Η Dr. Αναστασία Μοσχοβάκη, Ιατρός - Ειδική Παθολόγος, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά της Λέπρας (31 Ιανουαρίου), εξηγεί στο Υγείαonline.gr, τα αίτια, τις επιπλοκές, καθώς και τη δυνατότητα θεραπείας της μεταδοτικής αυτής νόσου.

 

Παρά το γεγονός ότι η λέπρα έχει πρακτικά εξαφανιστεί στο Δυτικό Κόσμο, αποτελεί μια παγκόσμια μάστιγα. Βασικό στόχο της παγκόσμιας ημέρας αποτελεί η διεθνής κινητοποίηση για την εξεύρεση φαρμάκων και πόρων σε περιοχές όπου η νόσος είναι ενδημική.

Η λέπρα, αποτελεί χρόνια λοίμωξη με κλινικές εκδηλώσεις κυρίως από το δέρμα, το νευρικό σύστημα, το αναπνευστικό σύστημα, τα μάτια, τους όρχεις. Προκαλείται από το mycobacterium leprae. Το mycobacterium leprae είναι ένα οξεάντοχο ενδοκυττάριο βακτηρίδιο.

Για να νοσήσει κάποιος από λέπρα, απαιτείται παρατεταμένη επαφή με μολυσμένα άτομα, κύρια κατά την παιδική ηλικία. Πολλοί άνθρωποι διαθέτουν φυσική ανοσία έναντι της λέπρας και δεν εμφανίζουν νόσο μετά από έκθεση. Η οδός της μετάδοσης δεν είναι γνωστή. Η επαφή με μολυσμένο χώμα, η εισπνοή μολυσμένων σταγονιδίων και μολυσμένα έντομα φορείς θεωρούνται βασικές πηγές μετάδοσης.

Παρά το γεγονός ότι η λέπρα, ήταν σημαντικό αίτιο νοσηρότητας στην Ευρώπη κατά την διάρκεια του εικοστού αιώνα, η συχνότητά της σήμερα στην Ευρώπη έχει μειωθεί σημαντικά. Η επίπτωση της νόσου είναι υψηλή σε περιοχές του αναπτυσσόμενου κόσμου, ενώ σε χώρες με προηγμένο υγειονομικό επίπεδο, παρατηρείται σποραδικά, κυρίως σε άτομα που έχουν ζήσει επί μακρόν σε ενδημικές περιοχές.

Ο χάρτης με τις ενδημικές περιοχές, που ανανεώνεται περιοδικά βάσει των τρεχουσών εξελίξεων, είναι στο: www.who.int/lep/situation/prevalence/en/index.html .

Η λέπρα σήμερα είναι νόσος κυρίως των φτωχών που ζουν σε αγροτικές περιοχές. Τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν πάνω από είκοσι χρόνια μετά, λόγω του παρατεταμένου χρόνου επώασης που κυμαίνεται από δύο έως σαράντα χρόνια. Λόγω των δεδομένων αυτών, οι μετανάστες από περιοχές όπου ενδημεί η νόσος πρέπει να είναι σε αυξημένη επιφυλακή.

Η έναρξη της νόσου είναι ύπουλη. Αναπτύσσονται προοδευτικώς βλάβες στο δέρμα, στα νεύρα, στη μύτη, στο φάρυγγα, τον λάρυγγα, τους οφθαλμούς και τους όρχεις. Οι δερματικές βλάβες, μπορεί να έχουν τη μορφή ωχρών, ανώδυνων βλατίδων διαμέτρου ολίγων εκατοστών, ερυθηματωδών δερματικών οζιδίων ή διάχυτης δερματικής βλάβης.

Συμπτώματα όπως πόνος, μούδιασμα, κάψιμο, ατονία, λεμφαδενοπάθεια εμφανίζονται. Η νόσος σταδιακώς μπορεί να επεκταθεί από έξω προς τα μέσα, με αποτέλεσμα την προσβολή των νεύρων, παρακείμενων και υποκείμενων ιστών και την εμφάνιση παραμορφώσεων με διάβρωση. Σε μη θεραπευθείσες περιπτώσεις, η παραμόρφωση μπορεί να οδηγήσει σε έλκη, απώλεια οστού, τοπική αναισθησία, αναπηρία (π.χ. απώλεια δακτύλων).

