altΗ επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής του διαβήτη, εξαρτάται από τον τύπο του διαβήτη και τον βαθμό της σοβαρότητάς του. Σκοπός της θεραπευτικής αγωγής είναι ο έλεγχος των επιπέδων της γλυκόζης (σακχάρου) του αίματος, ώστε να παραμένει σε φυσιολογικά επίπεδα, με σκοπό την πρόληψη των άμεσων σημείων και συμπτωμάτων της υψηλής στάθμης της γλυκόζης του αίματος (υπεργλυκαιμία), καθώς επίσης, να προληφθούν οι μακροπρόθεσμες επιπλοκές του διαβήτη τύπου 2.


•    Ο διαβήτης τύπου 2, ελέγχεται με ένα συνδυασμό σωματικών ασκήσεων, δίαιτας και φαρμάκων
. Το πρώτο στάδιο της θεραπευτικής αγωγής, περιλαμβάνει την μείωση του σωματικού βάρους, την εφαρμογή της ειδικής δίαιτας για τον διαβήτη και την σωματική άσκηση. Εάν και όταν τα μέτρα αυτά αποτύχουν να ελέγξουν τον διαβήτη, τότε  μόνον χρησιμοποιούνται φάρμακα. Εάν και τα φάρμακα αποδειχθούν ανεπαρκή, τότε θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ινσουλίνη ή άλλες νεώτερες θεραπείες με ενέσεις.
 
•    Ο διαβήτης τύπου 1, απαιτεί ινσουλίνη, μαζί με σωματική άσκηση και διαβητική δίαιτα.

Σωματική άσκηση για διαβητικούς

Οι αερόβιες σωματικές ασκήσεις, οι οποίες γίνονται με βάση ένα κανονικό πρόγραμμα, βελτιώνουν την κυκλοφορία του αίματος και μειώνουν τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος. Η άσκηση επίσης, ενισχύει την καρδιά και βοηθά στην διατήρηση του ιδεώδους σωματικού βάρους. Η επιλεγόμενη αεροβική άσκηση, θα πρέπει να κινητοποιεί μεγάλες ομάδες μυών. Το τρέξιμο, το βάδισμα, η ποδηλασία, η κολύμβηση, η κωπηλασία αποτελούν εξαιρετικές δραστηριότητες. Η συχνότητα, ο τύπος και η διάρκεια της άσκησης, εξαρτώνται από την ηλικία και την φυσική κατάσταση του ατόμου, καθώς και από τους στόχους της θεραπευτικής αγωγής. Το πρόγραμμα των ασκήσεων, θα πρέπει να σχεδιάζεται με την βοήθεια ενός ειδικού ιατρού. Η σωματική άσκηση, συνήθως μειώνει τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος. Εάν η γλυκόζη του αίματος είναι χαμηλή ή και φυσιολογική, τότε η άσκηση μπορεί να προκαλέσει υπογλυκαιμία, λόγω της κατανάλωσης της γλυκόζης από τους ενεργούς μύες. Συνεπώς, η λήψη της τροφής και οι δόσεις της ινσουλίνης, θα πρέπει να ρυθμίζονται με βάση την ένταση και την διάρκεια της άσκησης που πρόκειται να πραγματοποιηθεί. alt
Διαιτητική θεραπευτική αγωγή για τον διαβήτη

Η σωστή διατροφή, έχει κρίσιμη σημασία για τον έλεγχο όλων των μορφών του διαβήτη. Μερικά άτομα με διαβήτη τύπου 2, μπορούν να ελέγξουν την νόσο τους μόνο με δίαιτα και άσκηση. Η σωστή διατροφή, μπορεί να βοηθήσει στον έλεγχο της γλυκόζης του αίματος, στην μείωση της χοληστερόλης του αίματος, στην διατήρηση του ιδεώδους βάρους και στην καθυστέρηση των επιπλοκών του διαβήτη. Όπως συμβαίνει με την σωματική άσκηση και η διαιτητική θεραπεία θα πρέπει να εξατομικεύεται. Μία επιτυχημένη δίαιτα, θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψη της τις ιδιαίτερες συνήθειες του ασθενούς, την οικονομική του κατάσταση και τον τρόπο ζωής του. Θα πρέπει επίσης να είναι απλή, επειδή μπορεί να είναι πιο δύσκολο να ακολουθήσει δίαιτες με περίπλοκους κανόνες ή ειδικές τροφές.

