές απέρριψαν το αίτημα και μεγάλες διαδηλώσεις Αρμενίων πραγματοποιήθηκαν και στην πρωτεύουσα της Αρμενίας, το Ερεβάν. Οι Αζέροι άρχισαν να εγκαταλείπουν την Αρμενία και τον Φεβρουάριο, σε εκδηλώσεις βίας κατά των Αρμενίων, σκοτώθηκαν δεκάδες άτομα στην πόλη Σουμγκαγίτ του Α. Οι ταραχές οδήγησαν σε μαζική έξοδο προσφύγων από την Αρμενία και το Α.
Στις αρχές του 1989, η σοβιετική κυβέρνηση ανέλαβε την απευθείας διακυβέρνηση της περιοχής, κάτι που θεωρήθηκε από τους Αζέρους ως προσβολή της εδαφικής τους ακεραιότητας. Στα μέσα του ίδιου έτους ιδρύθηκε το Λαϊκό Μέτωπο του Α. Η εθνικιστική αυτή οργάνωση πρωτοστάτησε σε διαδηλώσεις, με αποτέλεσμα τον Σεπτέμβριο το ανώτατο σοβιέτ να υιοθετήσει μία διακήρυξη κυριαρχίας. Τον Νοέμβριο του 1989 η σοβιετική κυβέρνηση μεταβίβασε τον έλεγχο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ σε μια οργανωτική επιτροπή που απαρτιζόταν κυρίως από Αζέρους· το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντίδραση των Αρμενίων, οι οποίοι ανακήρυξαν την περιοχή Ενιαία Αρμενική Δημοκρατία. Τον Ιανουάριο του 1990 το Λαϊκό Μέτωπο προχώρησε σε επιθέσεις εναντίον κυβερνητικών κτιρίων και σε πράξεις βίας κατά των Αρμενίων. Κατάσταση ανάγκης επιβλήθηκε σε ολόκληρη τη χώρα και σοβιετικά στρατεύματα στάλθηκαν στο Μπακού. Στις συγκρούσεις που ακολούθησαν σκοτώθηκαν πάνω από εκατό άτομα, αλλά ο σοβιετικός στρατός αποκατέστησε την τάξη και συνέλαβε τους ηγέτες του Λαϊκού Μετώπου.
Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1990 οι κομουνιστές κέρδισαν την πλειοψηφία, ενώ η αντιπολίτευση αμφισβήτησε το αποτέλεσμα. Το Α. έλαβε μέρος στο δημοψήφισμα για το μέλλον της ΕΣΣΔ και με συντριπτική πλειοψηφία οι Αζέροι ψήφισαν υπέρ μιας ανανεωμένης ομοσπονδίας. Τον Αύγουστο του 1991, ο ηγέτης του Κομουνιστικού Κόμματος Αγιάζ Mουταλίμποφ τήρησε διφορούμενη στάση, με αποτέλεσμα να υπάρξουν μαζικές διαδηλώσεις με αίτημα την παραίτησή του. Η αντιπολίτευση είχε την υποστήριξη του Χεϊντάρ Αλίεφ, πρώην ηγέτη του Κομουνιστικού Κόμματος, ο οποίος είχε γίνει πρόεδρος της βουλής του Ναχιτσεβάν. Στις εκλογές για την προεδρία ο Μουνταλίμποφ εξελέγη με ποσοστό 84%, ενώ λίγο αργότερα το συνέδριο του Κομουνιστικού Κόμματος αποφάσισε τη διάλυση του κόμματος, το οποίο επανιδρύθηκε στα τέλη του 1993.Ο Χεϊντάρ Αλίεφ διετέλεσε γραμματέας του Κομουνιστικού Κόμματος του Αζερμπαϊτζάν και πρόεδρος της χώρας του από το 1993 έως το 2003 (φωτ. ΑΠΕ).
