altΗ αναιμία είναι μια παθολογική κατάσταση, κατά την οποία ο αριθμός των Ερυθρών αιμοσφαιρίων ή της αιμοσφαιρίνης, είναι μικρότερος από τον κανονικό. Για τους άνδρες, η αναιμία ορίζεται όταν το επίπεδο της αιμοσφαιρίνης είναι μικρότερο από 13,5gram/100ml, ενώ στις γυναίκες, όταν η αιμοσφαιρίνη είναι μικρότερη από 12,0gram/100ml.

Η αναιμία προκαλείται, είτε από μειωμένη παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων ή αιμοσφαιρίνης, είτε από απώλεια ή καταστροφή  ερυθρών αιμοσφαιρίων. Μερικοί ασθενείς με αναιμία, δεν εμφανίζουν καθόλου συμπτώματα. Άλλοι μπορεί να αισθάνονται καταπονημένοι, να κουράζονται εύκολα, να εμφανίζουν ωχρότητα, να έχουν ταχυκαρδίες, δυσκολία στην αναπνοή και επιδείνωση καρδιακών προβλημάτων.

Η αναιμία, ανάλογα με τον Μέσο Όγκο των Ερυθρών Αιμοσφαιρίων (MCV-Mean Corposcular Volume), ο οποίος υποδηλώνει τον κατά μέσον όρο όγκο των Ερυθρών αιμοσφαιρίων, ταξινομείται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:

1. Εάν ο MCV είναι χαμηλός (μικρότερος από 80), η αναιμία ορίζεται ως μικρο-κυτταρική (χαμηλός όγκος Ερυθρών αιμοσφαιρίων)

2. Εάν ο MCV είναι μέσα στα φυσιολογικά πλαίσια (80-100), η αναιμία ορίζεται ως νορμοκυτταρική( Φυσιολογικός όγκος Ερυθρών αιμοσφαιρίων)

3. Εάν ο MCV είναι υψηλός (άνω των 100), τότε η αναιμία ορίζεται ως μακροκυτταρική (μεγάλος όγκος Ερυθρών αιμοσφαιρίων). alt
Ποιος ο ρόλος του σιδήρου για την εμφάνιση αναιμίας;

Η ανεπάρκεια σιδήρου, αποτελεί μια πολύ συνηθισμένη αιτία αναιμίας. Ο σίδηρος είναι βασικό συστατικό του μορίου της αιμοσφαιρίνης και είναι απαραίτητος για την σωστή λειτουργία της. Η χρόνια απώλεια αίματος, για οποιαδήποτε αιτία, προκαλεί μια μορφή αναιμίας η οποία ονομάζεται σιδηροπενική αναιμία. Τέτοια μορφή αναιμίας, εμφανίζουν συνήθως νεαρά κορίτσια λόγω της περιόδου. Είναι ελαφράς μορφής, χωρίς σοβαρά συμπτώματα καθώς η απώλεια αίματος  είναι παροδική και σχετικά μικρή. Άλλη συχνή αιτία για την εμφάνιση σιδηροπενικής αναιμίας, είναι λόγω συνεχών απωλειών αίματος, όπως π.χ. σε περίπτωση καρκίνου του παχέος εντέρου η έλκους του στομάχου, ή, αρκετά συχνά λόγω λήψεως διαφόρων φαρμάκων, όπως είναι τα διάφορα αντιφλεγμονώδη φάρμακα.

Υπάρχουν κληρονομικές μορφές αναιμίας;

Η απάντηση είναι θετική. Οι κληρονομικές μορφές αναιμίας, μπορεί να μειώσουν τον χρόνο ζωής των ερυθρών αιμοσφαιρίων, όπως γίνεται στην δρεπανοκυτταρική αναιμία, ή να εμποδίσουν την παραγωγή της αιμοσφαιρίνης, όπου γίνεται στην άλφα και βήτα θαλασσαιμία.

Ανάλογα με το βαθμό της γενετικής ανωμαλίας, οι κληρονομικές μορφές αναιμίας, μπορεί να προκαλέσουν ήπια, μέτρια, η σοβαρή αναιμία. Πράγματι, μερικές μπορεί να είναι τόσο σοβαρές ώστε να είναι ασύμβατες με τη ζωή και μπορεί να καταλήξουν σε θάνατο του εμβρύου, ενώ υπάρχουν άλλες μορφές κληρονομικών αναιμιών, που είναι τόσο ήπιες ώστε δεν γίνονται αντιληπτές, παρά μόνον κατά τη διάρκεια μιας απλής εξέτασης αίματος.

Ποια είναι τα συμπτώματα της αναιμίας;

Μερικοί ασθενείς με αναιμία, δεν έχουν καθόλου συμπτώματα. Άλλοι όμως μπορεί να αισθάνονται:

•   Εξάντληση

•   Εύκολη κόπωση

•   Ωχρότητα

•   Αίσθημα ταχυκαρδίας

•   Δύσπνοια

Επίσης μπορεί να υπάρχουν δευτερεύοντα συμπτώματα όπως:

•   Απώλεια μαλλιών

•   Αίσθημα κακουχίας

•   Επιδείνωση καρδιολογικών προβλημάτων που προϋπήρχαν Θα πρέπει να τονισθεί ότι, εάν η αναιμία διαρκεί επί μεγάλο χρονικό διάστημα (χρόνια αναιμία) το σώμα μπορεί να προσαρμοστεί στα χαμηλά επίπεδα οξυγόνου, και το άτομο να μη αισθάνεται διαφορετικά, εκτός εάν η αναιμία καταστεί σοβαρή. Από την άλλη πλευρά, εάν η αναιμία εμφανιστεί γρήγορα και απότομα (οξεία αναιμία), ο ασθενής μπορεί να εμφανίσει σημαντικά συμπτώματα σχετικά γρήγορα.

Πηγή: Υγείαonline.gr

Επιμέλεια άρθρου υγείας: Συντακτική Ομάδα Υγείαonline