Τα άτομα που πάσχουν από διαβήτη, συχνά χρησιμοποιούν εναλλακτικές γλυκαντικές ουσίες. Αυτές οι ουσίες, μπορεί είτε να προσφέρουν θερμίδες στον οργανισμό είτε όχι. Έτσι, η φρουκτόζη και η σορβιτόλη παρέχουν θερμίδες αλλά δεν μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος, τόσο όσο η κανονική ζάχαρη. Ουσίες, όπως η σακχαρόζη, η σακχαρίνη και η ασπαρτάμη, δεν περιέχουν σημαντικές θερμίδες. Είναι αποδεκτοί αμφότεροι οι τύποι των γλυκαντικών ουσιών, αλλά θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη το περιεχόμενό τους σε θερμίδες όταν γίνεται ο υπολογισμός της πρόσληψης των ημερήσιων θερμίδων. Επιπλέον, μεγάλες ποσότητες σορβιτόλης μπορεί να προκαλέσουν διάρροια, ενώ η φρουκτόζη συμβάλλει στην εμφάνιση μερικών επιπλοκών του διαβήτη. Διαβήτης και φαρμακευτική αγωγή

Τα φάρμακα για την θεραπεία του διαβήτη, χορηγούνται μόνον με συνταγή ιατρού. Τα αντιδιαβητικά φάρμακα, τα οποία χορηγούνται από το στόμα, μπορούν να αυξήσουν την έκκριση της ινσουλίνης από το πάγκρεας και /ή να αυξήσουν την ανταπόκριση των κυττάρων του σώματος στην ινσουλίνη. Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, έχουν σταματήσει να παράγουν ινσουλίνη και συνεπώς, θα πρέπει να λαμβάνουν ινσουλίνη.

Πως παρακολουθείται η αντιδιαβητική θεραπευτική αγωγή στο σπίτι;

Ο στόχος της αντιδιαβητικής θεραπείας στο σπίτι, είναι να ελέγχονται τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος και να προλαμβάνονται οι επιπλοκές του διαβήτη. Τα επίπεδα της γλυκόζης μειώνονται, εάν είναι δυνατόν, έως ότου φθάσουν και παραμείνουν μέσα στα φυσιολογικά όρια. Είναι όμως πολύ σημαντικό να μη μειωθούν σε  πολύ χαμηλά επίπεδα, επειδή έτσι μπορεί να προκληθούν συμπτώματα υπογλυκαιμίας, όπως ιδρώτας, ταχυκαρδία, ακόμη και απώλεια της συνειδήσεως.

Συνεπώς, είναι αναγκαίο, όχι μόνον να ελέγχεται ο διαβήτης, αλλά και να παρακολουθούνται τα αποτελέσματα της φαρμακευτικής αγωγής επί των επιπέδων της γλυκόζης του αίματος, ώστε να αποφεύγεται η υπερβολική ή η ανεπαρκής χρήση των αντιδιαβητικών φαρμάκων γενικά. Για τον σκοπό αυτό, υπάρχουν ειδικά τεστ, με τα οποία μπορεί να γίνει ο έλεγχος της γλυκόζης του αίματος στο σπίτι. Τα τεστ αυτά, έχουν το μειονέκτημα ότι δεν δίδουν μία απόλυτα ακριβή τιμή των επιπέδων της γλυκόζης(τα αποτελέσματα μπορεί να κυμαίνονται μέχρι και 20%). Είναι όμως αρκετά ακριβή, ώστε να προειδοποιήσουν τους ασθενείς για την εμφάνιση επικίνδυνων( πολύ υψηλών ή πολύ χαμηλών) επιπέδων γλυκόζης. alt
Η γλυκόζη και οι κετόνες μπορούν επίσης να μετρηθούν στα ούρα. Η κετονική οξέωση, αποτελεί μία σοβαρή επιπλοκή της υπργλυκαιμίας, η οποία μπορεί να προληφθεί. Προκαλείται από την μη ορθή και ανεπαρκή θεραπευτική αγωγή του διαβήτη. Η κατάσταση αυτή, μπορεί να προληφθεί με τον συχνό έλεγχο των ούρων για κετόνες.

Το μεγάλο πλεονέκτημα του αυτο-ελέγχου της γλυκόζης του αίματος, είναι το άμεσο αποτέλεσμα. Αυτό επιτρέπει στο άτομο να λάβει άμεσα τις αποφάσεις όσον αφορά την ινσουλίνη, την δίαιτα και την άσκηση, γεγονός που επιτρέπει την άμεση βελτίωση του ελέγχου της γλυκόζης.

Τα κυριότερα μειονεκτήματα του αυτοελέγχου της γλυκόζης του αίματος, είναι το κόστος, η δυσφορία και η διακοπή των συνηθισμένων καθημερινών δραστηριοτήτων.

Τεστ γλυκόζης των ούρων

Ο έλεγχος γλυκόζης των ούρων, δεν χρησιμοποιείται ευρέως πλέον. Ο λόγος είναι ότι, η γλυκόζη εμφανίζεται στα ούρα, όταν η γλυκόζη του αίματος είναι περισσότερη από 180 mg/dL, αρκετά υψηλότερα από τον στόχο για τους περισσοτέρους ασθενείς. Κάτω απ’ αυτό το επίπεδο, η γλυκόζη των ούρων είναι συνήθως αρνητική.

Η εξέταση για την γλυκόζη των ούρων, δεν θα πρέπει να συγχέεται με τον έλεγχο των ούρων γιά τα επίπεδα των διαφόρων πρωτεϊνών (αλβουμίνης, κ.α.) στα ούρα. Τα τεστ αυτά, μπορεί να δώσουν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με την λειτουργία των νεφρών, ώστε να διαπιστωθεί εάν απαιτείται η προσθήκη ορισμένων φαρμάκων, για να προστατευθεί η λειτουργία των νεφρών. Τεστ γλυκόζης των ούρων

Τα τεστ γλυκόζης των ούρων, δεν δείχνουν τα τρέχοντα επίπεδα γλυκόζης του αίματος, αλλά μάλλον το επίπεδο γλυκόζης κατά το χρονικό διάστημα ανάμεσα  στη συλλογή των ούρων και την προηγούμενη ούρηση.

Σε πολλούς ασθενείς, το επίπεδο της γλυκόζης του αίματος, θα πρέπει να είναι πολύ υψηλό, ώστε να εμφανισθεί η γλυκόζη στα ούρα. Συνεπώς, τα ούρα μπορεί να μην εμφανίζουν καθόλου γλυκόζη, παρά τα πολύ υψηλά γλυκόζης στο αίμα. Άρα, τα αποτελέσματα από τα τεστ γλυκόζης των ούρων, ΔΕΝ θα πρέπει να χρησιμοποιούνται γιά την ρύθμιση των δόσεων της ινσουλίνης.

Τεστ για τον έλεγχο κετόνης στα ούρα

Ο έλεγχος για την παρουσία κετόνης στα ούρα, είναι σημαντικός για την παρακολούθηση του διαβήτη τύπου 1. Είναι ένα εργαλείο το οποίο χρησιμοποιείται επίσης συχνά σε εγκυμοσύνες που επιπλέκονται με διαβήτη (διαβήτης της εγκυμοσύνης).
 
Οι κετόνες δημιουργούνται σε περίπτωση που υπάρχει μεγάλη έλλειψη ινσουλίνης, ή σε περίπτωση νηστείας. Όταν ο οργανισμός παράγει ανεπαρκή ινσουλίνη, τα κύτταρά του δεν μπορούν να απομακρύνουν επαρκώς την γλυκόζη από το αίμα, με αποτέλεσμα την αύξηση του επιπέδου της γλυκόζης στο αίμα. Έτσι εμφανίζεται ότι υπάρχει ψευδώς έλλειψη γλυκόζης. Για το λόγο αυτό, τα κύτταρα παράγουν ορμόνες, ώστε να διεγείρουν τον οργανισμό να παραγάγει μεγαλύτερες ποσότητες γλυκόζης. Αυτή η περαιτέρω αύξηση της γλυκόζης, προκαλεί περισσότερη διούρηση και αφυδάτωση.