Η περίοδος της ανεξαρτησίας και οι αυτονομιστικές συγκρούσεις. Η ανεξαρτησία του Α. ανακηρύχθηκε επίσημα τον Οκτώβριο του 1991 και το Α. υπέγραψε τη Διακήρυξη της Άλμα Άτα για την ίδρυση της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ). Οι συγκρούσεις στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ εντάθηκαν το 1992 και οι διεθνείς προσπάθειες για ειρηνική διευθέτηση κατέρρευσαν. Καθώς οι δυνάμεις των Αζέρων είχαν υποστεί στρατιωτικές ήττες, ο Μουταλίμποφ αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Τον Μάιο, αρμενικές δυνάμεις κατέλαβαν τη στρατηγική πόλη Σούσα, τελευταίο οχυρό των Αζέρων, και μετά άνοιξαν έναν διάδρομο μέσω του Α. που επέτρεπε στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ να ενωθεί με την Αρμενία. Η σοβαρή πολιτική κρίση στο Α. οδήγησε στην επιστροφή του Μουταλίμποφ, αλλά οι συνεχείς διαδηλώσεις τον ανάγκασαν και πάλι να παραιτηθεί. Τον επόμενο μήνα, το Λαϊκό Μέτωπο ανέλαβε ουσιαστικά την εξουσία, όταν ο Αλμπουφάζ Ελτσίμπεϊ εξελέγη πρόεδρος.
Οι δυνάμεις των Αζέρων εξαπέλυσαν αντεπίθεση στα μέσα του 1992, ανακαταλαμβάνοντας κάποια εδάφη, αλλά στο τέλος του χρόνου ο πόλεμος είχε ήδη κοστίσει τη ζωή σε 4.700 Αζέρους και σε 3.000 Αρμενίους. Η οικονομική κατάσταση ήταν τραγική, καθώς υπήρχαν σοβαρές ελλείψεις τροφίμων και καυσίμων παράλληλα με τη συρροή προσφύγων. Στις αρχές του 1993 οι συγκρούσεις εντάθηκαν στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ και οι Αρμένιοι άνοιξαν δεύτερο διάδρομο προς την Αρμενία, επεκτείνοντας τις επιχειρήσεις τους στο έδαφος του Α. και καταλαμβάνοντας το 20% του εδάφους του. Τον Νοέμβριο του 1993, το σύνολο των προσφύγων στο Α. υπολογιζόταν σε ένα εκατομμύριο. Ο ΟΗE υιοθέτησε σειρά αποφάσεων ζητώντας κατάπαυση του πυρός και την αποχώρηση των αρμενικών δυνάμεων από το Α.
Οι στρατιωτικές ήττες οδήγησαν σε εσωτερικές συγκρούσεις στο Λαϊκό Μέτωπο. Οι φόβοι για επικείμενο πραξικόπημα επιβεβαιώθηκαν, αλλά ο επικεφαλής των δυνάμεων που απέτρεψαν την ανατροπή του Ελτσίμπεϊ επιχείρησε με τη σειρά του να τον ανατρέψει ο ίδιος. Ο Ελτσίμπεϊ κάλεσε τον Αλίεφ στο Μπακού, όπου ανέλαβε τις αρμοδιότητες του προέδρου και όρισε πρωθυπουργό τον στρατηγό Xουσεΐνοφ, ο οποίος είχε απειλήσει την πρωτεύουσα. Τον Οκτώβριο του 1993, ο Αλίεφ εξελέγη πρόεδρος με το 99% των ψήφων, ενώ τον Δεκέμβριο οι δυνάμεις των Αζέρων εξαπέλυσαν νέα αντεπίθεση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ σημειώνοντας κάποιες νίκες, οι οποίες αποδόθηκαν στην υποστήριξη των Αφγανών μουτζαχεντίν, καθώς και στην εκπαίδευση του στρατού των Αζέρων από Ρώσους και Τούρκους στρατιωτικούς συμβούλους. Στις αρχές του 1994, ο πόλεμος είχε προκαλέσει τον θάνατο 18.000 ατόμων και τον τραυματισμό 25.000.