Διακρίνουμε δύο διακριτούς τύπους της νόσου:

1. Την λεπρωματώδη μορφή που παρατηρείται σε άτομα με διαταραχή της κυτταρικής ανοσίας και έχει κακοήθη πορεία, οζώδεις δερματικές βλάβες, βραδεία συμμετρική προσβολή νεύρων, άφθονους βακίλους στην δερματική βιοψία, αρνητικό test λεπρομίνης. Στους ασθενείς εμφανίζονται συμμετρικά δερματικά οζίδια, πλάκες ή διάχυτες διηθήσεις του δέρματος, ανάπτυξη λεόντειου προσωπείου, το οποίο στη συνέχεια υφίσταται απώλεια βλεφάρων, βλεφαρίδων. Η λεπρωματώδης μορφή είναι η σοβαρότερη μορφή λέπρας. Τα βακτηρίδια είναι σε μεγάλους αριθμούς στο δέρμα, εισβάλλουν στο αίμα και σε πολλά όργανα, προκαλώντας ποικίλες νευρικές παραλύσεις. Επιπλοκές όπως νευρίτιδα, ραγοειδίτιδα, ορχίτιδα, σπειραματονεφρίτιδα, ηπατική βλάβη, έλκη, υποβαθμίζουν σημαντικά την ζωή των ασθενών.

2. Την φυματώδη μορφή που έχει καλοηθέστερη εξέλιξη, περιορίζεται γενικώς στο δέρμα και στα περιφερικά νεύρα στα οποία προκαλείται ασύμμετρη μεγέθυνση, υπαισθησία και μυοπάθεια. Παρατηρείται σε άτομα με φυσιολογική κυτταρική ανοσία και χαρακτηρίζεται από βλατιδώδεις δερματικές βλάβες, ασύμμετρη προσβολή νεύρων απότομης έναρξης, λίγους δερματικούς βακίλους, θετικό test λεπρομίνης. Η μεταδοτικότητα της φυματώδους μορφής είναι χαμηλή.

Υπάρχουν ενδιάμεσες μορφές της νόσου, οι οποίες μπορεί να έχουν περισσότερο «φυματώδη» ή «λεπρωματώδη» χαρακτηριστικά. Η μορφή της νόσου, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την πρόγνωση, τις επιπλοκές, το είδος της θεραπείας. Η διάγνωση γίνεται με βιοψία δερματικών βλαβών και ανίχνευση του βακίλου.

Είναι σημαντική η πρώιμη διάγνωση και θεραπεία, διότι η έγκαιρη θεραπεία σταματά την εξέλιξη και τη μετάδοση της νόσου. Δεν αποκαθιστά ωστόσο την αναπηρία από καταστροφή των νεύρων και των ιστών, όταν έχει αναπτυχθεί πριν την εφαρμογή της ενδεικνυόμενης θεραπείας.

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην λέπρα περιλαμβάνουν τα dapsone, rifampin, clofazimine, ofloxacin, minocycline, prednisone, thalidomide.
Χορηγείται συνδυασμός φαρμάκων επί αρκετούς μήνες. Dr. Αναστασία Μοσχοβάκη
Ιατρός Ειδική Παθολόγος
Φραγκοπούλου 10, Κηφισιά
24ωρη γραμματεία νοσοκομειακά περιστατικά: 2106252770

twitter: twitter.com/amoschovaki
e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Ιστοσελίδες ενημέρωσης του ιατρείου για θέματα Παθολογίας προς συμπληρωματική πληροφόρηση: Θέματα Υγείας, Frequent MedicaI Disorders, Πυρετός - Λοιμώξεις, Διαβήτης, Υψηλή Πίεση, Εναλλακτική Ιατρική, Χοληστερίνη - Τριγλυκερίδια, Ταξίδια και Υγεία, Νέα Γρίπη, Παγκόσμιες Ημέρες Υγείας, Στυτική Δυσλειτουργία και Οργανικές Σεξουαλικές Διαταραχές Επιμέλεια άρθρου υγείας: Συντακτική Ομάδα Υγείαonline