Η Άρτεμις Αντωνίου, BSc (Hons), MSc, Σύμβουλος Ψυχολόγος και Συνθετική Θεραπεύτρια, εξηγεί στο Υγείαonline.gr, πως αναγνωρίζουμε τις φοβίες μας για το διαφορετικό.            
    
«Υπάρχει λίγο μίσος σε κάθε αγάπη και λίγη αγάπη σε κάθε μίσος»
 (Rowan, 2000, “on inter-penetration of opposites”)
        
Ζούμε σε μια εποχή όπου η πρόσβαση από ένα γεωγραφικό σημείο του πλανήτη σε ένα άλλο, η μεταφορά αγαθών και η επικοινωνία δεν υπήρξαν ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία πιο άμεσα και δυνατά.
        
Ζούμε, επίσης, την εποχή όπου οι μετακινήσεις ανθρώπων μεταξύ πολλών διαφορετικών χωρών δεν υπήρξαν σε τέτοιο βαθμό εφικτές - με κάποιες εξαιρέσεις (π.χ. τη Β. Κορέα, τη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν, τις χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση).
        
Ζούμε και σε μια εποχή που η ποικιλία των σχέσεων των ανθρώπων δεν υπήρξε σε τόσο ευρεία κλίμακα τόσο πολυποίκιλη και ανοιχτά πιο αποδεχτή από πριν, κυριότατα στη Δύση.
        
Για παράδειγμα σήμερα, εκτός από την παραδοσιακή ή την πυρηνική οικογένεια, μιλάμε για τη μονογονεϊκή οικογένεια, για τις μικτές σχέσεις ή γάμο, για τις σχέσεις ίδιου φύλου ή και γάμο, για τη νόμιμη υιοθεσία παιδιών από ανθρώπους που έχουν ήδη βιολογικά δικά τους παιδιά, για ανθρώπους που παίρνουν διαζύγιο χωρίς να στιγματίζονται όσο παλιά, για σχέσεις συμβίωσης, για αυτοδιάθεση του σώματος, για σχέσεις ανθρώπων όπου το θρήσκευμα ή η εθνική ή η κοινωνική καταγωγή δεν έχει πρωταγωνιστικό και διχαστικό ρόλο.
        
Για όλη αυτή την ποικιλία σχέσεων χρειάστηκαν χρόνια ψυχοκοινωνικής εξέλιξης, προσπαθειών, κοινωνικών και πολιτικών αγώνων. Κι ένα κοινό χαρακτηριστικό και ζητούμενο όλων αυτών των προσπαθειών ήταν η έμπρακτη αποδοχή του Άλλου/Άλλης πέρα από φυλή, χρώμα, καταγωγή, φύλο, σεξουαλικούς προσανατολισμούς, θρησκεία.
        
Αυτό δεν μπορεί να είναι, κατά τη γνώμη μου, παρά μια μεγάλη και σημαντική κατάκτηση του σύγχρονου ανθρώπινου πολιτισμού. Οι αγώνες για την κατάκτηση και τη συστηματική νομιμοποίηση αυτών των αγαθών δεν απέχουν χρονικά και πολύ. Έλαβαν μέρος μόλις τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και γεωγραφικά κυρίως στη Δύση (π.χ. Γαλλία, Η.Π.Α) - και συνεχίζονται.
        
Όμως, σήμερα, όχι και πολλά χρόνια μετά, μιλάμε για αύξηση του ρατσισμού, της ομοφοβίας, της ξενοφοβίας, της μισαλλοδοξίας και άλλων περιοριστικών, φοβικών και πολεμοχαρών, κατά τη γνώμη μου αντιλήψεων, που διχάζουν κι εχθρεύουν τους ανθρώπους και τους πολιτισμούς. Προκλήσεις και φαινόμενα περίπλοκα και πολυμέτωπα. Σε αυτό το άρθρο θα αναφερθώ συνοπτικά κυρίως στην ψυχολογική διάσταση.
        