Στα μέσα του 1994, το Α. υπέγραψε το λεγόμενο Πρωτόκολλο του Μπισκέκ, το οποίο είχε υιοθετηθεί σε σύνοδο της ΚΑΚ με την έγκριση και των αντιπροσώπων της Αρμενίας και του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η ηγεσία του Ναγκόρνο-Καραμπάχ διέταξε κατάπαυση του πυρός, η οποία τηρήθηκε. Στο τέλος του χρόνου καταβλήθηκαν προσπάθειες από τη Ρωσία και τη ΔΑΣΕ για την επίτευξη ειρήνης, αλλά το Α. αρνήθηκε κατηγορηματικά, αν προηγουμένως δεν αποχωρούσαν όλες οι αρμενικές δυνάμεις από το έδαφός του. Στο τέλος του χρόνου συμφωνήθηκε από τη ΔΑΣΕ να εγκατασταθεί πολυεθνική δύναμη ειρήνης στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ με τη συμμετοχή κατά 30% ρωσικών δυνάμεων. Στο εσωτερικό του Α. η κατάσταση παρέμεινε τεταμένη, κυρίως με την εντυπωσιακή αύξηση του οργανωμένου εγκλήματος και την εμφάνιση πολιτικής βίας υπό τη μορφή εκρήξεων βομβών στο Μπακού. Αντίπαλοι του προέδρου Αλίεφ κατήγγειλαν την κυβέρνηση για καταπίεση και διώξεις, ενώ πέντε κόμματα της αντιπολίτευσης συγκρότησαν συμμαχία. 
Η υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Μπισκέκ προκάλεσε κρίση και η αντιπολίτευση οργάνωσε μεγάλες διαδηλώσεις. Παράλληλα, ο Αλίεφ αντιμετώπισε την εξέγερση των ειδικών δυνάμεων ασφαλείας και άλλων στρατιωτικών δυνάμεων, που κατέλαβαν κυβερνητικά κτίρια στα τέλη του 1994. Ο Αλίεφ απομάκρυνε τον Χουσεΐνοφ από τη θέση του πρωθυπουργού και ανέλαβε εκείνος την κυβερνητική ευθύνη, προχωρώντας σε εκκαθαρίσεις στην κυβέρνηση και στις ένοπλες δυνάμεις. Στα τέλη του 1994, η πολιτική αναταραχή στο Α. αποδόθηκε από ορισμένους στη Ρωσία, η οποία ήθελε να εμποδίσει την επικύρωση της συμφωνίας που υπέγραψε το Α. με συνασπισμό ευρωπαϊκών και αμερικανικών εταιρειών για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων πετρελαίου. Ωστόσο, η βουλή επικύρωσε τη συμφωνία αυτή τον Νοέμβριο του 1994.
Στα μέσα του 1996, το Α. διατύπωσε την πρότασή του για την επίλυση της σύγκρουσης γύρω από το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, προσφερόμενο να παραχωρήσει αυτονομία αν οι αρμενικές δυνάμεις απομακρύνονταν από την αμφισβητούμενη αυτή περιοχή. Το Α. κατέστησε διεθνώς γνωστή τη θέση του ότι δεν μπορούσε να ανεχτεί την ανεξαρτησία του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, αφήνοντας ανοιχτό το ζήτημα των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Από τον Μάιο του 1994 μέχρι τα μέσα του 1996 μία επισφαλής εκεχειρία επικρατούσε στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ μετά την πλήρη εκδίωξη των Αζέρων από την περιοχή. 
Τον Ιούνιο του 2000 διεξήχθησαν γενικές εκλογές στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, γεγονός που καταδικάστηκε από την κυβέρνηση του Α. Παράλληλα, οι συνομιλίες μεταξύ των προέδρων του Α. και της Αρμενίας σχετικά με το μέλλον της περιοχής συνεχίζονταν. 
Η κατάληξη της διαμάχης στοίχισε στο Α. την απώλεια 18% της μέχρι τότε επικράτειάς του και επιβάρυνε την οικονομία του με τη συντήρηση 800.000 προσφύγων.
Το 1998 η εθνοσυνέλευση αποφάσισε την κατάργηση της θανατικής ποινής, ενώ το 2000 ο Αλίεφ ανακοίνωσε γενική αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς κρατουμένους. Το Α., μετά την ανεξαρτησία του το 1991, ενίσχυσε επίσης τις σχέσεις του με την Τουρκία, κάτι που συνεχίστηκε και με την προεδρία του Αλίεφ. Τα δύο κράτη, τα οποία έχουν στενούς δεσμούς από τον καιρό της πρώτης ανεξαρτησίας του Α., έχουν αναπτύξει στενές οικονομικές σχέσεις και στη διάρκεια του πολέμου για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, η Τουρκία προσέφερε ανθρωπιστική βοήθεια στο Α. Το Α. ζήτησε στα μέσα του 1996 να γίνει δεκτό στο Συμβούλιο της Ευρώπης, αλλά η αίτησή του πέρασε από εξέταση, για να εξακριβωθούν οι συνθήκες των δημοκρατικών ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που επικρατούν εκεί. Τελικά η αίτηση έγινε αποδεκτή ταυτόχρονα με αυτήν της Αρμενίας, τον Ιανουάριο του 2001. 
