Αρκετοί αθλητές επικίνδυνων αθλημάτων, όπως οι πυγμάχοι, έχουν εμφανίσει μετά την απόσυρσή τους νευροεκφυλιστικές διαταραχές, έχοντας ιστορικό επαναλαμβανόμενων διασείσεων εγκεφάλου. Σύμφωνα με μια νέα μελέτη όμως,  αθλητές οι οποίοι είχαν υποστεί έστω και μία διάσειση, σημείωσαν μεγαλύτερη πτώση στην προσοχή και τη μνήμη τους, ενώ κάποιες κινήσεις τους επιβραδύνθηκαν πάνω από 30 χρόνια αργότερα, σε σύγκριση με εκείνους που δεν είχαν υποστεί ποτέ διάσειση.

Η ομάδα του ερευνητή  De Beaumont έδωσε ένα σύνολο εξετάσεων νοητικών και κινητικών δεξιοτήτων σε 40, κατά τα άλλα υγιείς πρώην παίχτες χόκεϊ ή ποδοσφαίρου επιπέδου Κολεγίου, οι οποίοι εξακολουθούσαν να έχουν φυσική δραστηριότητα, τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα, στην ηλικία των 50 ως 65 ετών.
Δεκαεννέα συμμετέχοντες μεταξύ αυτών είχαν υποστεί τουλάχιστον μία σχετική με αγώνα ή προπόνηση διάσειση στην ηλικία των 20- 30 ετών, δηλαδή κατά μέσο όρο 34 έτη πριν από την εξέταση. Η σοβαρότητα των διασείσεων κυμαινόταν από βαθμού 2 (με συμπτώματα ή ανωμαλίες στην επιτέλεση πνευματικών λειτουργιών που είχαν διαρκέσει περισσότερο από 15 λεπτά) ως βαθμού 3 (με παροδική απώλεια των αισθήσεων). Όλες οι διασείσεις που ανέφεραν οι ίδιοι οι πρώην παίκτες εντάχθηκαν στην κατηγορία των ήπιων εγκεφαλικών κακώσεων. 
Η μελέτη υποστήριξε ότι υπάρχει μακροπρόθεσμη επίδραση στον εγκέφαλο από μια διάσειση η οποία σημειώθηκε κατά τη διάρκεια κάποιου ομαδικού αθλήματος.
Το αποτέλεσμα που παρατηρήθηκε σε αυτή τη μελέτη ήταν σε μεγάλο βαθμό υποκλινικό και είχε μικρή επίδραση στην καθημερινή ζωή πρώην αθλητών. Ασαφές παραμένει εάν και κατά πόσο η επίδραση που διαπιστώθηκε από τις αναφορές αποτελούσε μια λανθάνουσα αλλαγή στη νοητική λειτουργία η οποία ήρθε στην επιφάνεια με την ηλικία ή αποτελούσε στην πραγματικότητα μια επιτάχυνση της διαδικασίας γήρανσης. Ωστόσο, το ζήτημα δυνητικά αφορά και τους ερασιτέχνες αθλητές ή τους περιστασιακά αθλούμενους, οπότε σε μια τέτοια μεγάλη κλίμακα πληθυσμού, πιθανώς κάποιοι να εμφανίσουν ορατές επιδράσεις, χρόνια μετά από μια εγκεφαλική διάσειση.

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Χρ. Σπίγγος

Πηγή: Περιοδικό Brain