Εκτύπωση
Κατηγορία: Ψυχολογία και Ψυχική Υγεία
Εμφανίσεις: 3339
Η Βασιλική Παπαδημητρίου, Ψυχολόγος Μ.Sc. Ιατρικής, ειδικευμένη στην Υπαρξιακή-Συστημική Ψυχοθεραπεία, εξηγεί στο Υγείαonline.gr, τι είναι η ντροπή, τι είναι η ενοχή και εάν υπάρχει σχέση μεταξύ τους.
        
Τι σχέση έχει η ντροπή με την ενοχή; Ξέρουμε να ξεχωρίζουμε ανάμεσα στα δύο; Έχει κάποια λειτουργικότητα η ενοχή ή είναι αποκλειστικά αρνητικό συναίσθημα; Τι γίνεται όταν η ενοχή είναι χρόνια; Ποια η σχέση της ενοχής με την ψυχοπαθολογία και τις διαταραχές διαγωγής; Η ενοχή έχει φύλο; Άντρες ή γυναίκες είναι πιο επιρρεπείς; Πώς ως γονείς μπορούμε να ενσταλλάξουμε τα θετικά στοιχεία της ενοχής στα παιδιά μας;
        
Παλαιότερα η ενοχή θεωρούνταν αποκλειστικά αρνητικό και ιδιωτικό συναίσθημα. Ψυχαναλυτικά θεωρούνταν το αποτέλεσμα συγκρούσεων ανάμεσα στο εγώ και το υπερεγώ. Σταδιακά και καθώς η έρευνα ασχολήθηκε περισσότερο με την ενοχή ως συναίσθημα, γίνεται λόγος για ένα συνεχές όπου στη μία άκρη βρίσκονται υψηλά επίπεδα ενοχής και στην άλλη χαμηλά επίπεδα ή απουσία ενοχής, αντιμετωπίζοντάς την μάλιστα ως ένα συναίσθημα που αφορά πάντα διαπροσωπικές σχέσεις.
        
Η εμφάνιση υψηλών επιπέδων ενοχής σχετίζεται με νευρωτικές καταστάσεις ίσως και συγκεκριμένες ψυχοπαθολογικές οντότητες (κατάθλιψη, ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή, αυτοκτονικότητα). Ωστόσο, άνθρωποι με περιστασιακή ενοχή, συνδεόμενη με κάποιο γεγονός και όχι χρόνια φαίνεται να είναι πιο υπεύθυνοι, φροντιστικοί, ειλικρινείς, αξιόπιστοι, προστατευτικοί, με καλύτερα επίπεδα συγκέντρωσης και καλύτερες ακαδημαϊκές επιδόσεις, αλλά και με ενσυναίσθηση για τους ανθρώπους γύρω τους.
        
Αντίθετα τα χαμηλά επίπεδα και κυρίως η πλήρης απουσία ενοχής συνδέονται με περισσότερο αδιάφορα άτομα, άτομα με υπέρμετρη αυτοεκτίμηση που δεν υπολογίζουν τους άλλους και ανάμεσά τους μπορεί να συναντήσουμε από μια δυσκολία στις κοντινές διαπροσωπικές σχέσεις και αδυναμία διατήρησής τους στο χρόνο μέχρι ζητήματα ανάρμοστης κοινωνικής συμπεριφοράς, ρατσισμό, διαταραχές διαγωγής, εγκληματικές ενέργειες, ακόμη και φυλάκιση.
        
Η ενοχή φαίνεται να είναι περισσότερο ένα γυναικείο συναίσθημα. Ιδιαίτερα από την εφηβεία και έπειτα οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα αισθήματα ενοχής σε σχέση με τους άνδρες. Αυτό εξηγείται σε κάποιο βαθμό από την υπάρχουσα αντίληψη και τις στερεότυπες ιδέες γύρω από την φυσιολογικότητα της επιθετικότητας στους άνδρες, ότι η ενοχή είναι σημάδι αδυναμίας και έλλειψης ανδρισμού, αλλά και από το γεγονός ότι λόγω της πίεσης να είναι ανταγωνιστικοί, να βγάλουν χρήματα για να μπορούν να υπάρχουν ως άνδρες μπορεί πιο εύκολα να υπερβούν ηθικά διλήμματα.
        
Και η ντροπή; Είναι κάτι άλλο; Η απάντηση είναι ναι. Μέχρι την ηλικία των 8 τα παιδιά αδυνατούν να αντιληφθούν τη διαφορά μεταξύ των δύο. Ωστόσο, μελέτες σε βρέφη δείχνουν ότι σε ένα προκοινωνικό επίπεδο αντιδρούν είτε μιμητικά είτε ενσυναισθητικά στη δυσφορία ενός άλλου στο χώρο, επιδεικνύοντας ακόμη και αλτρουιστική συμπεριφορά.
        
