Τα τελευταία χρόνια έχουν προσδιοριστεί αρκετoί νέοι "βιολογικοί δείκτες", δηλαδή μόρια των οποίων η μέτρηση στο αίμα ή σε άλλα υγρά του σώματος δίνει μια ένδειξη για την ύπαρξη ή την επιδείνωση κάποιας παθολογικής κατάστασης ή για την πορεία μιας νόσου. Ωστόσο, προς το παρόν οι μετρήσεις  αυτές δεν έχουν αναπτυχθεί ώστε να μπορούν να παραγγελθούν στα πλαίσια μιας τυπικής εξέτασης, καθώς δεν έχει καθορισθεί πλήρως η χρησιμότητα και η αξιοπιστία τους. Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα προσθέτει σημαντικές πληροφορίες.
 

 

 

Ιδίως στις καρδιαγγειακές παθήσεις και στους ηλικιωμένους, δεν είχε αξιολογηθεί καθόλου μέχρι σήμερα η χρησιμότητα πρόσθετων βιολογικών δεικτών, ως προς την αξιολόγηση του κινδύνου θανάτου από τη νόσο τους. Τα δεδομένα μιας νέας μελέτης δείχνουν ότι σε ηλικιωμένους άνδρες, η ταυτόχρονη χρήση αρκετών από τους νέους βιολογικούς δείκτες, σε συνδυασμό με τους παραδοσιακούς δείκτες, μπορεί να αυξήσει ουσιωδώς την προβλεπτική ικανότητα των γιατρών ως προς τον κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια.
Οι ερευνητές αξιολόγησαν ορισμένους καινούργιους βιολογικούς δείκτες που αντανακλούν την ύπαρξη βλάβης στο μυοκάρδιο, την ύπαρξη καρδιακής ανεπάρκειας και τη φλεγμονή. Οι δείκτες αυτοί είναι η τροπονίνη Ι, το αμινοτελικό πρόδρομο του εγκεφαλικού νατριουρητικού πεπτιδίου, η συστατίνη C και η C- αντιδρώσα πρωτεΐνη. Συνολικά στη μελέτη συμμετείχαν 1.135 ασθενείς, εκ των οποίων 136 κατέληξαν εξ αιτίας καρδιαγγειακής νόσου.
Η προσθήκη των 4 νέων δεικτών στην ανάλυση μαζί με τους ήδη καθιερωμένους παράγοντες κινδύνου, δηλαδή την ηλικία, τη συστολική αρτηριακή πίεση, τη χρήση αντιυπερτασικών φαρμάκων, την ολική χοληστερόλη και τη χοληστερόλη τύπου HDL, τη χρήση αντιλιπιδαιμικών φαρμάκων, την παρουσία ή απουσία διαβήτη, το κάπνισμα και την παχυσαρκία, οδήγησε στην πρόβλεψη μεγαλύτερου αριθμού θανάτων, σε σχέση με την απλή χρήση των τελευταίων μόνων δεικτών. Συγκεκριμένα, όσοι εμφάνιζαν αύξηση σε τουλάχιστον 2 από τους νέους δείκτες είχαν τριπλάσιο κίνδυνο θανάτου, ενώ για την αύξηση στο σύνολο των 4 δεικτών διαπιστώθηκε 16-πλάσια αύξηση του κινδύνου θανάτου.

Αν και για τους αποκαλούμενους καθιερωμένους παράγοντες κινδύνου, αυτό που τους διαφοροποιεί είναι πως υπάρχουν αποδείξεις ότι η τροποποίησή τους μειώνει και τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, προς το παρόν δεν είναι διαθέσιμα αρκετά στοιχεία, που να υποδηλώνουν κάτι αντίστοιχο και για τους νεώτερους βιολογικούς δείκτες. Έτσι, τα παραπάνω ευρήματα, αν και δείχνουν μια χρησιμότητα των βιολογικών δεικτών ως προς την πρόβλεψη, δεν θα πρέπει να παρερμηνευτούν, ως προς το ότι η μείωση αυτών των βιολογικών δεικτών με διάφορες παρεμβάσεις, υποχρεωτικά θα οδηγήσει και σε καλύτερη έκβαση ή σε πρόληψη των θανάτων που παρατηρήθηκαν. Η απάντηση σε αυτό το ζήτημα θα έρθει μετά από μελλοντικές σχετικές έρευνες. 
 
 

 

Πηγή: Περιοδικό New England Journal of Medicine