Εκτύπωση
Κατηγορία: Παιδί Έφηβος και Υγεία
Εμφανίσεις: 2869
Το Νοέμβριο του 2006, αναφέρθηκε ότι τα παχύσαρκα παιδιά ηλικίας 10 ετών είχαν αρτηρίες παρόμοιες με εκείνες μη παχύσαρκων ενηλίκων 45 ετών. Η αναφορά αυτή βασίστηκε σε ένα συνοπτικό κείμενο που παρουσιάστηκε στη συνάντηση της Αμερικανικής Εταιρίας Καρδιολογίας, μετά από σύσταση της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιατρικής που δήλωνε ότι ο έλεγχος για δυσλιπιδαιμία στα παιδιά θα πρέπει να διευρυνθεί σε μεγάλο βαθμό. Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής (ΑΑΡ) είχε συστήσει στο παρελθόν ο έλεγχος να περιορίζεται μόνο στα παιδιά με οικογενειακό ιστορικό πρώιμης αθηροσκλήρωσης ή υψηλής χοληστερόλης. Πλέον, προτείνουν όμως να εξετάζονται επίσης τα παιδιά άγνωστο οικογενειακό ιστορικό και εκείνα που είναι παχύσαρκα ή οριακά παχύσαρκα, υπερτασικά, ή διαβητικά.

Σύμφωνα με την ΑΑΡ, ο προληπτικός έλεγχος – με την πλήρη εικόνα των λιπιδίων νηστείας και όχι μόνο  με μέτρηση της ολικής χοληστερόλης μη νηστείας – θα πρέπει να ξεκινά στην ηλικία των 2 ετών και όχι αργότερα από την ηλικία των 10, ενώ θα πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε 3 με 5 έτη. Υπολογίζεται ότι το 60% ως 70% των παιδιών θα υποβληθεί σε έλεγχο βάσει αυτής της νέας σύστασης.
Η πιο αμφιλεγόμενη σύσταση είναι εκείνη που προτείνει οι κλινικοί γιατροί να εξετάζουν το ενδεχόμενο χορήγησης των ειδικών αντιλιπιδαιμικών φαρμάκων - των στατινών- για τα παιδιά ηλικίας ≥ 8 ετών με αυξημένα επίπεδα  LDL χοληστερόλης.
Μετά από αυτές τις συστάσεις, δημοσιεύτηκαν διάφορες απόψεις. Ο κάθε συντάκτης μιας τέτοιας άποψης αναγνώρισε την έλλειψη δεδομένων αναφορικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των στατινών στα παιδιά. Καθένας τους τόνισε ο πραγματικός ένοχος είναι η παχυσαρκία και ότι η έγκριση αυτή αντανακλά την αποτυχία μας να προλάβουμε και αντιμετωπίσουμε επιτυχώς την παιδική παχυσαρκία. Ωστόσο, δεδομένου του τεράστιου οφέλους που αποκομίζουν οι ενήλικες από τη λήψη στατινών, θα πρέπει πράγματι να μη χορηγούνται τα φάρμακα αυτά στα παιδιά ή μήπως θα τα ωφελήσει μια τέτοια προσέγγιση;

Από τις γνώμες των ειδικών προέκυψαν πολλά ερωτήματα: Γιατί να ξεκινάμε τον προληπτικό έλεγχο στην ηλικία των 2 ετών, εάν δε συνιστάται η έναρξη θεραπείας ως τα 8; Δε θα ήταν ασφαλέστερο να ξεκινούσαμε τη θεραπεία μετά την εφηβεία, κυρίως επειδή δεν έχουμε κανένα στοιχείο αναφορικά με τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια των στατινών στα παιδιά; Γιατί είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε τα επίπεδα των λιπιδίων νηστείας όταν είναι πολύ πιο εύκολο να μάθουμε για τα επίπεδα μη νηστείας; Πόσο καλά ανιχνεύονται οι συγκεντρώσεις λιπιδίων από την παιδική ηλικία ως την ενηλικίωση; Η κατηγοριοποίηση των παιδιών που έχουν υψηλή χοληστερόλη αποτελεί από μόνη της έναν κίνδυνο και όχι νόσημα – μήπως θα επηρεάσει αυτή η «ταμπέλα» τη δυνατότητά τους να αποκτήσουν ασφάλειες υγείας και ζωής;
Κατά ορισμένους, οι συστάσεις της ΑΑΡ είναι πρόωρες και θα πρέπει να εφαρμοστούν επιλεκτικά. Μόνο τα παιδιά που έχουν τιμές LDL χοληστερόλης στα όρια του φυσιολογικού και εμφανίζουν και άλλους παράγοντες κινδύνου, όπως παχυσαρκία ή οικογενειακό ιστορικό, θα πρέπει να ακολουθούν κάποια θεραπεία. Έως ότου έχουμε στη διάθεσή μας περισσότερα δεδομένα, αυτή η συντηρητική προσέγγιση αποτελεί τη λογικότερη οδό που μπορούμε να ακολουθήσουμε. Οι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να αποφασίζουν μόνοι τους με ποιον τρόπο θα συζητήσουν για τα αποτελέσματα του προληπτικού ελέγχου και για τη θεραπεία που θα ακολουθηθεί με τα παιδιά και την οικογένειά τους.

 

Πηγή: Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής