altΟ Γεώργιος Κόλλιας MD, MSC, FEBOT, Ορθοπαιδικός Χειρουργός, εξηγεί στο Υγείαonline.gr, τι ονομάζουμε εξάρθρημα του ώμου, ποια τα συμπτώματα της πάθησης και πως το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί.

Η άρθρωση του ώμου αποτελεί μια ιδιαίτερα πολύπλοκη ανατομική κατασκευή που επιτρέπει στο άνω άκρο να κινείται με μεγάλη ελευθερία προς όλες τις κατευθύνσεις. Αναπόφευκτα όμως, η μεγάλη ελευθερία κινήσεων της άρθρωσης επιτυγχάνεται εις βάρος της σταθερότητάς της.  Αυτό σημαίνει ότι, τη στιγμή που η κεφαλή του βραχιονίου σημειώνει το μέγιστο εύρος της κίνησής της, είναι ταυτόχρονα ευάλωτη να «ξεφύγει» από το όρια της άρθρωσης και να υποστεί εξάρθρημα. Εξάρθρημα ώμου ονομάζουμε την έξοδο της κεφαλής του βραχιονίου πέρα από τα όρια της άρθρωσης. Η άρθρωση ορίζεται από την περιφέρεια της ωμογλήνης, μιας κοίλης υποδοχής της ωμοπλάτης, μέσα στην οποία περιστρέφεται η κεφαλή του βραχιονίου. alt Στις περισσότερες περιπτώσεις εξαρθρήματος, η κεφαλή αδυνατεί να επιστρέψει στην αρχική της θέση, παραμένει εκτός της άρθρωσης και χρειάζεται να πραγματοποιηθεί ειδικός χειρισμός για την ανάταξή της. Στην περίπτωση αυτή το εξάρθρημα ονομάζεται τραυματικό και ανάλογα με την κατεύθυνση εξόδου της βραχιόνιας κεφαλής, διακρίνεται σε τρεις τύπους: •      Πρόσθιο (συχνότερο)
•      Οπίσθιο
•      Κατώτερο Τα συμπτώματα του εξαρθρήματος είναι: •      ο πόνος
•      η αιμωδία (μούδιασμα) στην έξω επιφάνεια του ώμου και
•      η καθήλωση του ώμου σε μια χαρακτηριστική θέση, χωρίς δυνατότητα για περαιτέρω κινήσεις. Για την ανάταξη του εξαρθρήματος, ο ασθενής πρέπει να μεταβεί στο νοσοκομείο και να υποβληθεί αρχικά σε πλήρη ακτινολογικό έλεγχο, προκειμένου να επιβεβαιωθεί το είδος του εξαρθρήματος και να ανιχνευθούν πιθανές συνοδές βλάβες (κατάγματα). alt
Στη συνέχεια, με τον ασθενή σε καταστολή (μέθη που επιτυγχάνεται από αναισθησιολόγο), εφαρμόζεται από τον ορθοπαιδικό ειδικός χειρισμός ανάταξης. Η επιτυχής ανάταξη του εξαρθρήματος δίνει μια χαρακτηριστική αίσθηση στον θεράποντα ιατρό, προσφέρει ένα έντονο αίσθημα ανακούφισης στον ασθενή και μειώνει κατά πολύ τον αρχικό του πόνο. Στη συνέχεια, ο ώμος πρέπει να ακινητοποιείται με ειδική περίδεση και ο ασθενής να υποβάλλεται σε νέο ακτινολογικό έλεγχο, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η επιτυχής ανάταξη του εξαρθρήματος και να αποκλεισθεί η παρουσία πιθανών καταγμάτων που διέλαθαν («μας ξέφυγαν») από τον αρχικό έλεγχο. Η ακινητοποίηση του ώμου πρέπει να συνεχισθεί για λίγες ημέρες και στη συνέχεια ο ασθενής πρέπει να επισκεφθεί τον ορθοπαιδικό για να ενημερωθεί σχετικά με το είδος της βλάβης του και τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές. Στο στάδιο αυτό, πιθανώς να χρειασθεί περαιτέρω απεικονιστικός έλεγχος με μαγνητική τομογραφία, για την επιβεβαίωση των ανατομικών βλαβών που υποπτευόμαστε και προκειμένου να εφαρμοσθεί ένας σωστός προεγχειρητικός έλεγχος. alt alt
Το εξάρθρημα του ώμου υποδηλώνει την καταστροφή και συνεπώς την αδυναμία λειτουργίας των σταθεροποιητικών μηχανισμών το ώμου. Οι κυριότερες βλάβες σε ένα εξάρθρημα είναι -κατά σειρά που παρατηρούνται- οι εξής: •      Ρήξη του επιχείλιου χόνδρου (Βλάβη Bankart): Ο επιχείλιος χόνδρος αποτελεί ένα στεφάνι συνδετικού ιστού που ενισχύει την περιφέρεια της ωμογλήνης και αυξάνει το βάθος της, με αποτέλεσμα να σταθεροποιείται ακόμα περισσότερο η κεφαλή του βραχιονίου εντός της άρθρωσης. Η παρουσία του αποτελεί ένα φραγμό στην έξοδο της κεφαλής του βραχιονίου από την ωμογλήνη. Σε περιπτώσεις εξαρθρήματος, ο επιχείλιος χόνδρος τραυματίζεται ανεπανόρθωτα. •      Ρήξη συνδέσμων: Οι σύνδεσμοι αποτελούν ταινίες συνδετικού ιστού που προσφέρουν σταθερότητα στην άρθρωση και καθηλώνουν την βραχιόνιο κεφαλή εντός της ωμογλήνης. Το εξάρθρημα συνεπάγεται τραυματισμό (ρήξη) των συνδέσμων του ώμου. •      Βλάβη Hill-Sachs: Καθώς η κεφαλή του βραχιονίου εξέρχεται από την ωμογλήνη, ενσφηνώνεται σε μια χαρακτηριστική θέση και υφίσταται ένα εμπιεστικό κάταγμα. Το κάταγμα αυτό ονομάζεται Βλάβη Hill-Sachs.
Η κυριότερη επιπλοκή του εξαρθρήματος είναι η επανάληψή του και επομένως, η εγκατάσταση αστάθειας στον ώμο. Οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση αστάθειας είναι: •      Ηλικία: Όσο μικρότερη η ηλικία του ασθενούς κατά το πρώτο επεισόδιο εξαρθρήματος, τόσο πιθανότερη η επανάληψή του. •      Συνοδές βλάβες: Όσο μεγαλύτερη είναι η κάκωση των σταθεροποιητικών μηχανισμών (ρήξη συνδέσμων, βλάβη Bankart, βλάβη Hill-Sachs), τόσο μεγαλύτερη είναι η αδυναμία τους να συγκρατήσουν την κεφαλή του βραχιονίου εντός της ωμογλήνης και να αποτρέψουν ένα νέο εξάρθρημα. Το εξάρθρημα του ώμου αποτελεί ένα βαρύ τραυματικό γεγονός που συνεπάγεται την καταστροφή των ανατομικών δομών που σταθεροποιούν την άρθρωση. Η ανατομική αποκατάσταση των σταθροποιητικών αυτών δομών επιτυγχάνεται χειρουργικά. Στόχος της χειρουργικής θεραπείας είναι η -όσο το δυνατό- αποκατάσταση των παραπάνω βλαβών και η σταθερή καθήλωση της κεφαλής του βραχιονίου εντός της ωμογλήνης, έτσι ώστε η κεφαλή να μην μπορεί να εξαρθρωθεί ξανά. Παράλληλα, η καθήλωση της κεφαλής πρέπει να γίνει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην περιορίζεται η κινητικότητα του ώμου εις βάρος της σταθερότητας της άρθρωσης. alt
Η αποκατάσταση των βλαβών της άρθρωσης γίνεται αρθροσκοπικά (αρθροσκόπηση ώμου). Μέσα από τρεις ελάχιστες τομές του δέρματος εισάγουμε στον ώμο μια κάμερα (αρθροσκόπιο) και τα χειρουργικά μας εργαλεία. Η κάμερα μεταφέρει την εικόνα από το εσωτερικό της άρθρωσης σε μια οθόνη. Βλέποντας την οθόνη, παρατηρούμε τις ανατομικές δομές του ώμου, ελέγχουμε το μέγεθος της κάθε βλάβης και εφαρμόζουμε τις αντίστοιχες χειρουργικές τεχνικές. Αρχικά, επιδιορθώνεται η ρήξη του επιχείλιου χόνδρου και των συνδέσμων και στη συνέχεια, επιδιορθώνεται -εφόσον κρίνεται απαραίτητο- το εμπιεστικό κάταγμα Hills-Sachs. Σε κάθε στάδιο της χειρουργικής επέμβασης ελέγχουμε τη σταθερότητα και την κινητικότητα του ώμου του ασθενούς. Η επίτευξη της ιδανικής ισορροπίας μεταξύ σταθερότητας και κινητικότητας είναι δύσκολη και απαιτεί εμπειρία στην αρθροσκοπική χειρουργική του ώμου. Δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια που καθορίζουν το βαθμό σταθεροποίησης της άρθρωσης. Κάθε περίπτωση εξαρθρήματος είναι μοναδική και ο ορθοπαιδικός χειρουργός πρέπει να διαθέτει την αίσθηση της σταθερότητας που πρέπει κάθε φορά να προσφέρει στον εκάστοτε ώμο. Μετεγχειρητικά, ο ασθενής εντάσσεται σε ειδικό πρόγραμμα αποκατάστασης και μαθαίνει να χειρίζεται το χειρουργημένο ώμο του. Παράλληλα, εκτελεί ειδικές ασκήσεις που ενισχύουν τους σταθεροποιητικούς μηχανισμούς της άρθρωσης και τον βοηθούν να επανέλθει γρήγορα και με ασφάλεια στις καθημερινές του δραστηριότητες. Κόλλιας Γεώργιος MD, MSC, FEBOT
Ορθοπαιδικός Χειρουργός

www.orthopaidikos4u.gr       Επιμέλεια άρθρου υγείας: Συντακτική Ομάδα Υγείαonline