Εκτύπωση
Κατηγορία: Διατροφολογία και Παχυσαρκία
Εμφανίσεις: 4173

Οι προτιμήσεις στις τροφές επηρεάζονται από το περιβάλλον, αλλά και από τα γονίδια μας. Η επιθυμία για την κατανάλωση γλυκών διαφέρει από άτομο σε άτομο, για αξεκαθάριστα μέχρι στιγμής αίτια. Δεδομένης της πολύ μεγάλης αύξησης της συχνότητας της παχυσαρκίας και του διαβήτη, είναι συνεχώς αυξανόμενο και το ενδιαφέρον για την κατανόηση των μηχανισμών που αφορούν τη ρύθμιση της κατανάλωσης τροφής. Μια νέα μελέτη διαπιστώνει ότι όσοι επιθυμούν να καταναλώνουν πολλά γλυκά γεννιούνται με αυτή την προδιάθεση, καθώς διαθέτουν μια συγκεκριμένη μετάλλαξη σε ένα γονίδιο.
Ο εγκέφαλος γενικά ρυθμίζει πολύπλοκα τους νευρωνικούς, ορμονικούς και εντερικούς μηχανισμούς που κινητοποιούν το αίσθημα της πείνας, την προτίμηση σε τροφές και την απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών. Οι "γλυκατζήδες", τα άτομα δηλαδή που χαρακτηρίζονται από αυξημένη προτίμηση για τα γλυκά σε σχέση με τα υπόλοιπα, ανξαρτήτως του αν είναι παχύσαρκα ή αδύνατα, φαίνεται πως έχουν μια συγκεκριμένη παραλλαγή σε ένα γονίδιο υπεύθυνο για την είσοδο της γλυκόζης στα κύτταρά τους. 
Η απότομη μείωση στη γλυκόζη του αίματος προκαλεί το αίσθημα της πείνας, διότι τα εγκεφαλικά κύτταρα εξαρτώνται αποκλειστικά από τη γλυκόζη ως καύσιμο. Αντίθετα, η κατανάλωση τροφών πλούσιων σε υδατάνθρακες, όπως είναι τα γλυκά, αυξάνει τη διαθέσιμη γλυκόζη και μειώνει την πρόσληψη τροφής.
Οι ερευνητές αξιολόγησαν σε παχύσαρκους και σε αδύνατους ανθρώπους την ύπαρξη παραλλαγών στο γονίδιο GLUT2, το οποίο ρυθμίζει την είσοδο γλυκόζης μέσα στα κύτταρα του οργανισμού. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι μια συγκεκριμένη παραλλαγή αυτού του γονιδίου σχετίζεται με διαφορές στις συνήθειες κατανάλωσης γλυκών, ανεξαρτήτως της ηλικίας και ανεξαρτήτως του εάν κανείς είναι παχύσαρκος ή όχι.
Η μελέτη προσφέρει μια πρώτη ένδειξη για το ρόλο που παίζει η παραλλαγή αυτή στο συγκεκριμένο γονίδιο GLUT2, σχετικά με τη πρόσληψη γλυκών, και μπορεί να εξηγεί τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των ατόμων ως προς την κατανάλωση τροφών που περιέχουν μεγάλη ποσότητα υδατανθράκων.
Μελλοντικές εφαρμογές αυτής της γνώσης θα μπορούσαν να είναι η ανάπτυξη φαρμάκων που θα στοχεύουν στο συγκεκριμένο γονίδιο, σε άτομα στα οποία προσδιορίζεται η εν λόγω προδιάθεση, ή η ανάπτυξη γενετικών τεστ που θα προσδιορίζουν αυτή την προδιάθεση από τη βρεφική ηλικία, έτσι ώστε το παιδί να αποκτήσει διατροφικές συνήθειες προσαρμοσμένες στα γονίδια του.

 

Πηγή: Περιοδικό Physiological Genomics