Λόγω της ελλιπούς δράσης της ινσουλίνης, το ήπαρ παράγει και απελευθερώνει στο αίμα κετόνες, οι οποίες είναι τοξικές ουσίες. Η παρουσία κετονών, σηματοδοτεί μία κατάσταση που ονομάζεται διαβητική κετονική οξέωση (DKA) και η οποία πάντοτε σημαίνει ότι τα κύτταρα δεν λαμβάνουν επαρκή ινσουλίνη. alt
Η σοβαρή DKA, αποτελεί επείγουσα κατάσταση, επειδή μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα απώλεια της συνειδήσεως, ακόμη και τον θάνατο. Ποσοστό 0,1%, αποβιώνουν λόγω DKA. Υπάρχει μία σχέση ανάμεσα στην υπεργλυκαιμία, την αφυδάτωση και τις κετόνες. Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο της γλυκόζης, τόσο πιθανότερη είναι η δημιουργία κετονών. Συνεπώς, οι διαβητικοί ασθενείς με επίπεδα γλυκόζης αίματος άνω των 240 mg/dL, θα πρέπει εγκαίρως να κάνουν έλεγχο για κετόνες στα ούρα.

Επίσης, οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, θα πρέπει επίσης να ελέγχουν για κετόνες κατά την διάρκεια κάποιας οξείας νόσου και σοβαρού στρες. Επίσης, θα πρέπει να γίνεται έλεγχος για DKA εάν εμφανισθούν οποιαδήποτε συμπτώματα DKA, όπως ναυτία, έμετοι, κοιλιακοί πόνοι ή αυξημένη δίψα.

Οι κετόνες μπορούν και φυσιολογικά να βρεθούν στα ούρα. Για παράδειγμα, αν κάποιος κοιμηθεί το βράδυ χωρίς να έχει φάγει οτιδήποτε, οι κετόνες μπορεί να παρουσιασθούν σε ποσοστό 30% και σε άτομα χωρίς διαβήτη. Όμως, τα επίπεδα αυτά παραγωγής των κετονών, είναι συνήθως κάτω από το όριο που ανιχνεύουν οι μετρητές των κετονών. Οι μετρητές των κετονών, μπορεί να δώσουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα, μετά από την λήψη ορισμένων φαρμάκων, όπως η καπτοπρίλη.

Οι μετρητές των κετονών, μπορεί να δώσουν και ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα, όταν οι ταινίες ελέγχου είναι παλαιές, έχουν εκτεθεί στον αέρα, ή εάν τα ούρα είναι πολύ όξινα (για παράδειγμα, μετά την λήψη μεγάλης ποσότητας χυμού πορτοκαλιού, το οποίο περιέχει υψηλή ποσότητα βιταμίνης C. Συστήματα συνεχούς ελέγχου της γλυκόζης

Ο Αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA), έχει ήδη εγκρίνει για κλινική χρήση τα συστήματα CGMS (Continuous Glucose Monitoring Sensors/Αισθητήρες Συνεχούς Παρακολούθησης της Γλυκόζης). Η πρώτη γενιά αυτών των συσκευών λειτουργεί όπως οι γνωστές συσκευές Holter, για την παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας.