Την περίοδο 2001-2 έγιναν κάποια ανοίγματα προς το εξωτερικό, με υπογραφές συμφωνιών με την Τουρκία για την εκμετάλλευση πετρελαιοφόρων κοιτασμάτων (Μάρτιος 2001) και με την άρση της απαγόρευσης οικονομικής βοήθειας από τις ΗΠΑ (Ιανουάριος 2002). Τον Οκτώβριο του 2003 έγιναν προεδρικές εκλογές· ο μέχρι τότε πρόεδρος Χεϊντάρ Αλίεφ θα βρισκόταν αντιμέτωπος με τον Ισά Γκαμπάρ, αλλά δύο εβδομάδες πριν από τις εκλογές παραχώρησε τη θέση του στον γιο του, Ιλχάμ Αλίεφ (ήταν βαριά άρρωστος και τελικά πέθανε λίγο αργότερα). Ο τελευταίος νίκησε με ποσοστό γύρω στο 80%, αλλά οι εκλογές κρίθηκαν αδιαφανείς από Δυτικούς εκλογικούς παρατηρητές και από μεγάλο ποσοστό του λαού, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν ταραχές στο Μπακού με τουλάχιστον δύο νεκρούς και εκατοντάδες συλλήψεις. Ο Ιλχάμ Αλίεφ εξελέγη πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν το 2003 (φωτ. ΑΠΕ).Άποψη του μνημείου των μαρτύρων, στην πόλη Μπακού, πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν (φωτ. ΑΠΕ).

    Έθιμα και παραδόσεις
Οι κάτοικοι των πόλεων του Α. έχουν υιοθετήσει πολλά στοιχεία της ρωσικής κουλτούρας, ενώ οι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών διατηρούν πολλές από τις παλιές πρακτικές και τα έθιμά τους, που αποκαλύπτουν έναν πλούσιο λαϊκό πολιτισμό. Αρκετά ζωντανή είναι και η εθνική λογοτεχνία, η οποία εμπνέεται κυρίως από μια αξιόλογη λαϊκή παράδοση μύθων και επικών ποιημάτων που μεταδίδονταν προφορικά μέχρι τις αρχές του περασμένου αιώνα, καθώς η εισαγωγή της κυριλλικής γραφής έγινε το 1926. Έξω από τις πόλεις, διατηρείται πολύ συχνά η παραδοσιακή ενδυμασία, ιδιότυπο μείγμα τουρκικών, κιρκασίων και περσικών ενδυμασιών. Ενώ οι κτηνοτρόφοι (σχεδόν νομάδες) χρησιμοποιούν ακόμη την τυπική σκηνή από δέρμα και κετσέ με θολωτό σχήμα (kibitka) των νομάδων, τα αγροτικά χωριά διατηρούν συνήθως την αρχική τους δομή: οι δρόμοι περιβάλλονται από ψηλά τείχη, μέσα στα οποία βρίσκονται τα σπίτια, τα παράθυρα των οποίων βλέπουν σε ευρύχωρες αυλές. Η αναγέννηση των εθνικών αισθημάτων αναζωπύρωσε την παλιά αντιπαλότητα με τους Αρμενίους, η οποία οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι οι Αρμένιοι ανέκαθεν έλεγχαν το εμπόριο, τις πιο εύφορες αγροτικές περιοχές και τις αποδοτικότερες ασχολίες στη χώρα, παρά σε θρησκευτικούς λόγους.

    Ο ελληνισμός στο Αζερμπαϊτζάν
Σύμφωνα με στοιχεία του Αρχείου Ομογενειακών Οργανώσεων, στο Α. το 2001 κατοικούσαν 580 Έλληνες.

    Read 1580 times

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.