    
Από ψυχολογικής πλευράς τέτοιου είδους πεποιθήσεις συνήθως έχουν να κάνουν με το βαθμό ψυχοσυναισθηματικής ωριμότητας του ατόμου. Είναι γνωστό μέσα από έρευνες, ότι οι ηλικίες όπου ο άνθρωπος ανέχεται λιγότερο το διαφορετικό και του αρέσει να υιοθετεί απόλυτες και φανατικές αντιλήψεις είναι γύρω στα 5 κι έπειτα γύρω στα 7 με 8 έτη.
    
Αυτές οι ηλικίες είναι σημαντικές για ένα παιδί, καθώς, οι απόλυτες ξεκάθαρες θέσεις το βοηθούν να βάλει βάσεις και να χτίσει το εγώ του και τα όριά του. Βρίσκεται κυρίως σε εγωκεντρικό στάδιο ανάπτυξης. Αργότερα, όμως, όταν ολοκληρώσει ικανοποιητικά αυτό το εξελικτικό στάδιο, ως υγιής έφηβος και μετά ενήλικας, θα καλείται να τα εξελίσσει και να τα ανασυνθέτει σε όλη την πορεία της ζωής του/της.
        
Ωστόσο, τι γίνεται όταν ένας ενήλικας έχει μείνει στην ηλικία π.χ. των 8 ψυχοσυναισθηματικά; Μια εκδοχή, για παράδειγμα, είναι ότι αυτός ο άνθρωπος μπορεί να είναι ένας κατά τα άλλα καλός/ή επαγγελματίας, σύντροφος, οικογενειάρχης, ανοιχτόμυαλος/η σε διάφορα άλλα δικά του/της θέματα, αλλά όταν έρχονται ζητήματα που αφορούν το διαφορετικό, τότε αυτά μπορεί να αντιμετωπίζονται όσο ανεπεξέργαστα και απλοϊκά το κάνει κι ένα παιδί γύρω στα 7 με 8 του/της χρόνια. Με ότι κινδύνους μπορεί αυτό να εμπεριέχει, καθώς είναι φανερό πως είναι διαφορετικό να επιδεικνύει τέτοιες συμπεριφορές ένα παιδί κι αλλιώς ένας ενήλικας. Πόσο μάλλον όταν αυτός ο/η ενήλικας έχει και θέση άμεσης επιρροής σε μια κοινωνία (π.χ. είναι πολιτικός, εκπαιδευτικός, απονέμει δικαιοσύνη, εργάζεται στην πρόνοια κτλ).
        
Μια ακραία έκφραση αυτής της ψυχοσυναισθηματικής καθήλωσης μπορούμε να τη δούμε σήμερα, μεταξύ άλλων, π.χ. στο ρεύμα των Τζιχαντιστών (χωρίς ν’ αφήνω απέξω το ιστορικό, πολιτισμικό ή άλλο κοινωνικό υπόβαθρο του ζητήματος). Από μια άποψη, αν φανταστούμε αυτούς τους ανθρώπους ως οχτάχρονα παιδιά - κυρίως αγόρια - να μαζεύονται για παιχνίδι στη γειτονιά θα λέγαμε απλά κι ίσως με μια φυσικότητα ότι «παίζουν πόλεμο». Τι γίνεται, όμως, όταν αυτά τα ίδια παιδιά σε σώμα ενηλίκων έχουν πάρει τον πόλεμο τόσο στα σοβαρά; Και θεωρούν ότι μόνο αυτοί είναι σωστοί; Και αναφέρομαι σε όλες τις παρόμοιες και σε λιγότερο ακραίες ή φανερές εκδηλώσεις του ίδιου φαινομένου ανά τον κόσμο και σήμερα και στην πρόσφατη ιστορία.
        