Τώρα, με τις συσκευές CGMS, εισάγεται ένας μικρός, λεπτός καθετήρας στον υποδόριο(επιφανειακό) ιστό της κοιλίας. Αφαιρείται η βελόνα με την οποία εισήχθη, αφήνοντας εκεί ένα μικροσκοπικό αισθητήρα. Ο αισθητήρας αυτός καταγράφει κάθε 20 λεπτά περίπου τις τιμές της γλυκόζης του αίματος, επί 72 ώρες. Στο τέλος αυτής της περιόδου, οι καταγεγραμμένες τιμές εισάγονται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και αξιολογούνται από τον ειδικό ιατρό. Συνήθως οι ασθενείς, κατά το διάστημα των 72 ωρών, κρατούν σημειώσεις για το πως αισθάνονται, τι τρώνε, καθώς τις τιμές της γλυκόζης αίματος που λαμβάνουν με τις συνηθισμένες μεθόδους (από το δάκτυλο), μπορούν να τις συγκρίνουν. Τα δεδομένα αυτά, είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για αθλητές καθώς και ασθενείς με απρόβλεπτες αυξομειώσεις των επιπέδων της γλυκόζης του αίματος. Οι συσκευές CGMS, έχουν βελτιωθεί πάρα πολύ τα τελευταία χρόνια. Αποτελούν πολύτιμο όργανο για τους διαβητικούς, αφού τους επιτρέπουν να παρακολουθούν με απόλυτη ακρίβεια τις διακυμάνσεις της γλυκόζης του αίματος και να δρουν ανάλογα. Η τελευταία «γενιά» αυτών των συσκευών, επικοινωνεί ασύρματα με μία μικρή συσκευή με οθόνη, όπου στην οθόνη καταγράφεται η τρέχουσα τιμή της γλυκόζης του αίματος, οι διαδοχικές μετρήσεις και το ποσοστό μεταβολής της τιμής της γλυκόζης. Οι αισθητήρες αυτοί, μπορεί να προγραμματισθούν μέσα σε ορισμένα πλαίσια τιμών της γλυκόζης, ώστε να εκπέμπουν ένα προειδοποιητικό ήχο.

Ακόμη πιο πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα αυτό, έχουν δημιουργήσει ένα νέο τύπο αισθητήρα, ο οποίος έχει σχεδιασθεί ώστε να επικοινωνεί απ’ ευθείας με μία αντλία ινσουλίνης. Αν και η αντλία δεν ανταποκρίνεται άμεσα στην πληροφορία από τον αισθητήρα, όμως ενημερώνει άμεσα το άτομο που φέρει τη συσκευή, εάν χρειάζεται να ρυθμίσει την ινσουλίνη, ανάλογα με τις τιμές της γλυκόζης που έχει καταγράψει ο αισθητήρας. alt
Ο τελικός στόχος της τεχνολογίας στον τομέα αυτό, είναι να γίνεται συνεχής παρακολούθηση της τιμής της γλυκόζης του αίματος, σε συνδυασμό με άμεση ανταπόκριση από την αντλία ινσουλίνης, ώστε να χορηγείται η κατάλληλη δόση ινσουλίνης.

Έλεγχος γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c)

Το τεστ της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c), έχει κρίσιμη σημασία για το έλεγχο της γλυκόζης του αίματος σε διαβητικά άτομα. Εν συντομία, η αιμοσφαιρίνη Α1c, είναι το τελικό προϊόν μιας σειράς χημικών αντιδράσεων οι οποίες συμβαίνουν μέσα στο αίμα καθώς τα ερυθρά αιμοσφαίρια εκτίθενται στη γλυκόζη. Ένα ερυθρό αιμοσφαίριο, έχει χρόνο ζωής. κατά μέσον όρο, περίπου τρείς μήνες. Συνεπώς, η τιμή της HbA1c, παρέχει μία εικόνα του μέσου όρου της γλυκόζης του αίματος κατά τους τρείς προηγούμενους μήνες.
 
Έχει βρεθεί ότι, η τιμή της HbA1c,προβλέπει τον κίνδυνο για την εμφάνιση επιπλοκών του διαβήτη, κατά τον ίδιο τρόπο που τα επίπεδα της χοληστερόλης μπορούν να προβλέψουν για τον κίνδυνο καρδιακής νόσου.

Το τεστ της HbA1c, θα πρέπει να γίνεται κάθε τρείς μήνες στους διαγνωσμένους διαβητικούς. Το τεστ αυτό, θα πρέπει επίσης να εκτελείται στα ενήλικα άτομα για τα οποία υπάρχει υποψία διαβήτη.  Το τεστ αυτό, αποτελεί ένα ανεκτίμητο εργαλείο, που επιτρέπει την ακριβή και εξατομικευμένη θεραπευτική αγωγή του κάθε διαβητικού, ώστε να μπορεί αυτή να πετύχει τον στόχο της. Πηγή: Υγείαonline.gr

Επιμέλεια άρθρου υγείας: Συντακτική Ομάδα Υγείαonline