Η ντροπή ως συναίσθημα εστιάζει στον εαυτό και τις ελλείψεις του, ενώ ο εαυτός παρουσιάζεται ως κριτής και κρινόμενος ταυτόχρονα. Χαρακτηρίζεται από απώλεια αυτοεκτίμησης και μία τάση το άτομο να θέλει να κρυφτεί, να εξαφανιστεί περισσότερο παρά να επιθυμεί να επανορθώσει για ότι έκανε. Το άτομο που βιώνει λοιπόν ντροπή βιώνει μια συρρίκνωση εαυτού, αβοηθησία, έντονη έκθεση, κάτι που θεραπευτικά απαιτεί αναδόμηση εαυτού, ενώ την ίδια στιγμή υπάρχει έντονη ενασχόληση και έγνοια για τις πραγματικές ή φανταστικές πεποιθήσεις των άλλων.
        
Αντίθετα, στην περίπτωση της ενοχής η έμφαση είναι στο θύμα ή το «αδίκημα» και η έγνοια είναι ως προς το βίωμα του θύματος. Βασικό συνεπαγόμενο συναίσθημα είναι η μεταμέλεια και έντονη ανάγκη για εξιλέωση, το άτομο απασχολείται έντονα γνωστικά με το συμβάν, ενώ στις συνεπαγόμενες αντιδράσεις συγκαταλέγονται η εξομολόγηση, η απολογία και η επιθυμία για αποκατάσταση.
        

   
Όσο ισχυρότερος είναι ο δεσμός σε κάθε διαπροσωπική σχέση (πχ οικογένεια) τόσο πιο πολλές οι πιθανότητες να αναπτυχθούν ενοχικά συναισθήματα. Τέτοια παραδείγματα μπορεί να είναι οι γονείς που δε συμφωνούν με τις επιλογές συντρόφου των παιδιών τους. Τα παιδιά προχωρούν στις επιλογές τους αισθανόμενα ωστόσο ότι την ίδια στιγμή πληγώνουν και στεναχωρούν τους γονείς τους.
        
Άλλο παράδειγμα είναι οι φοιτητές που πηγαίνουν στο πατρικό για διακοπές και εισπράττουν παράπονα παραμέλησης ή έλλειψης ενδιαφέροντος από τους γονείς, που παραπονιούνται ότι ξοδεύει λιγότερο έως καθόλου χρόνο μαζί τους σε αντίθεση με φίλους ή άλλους. Τα παιδιά βγαίνουν, περνούν όμορφα, όμως στο πίσω μέρος του μυαλού υπάρχει ο παραπονεμένος και «αδικημένος» γονιός.
        
Πώς μπορούμε να κρατήσουμε τα οφέλη της ενοχής και να την ενσταλλάξουμε σε μικρές δόσεις στα παιδιά μας έτσι ώστε να νοιάζονται, να υπολογίζουν τους άλλους; Οι έρευνες δείχνουν ότι μητέρες που σε διάφορα συμβάντα με τα παιδιά τους πρόσφεραν εξηγήσεις στοργικές, φροντιστικές, με ηθικό περιεχόμενο (πχ δεν είναι όμορφο να δαγκώνουμε), περιορισμούς συνοδευόμενους από εξηγήσεις που συμπεριλαμβάνουν την οπτική και το βίωμα του άλλου (πχ δε βλέπεις ότι πονάς τον αδελφό σου; σταμάτα να τον σπρώχνεις), ακόμη και (αν και καλύτερα να αποφεύγονται) απόλυτες πεποιθήσεις (πχ δε χτυπάμε ποτέ κάποιον) ή συναισθηματική απόσυρση (πχ όταν με χτυπάς δεν θέλω να μια κοντά σου) έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να μεγαλώσουν παιδιά με ενσυναίσθηση, φροντίδα για τους άλλους και αλτρουιστικά αισθήματα.
        
Συμπερασματικά, η ενοχή είναι ένα συναίσθημα πάντα εν σχέσει με τους άλλους. Όταν υπάρχει σε υπέρμετρο βαθμό μπορεί να μας ακινητοποιήσει, να μας βουλιάξει στην αυτομομφή, χωρίς να μπορούμε να βγούμε από αυτή, σε λειτουργικά όμως επίπεδα μπορεί να μας κάνει να επανορθώσουμε, να σχεδιάσουμε καλύτερα μελλοντικές μας συμπεριφορές, να έχουμε πιο ποιοτικές σχέσεις με τους άλλους μαθαίνοντας από τα λάθη μας.
     
Βασιλική Παπαδημητρίου
Ψυχολόγος Μ.Sc. Ιατρικής
Υπαρξιακή - Συστημική Ψυχοθεραπεία

www.papadimitriouvasiliki.gr

    
Επιμέλεια άρθρου υγείας: Συντακτική Ομάδα Υγείαonline