Είναι, λοιπόν, νομίζω πολύτιμο να δούμε με τι τρόπους μπορούν έμπρακτα να αντιμετωπιστούν τέτοια φαινόμενα.
                
Όπως οι περισσότερες φοβίες, έτσι και οι φοβίες για το διαφορετικό φαίνεται ότι συχνά μπορούν να περιοριστούν με την ανάλογη παροχή βιωματικής παιδείας. Όταν η παιδεία και η εκπαίδευση που παρέχεται στα παιδιά είναι μη-φοβική, βασίζεται περισσότερο στην καλλιέργεια της εμπιστοσύνης, είναι σφαιρική παρά αποσπασματική, τότε τα παιδιά αφουγκράζονται και τα ανάλογα μηνύματα.
        
Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει και μη-φοβικούς εκπαιδευτικούς, οι οποίοι/ες έχουν δουλέψει αρχικά με τον εαυτό τους πάνω σε αυτά τα ζητήματα π.χ. μέσω ψυχοθεραπείας. Η κοινωνική παιδεία πέρα από το σχολείο μπορεί, επίσης, να έχει σημαντικό ρόλο στον περιορισμό τέτοιων φαινομένων, π.χ. μέσω επιμόρφωσης.
        
Επίσης, έχει βρεθεί ότι όταν οι άνθρωποι γνωρίσουν οι ίδιοι και έρθουν σε θετική προσωπική επαφή και επικοινωνία με κάποιον/α που αλλιώς θα απέρριπταν για ρατσιστικούς λόγους συχνά αναθεωρούν τις ρατσιστικές τους τάσεις και μπορούν να γίνουν πιο δεκτικοί.
        
Κάποιες φορές μια βαθειά ντροπή για το διαφορετικό το εμποδίζει να αποκτήσει φωνή. Η ψυχανάλυση μάς λέει ότι τη φωνή που πνίγει κανείς μέσα του ή που την μισεί ή που δεν του αρέσει και τη θεωρεί μόνο «ξένη», μπορεί να θελήσει να την καταπνίξει και έξω του, οπουδήποτε αλλού την βλέπει να εκδηλώνεται. Ακόμη κι αν είναι φωνή θετική.
        
Μια άλλη πλευρά λοιπόν, είναι ότι οι φοβίες για το διαφορετικό κάποιες φορές φωλιάζουν μέσα μας. Έχουν να κάνουν με την πεποίθηση και με τις προσδοκίες από τον εαυτό μας να είμαστε ένα πράγμα και μόνο. Π.χ. «μόνο καλοί», «μόνο αγνοί», «μόνο σωστοί», «μόνο αποδεχτοί», «μόνο ανατρεπτικοί», «μόνο αυτό ή μόνο εκείνο», κοκ. Δηλαδή να μην ανα-γνωρίζουμε τις διαφορετικές μας πτυχές.
        
Ωστόσο, ένα παράδοξο που έχει να μας διδάξει η διαλεκτική συλλογιστική είναι ότι οποιαδήποτε αξία κι αν έχουμε, αν την υποστηρίζουμε μονόπλευρα τότε αυτή μετατρέπεται στο αντίθετό της.
        
Μήπως, λοιπόν, αξίζει να το ξανασκεφτείς;
        
Μήπως αξίζει να το ξανασκεφτούμε;
        
Πηγές: Clarkson, P. (1997). The bystander: an end to innocence in human relationships? London: Whurr. http://www.practical-philosophy.org.uk
    
Άρτεμις Αντωνίου, BSc (Hons), MSc
Σύμβουλος Ψυχολόγος και Συνθετική Θεραπεύτρια

www.artemisantoniou.com

    
© Απαγορεύεται η ολική ή η μερική αναπαραγωγή του κειμένου, χωρίς τη προηγούμενη έγκριση της συγγραφέως
    
Επιμέλεια άρθρου υγείας: Συντακτική Ομάδα Υγείαonline