Εκτύπωση
Κατηγορία: Χειρουργική
Εμφανίσεις: 16702
Ο Μιχαήλ Βοργιάς, MD, FACS, Γενικός Χειρουργός, Διευθυντής Χειρουργικής Κλινικής "Mediterraneo Hospital", εξηγεί στο Υγείαonline.gr, για ποιους λόγους εμφανίζεται σε έναν ασθενή η μετεγχειρητική κήλη και πως το πρόβλημα μπορεί να αποκατασταθεί.
    
Όταν το ένα χειρουργείο μας οδηγεί σε ένα άλλο, τότε ο συνήθης «ασθενής» είναι η μετεγχειρητική κήλη, η οποία εμφανίζεται μετά από επεμβάσεις στην κοιλιακή χώρα.
    
Η μετεγχειρητική κήλη είναι αρκετά συνηθισμένη και για να είμαστε ακριβείς, όλες οι τομές στο κοιλιακό τοίχωμα, που γίνονται κατά τη διάρκεια μιας χειρουργικής επέμβασης, μπορούν να αποτελέσουν «πεδίον δόξης» για την εμφάνιση μετεγχειρητικής κήλης.
    
Η μετεγχειρητική κήλη μπορεί να εμφανιστεί επίσης και σε πλάγιες κοιλιακές τομές, όπως πλάγια δεξιά υποχόνδρια (κάτω από τα πλευρά) μετά από επέμβαση αφαίρεσης χολής (χολοκυστεκτομή), ή μετά από σκωληκοειδεκτομη, ή και πλάγια οσφυϊκά μετά από νεφρεκτομή. Οι κήλες μπορεί να εμφανιστούν  λίγες εβδομάδες ή μήνες μετά τη χειρουργική επέμβαση.
    
Οι μετεγχειρητικές κήλες συνήθως είναι μεγάλες και συνοδεύονται από πόνο και ναυτία. Συχνά δημιουργούν και άλλα προβλήματα όπως σταθερές συμφύσεις με το έντερο και το κοιλιακό τοίχωμα που οδηγούν σε απόφραξη του εντέρου και ειλεό. Πρέπει να αντιμετωπίζονται άμεσα καθώς με την πάροδο του χρόνου όχι μόνο αυξάνουν γρήγορα το μέγεθος τους αλλά  μπορεί να προκαλέσουν ειλεό και εξεντέρωση,δηλαδή την μετάθεση μεγάλου τμήματος του εντέρου έξω από την κοιλιά και κάτω από το δέρμα!
    
Αίτια
    
Μετά από μία χειρουργική τομή το κοιλιακό τοίχωμα εξασθενεί, έστω και παροδικά. Για αυτό φροντίζουμε να κάνουμε όσο το δυνατόν μικρότερες τομές ή και να τις αποφύγουμε. Εδώ πρέπει να τονίσουμε για άλλη μια φορά τη σημασία της λαπαροσκοπικής χειρουργικής, η οποία αντιμετωπίζει ριζικά, σχεδόν αναίμακτα και με τομές μόλις λίγων εκατοστών το πρόβλημα.
    
Ποιοί παράγοντες, εκτός φυσικά από τις χειρουργικές τομές, «ενοχοποιούνται» για την εμφάνιση μετεχγειρητικών κηλών;
    
Βασικό αίτιο είναι η  μετεγχειρητική μόλυνση του χειρουργικού τραύματος η οποία μπορεί να οδηγήσει ακόμα και πλήρη διάσπαση της χειρουργικής τομής. Άλλοι παράγοντες είναι ο  σακχαρώδης διαβήτης, η χρόνια λήψη κορτιζόνης, η άμεση μετεγχειρητική χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία, η παχυσαρκία, οι χειρουργικές τομές που γίνονται πάνω σε παλαιότερες τομές καθώς και καταστάσεις που συνοδεύονται από αυξημένη ενδοκοιλιακή πίεση, όπως δυσκοιλιότητα και χρόνιος βήχας.
    

    
Αντιμετώπιση της μετεγχειρητικής κήλης με λαπαροσκοπική επέμβαση

    
Η λαπαροσκοπική τεχνική, που θεωρείται ιδανική για αποκατάσταση όλων των ειδών υποτροπής, μπορεί να δώσει λύση και στην μετεγχειρητική κήλη.
    
Αυτό γίνεται καθώς λόγω της μεγεθυμένης εικόνας που προσφέρει στο χειρουργό η κάμερα του λαπαροσκοπίου, δεν απαιτείται χειρουργική τομή. Η δε μικρή τομή των 5 χιλιοστών που πραγματοποιείται προκειμένου να εισέλθουν τα λαπαροσκοπικά όργανα, πραγματοποιείται μόνο στο δέρμα και όχι στους μυς όπως απαιτείται στην κλασσική ανοιχτή επέμβαση.
    
Ένας επιπλέον σημαντικός λόγος που οδηγεί ασθενείς και χειρουργους στη λαπαροσκοπική αντιμετώπιση της μετεχειρητικής κήλης είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει μετεγχειρητικός πόνος, σε αντίθεση με τους ισχυρούς πόνους που «συνοδεύουν» την κλασική επέμβαση. Η επέμβαση γίνεται από 3-4 μικρές οπές 0.5 και 1 εκατοστά από όπου εισάγονται ειδικά Trocar Cannula, που επιτρέπουν την εισαγωγή του λαπαροσκόπιου και των λαπαροσκοπικών εργαλείων.
    
Ο χειρουργημένος μπορεί να περπατήσει και να καθίσει την ίδια μέρα, ενώ η επιστροφή στην εργασία και στις καθημερινές του δραστηριότητες όπως είναι το μπάνιο, το ανέβασμα μιας σκάλας, η οδήγηση, το σήκωμα βάρους έως 5 κιλά, ακόμα και οι σεξουαλικές δραστηριότητες, αποκαθίστανται μέσα σε διάστημα 3 έως 5 ημερών.
    
Η λαπαροσκοπική επέμβαση, εγγυάται ένα άριστο αισθητικό αποτέλεσμα, ενώ από ιατρικής πλευράς η δημιουργία φλεγμονών αλλά και μετεγχειρητικών λοιμώξεων είναι σχεδόν μηδενική.
    
Αποκατάσταση της μετεγχειριτική κήλης με την κλασική χειρουργική
    
Η μετεγχειρητική κήλη αντιμετωπίζεται χειρουργικά με τη χρήση πλέγματος, ιδιαίτερα όταν το «στόμιο» του χάσματος είναι μεγαλύτερο από 3 εκατοστά. Πριν το χειρουργείο ο ασθενής πρέπει να κάνει προετοιμασία εντέρου με υπακτικά όπως πριν από μια κολονοσκόπηση. Αυτό γίνεται για να ελαττώσουμε τις πιθανότητες τραυματισμού του εντέρου. Ο ασθενής επιστρέφει σπίτι συνήθως μετά από μία με δύο μέρες από το χειρουργείο, με ήπια παυσίπονα και οδηγίες για ελαφρά σίτιση και αποφυγή άρσης βαρέων αντικειμένων.
    
Μιχαήλ Ν. Βοργιάς, MD, FACS
Γενικός Χειρουργός
Διευθυντής Χειρουργικής Κλινικής "Mediterraneo Hospital"

www.vorias.gr

    
Επιμέλεια άρθρου υγείας: Συντακτική Ομάδα Υγείαonline