Η «αυτοκτονία διά αστυνομικού» (SBC) είναι μια μέθοδος αυτοκτονίας κατά την οποία ένα άτομο εμπλέκεται σε πραγματικό ή φαινομενικό κίνδυνο για τους άλλους σε μια απόπειρα να σκοτωθεί ή να τραυματιστεί από τα όργανα της τάξης. Μια νέα μελέτη εξέτασε τον επιπολασμό αυτού του φαινομένου σε ένα ευρύ δείγμα ατόμων που ενεπλάκησαν σε πυροβολισμούς με αστυνομικούς. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η SBC εμφανίζεται σε σχετικά εξαιρετικά υψηλό ποσοστό, με το 36% όλων των πυροβολισμών στις ΗΠΑ να εντάσσονται στην κατηγορία αυτή (!), ενώ δεν υπάρχουν σχετικά στοιχεία για τη χώρα μας.

Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν τα αυξανόμενα περιστατικά αυτής της μεθόδου αυτοκτονίας, που υπάγεται στην ευρύτερη κατηγορία της "αυτοκτονίας δι αντιπροσώπου" με τις περιπτώσεις SBC να καταλήγουν στο θάνατο ή τον τραυματισμό των ατόμων που την επιλέγουν, σε ποσοστό 50%.
Ερευνητές, χρησιμοποιώντας το ευρύτερο εμπειρικό δείγμα πυροβολισμών από την αστυνομία για να μελετήσουν το θέμα της SBC, εξέτασαν 707 περιπτώσεις ανταλλαγής πυρών  με αστυνομικούς , στη Β. Αμερική, από το 1998 ως το 2006. Στο υλικό που εξετάσθηκε περιλαμβάνονταν αναφορές τις αστυνομίας, δηλώσεις των μαρτύρων, ο φάκελος με το ιστορικό των αυτοκτονικών, φωτογραφίες, βιντεοκασέτες και αναφορές από ανασκοπήσεις σε εξωτερικούς χώρους. Η SBC βρέθηκε ότι προέκυπτε σε σημαντικό ποσοστό στις περιπτώσεις ανταλλαγής πυρών με όργανα επιβολής του νόμου. Το γεγονός ότι το 36% όλων των πυροβολισμών στο δείγμα θα μπορούσε να κατηγοριοποιηθεί ως SBC, υπογραμμίζει  τη σημασία των αυτοκτονικών τάσεων όσων εμπλέκονται σε ανταλλαγή πυροβολισμών ή σε άλλης μορφές βίας με αστυνομικούς.
Η μελέτη επικυρώνει επίσης ότι τα αυτοκτονικά άτομα μπορούν πράγματι να απειλήσουν, να τραυματίσουν και να σκοτώσουν άλλους στην προσπάθειά τους να αυτοκτονήσουν. Τα άτομα αυτά είναι «φονικά» για τον εαυτό τους, με πιθανότητα να τραυματιστούν ή να σκοτωθούν της τάξεως του 97%. Υπήρχε δε πιθανότητα, μία στις τρεις περιπτώσεις, να προκληθούν βλάβες και σε τρίτους κατά τη διάρκεια αυτών των συμπλοκών.

 

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Χρ. Σπίγγος

Πηγή: Περιοδικό Journal of Forensic Sciences