Ο Αλέξης Αλεξόπουλος, Παιδίατρος, Πανεπιστημιακός Υπότροφος Δερματολογίας Παίδων, Α’ Παιδιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων, "Η Αγία Σοφία", εξηγεί στο Υγείαonline.gr , με ποιους τρόπους αντιμετωπίζεται η λεύκη στα παιδιά (μέρος 2o).
        
Η αντιμετώπιση της λεύκης γίνεται με διάφορες θεραπείες (τοπικές ή συστηματικές) και διάφορες χειρουργικές τεχνικές. Η τελική απόφαση για κάθε μορφή θεραπείας εξαρτάται από διάφορες παραμέτρους, όπως η έκταση και η θέση των βλαβών, η διάρκεια εμφάνισης και η σταθερότητα των βλαβών και η πιθανή συμμόρφωση του ασθενούς στην αγωγή σύμφωνα με την ηλικία.
         
Οι ασθενείς που πάσχουν από λεύκη με λιγότερο από 20% της συνολικής επιφάνειας του σώματος μπορεί να αντιμετωπισθούν αρχικά με τοπική θεραπεία, ενώ εκείνοι με μεγαλύτερη έκταση των βλαβών (> 20% της συνολικής επιφάνειας του σώματος) χρειάζονται επιπλέον θεραπείες προκειμένου να επιτευχθεί η κλινική βελτίωση.
         
Ο στόχος της θεραπείας είναι να επανενεργοποιήσει τα μελανοκύτταρα και να οδηγήσει  εκ νέου σε  επαναχρωματισμό καθώς και να αναστείλει τον μηχανισμό της καταστροφής τους. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται λεπτομερώς σχετικά με τις επιλογές θεραπείας και τις πιθανές επιπτώσεις της κάθε θεραπείας και να γνωρίζουν τη διάρκεια της προτού παρατηρήσουν τα πρώτα σημάδια βελτίωσης. Παρακάτω αναφέρονται επιγραμματικά ορισμένες από τις θεραπείες.
         
Τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα φάρμακα πρώτης γραμμής για τη λεύκη είναι τα μέσης ισχύος τοπικά κορτικοστεροειδή. Οι βλάβες στο πρόσωπο και το λαιμό τείνουν να ανταποκρίνονται στη θεραπεία με τοπικά κορτικοστεροειδή καλύτερα από εκείνες στον κορμό, στα άκρα και στις οστικές προεξοχές. Το σκούρο δέρμα και οι πρόσφατες βλάβες ανταποκρίνονται επίσης καλύτερα στα τοπικά κορτικοστεροειδή.
         

                      
Σε περιπτώσεις εξελισσόμενης ή γενικευμένης μορφής λεύκης, η συστηματική χορήγηση στεροειδών μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της νόσου. Οι μικρές ώσεις από του στόματος με μέτριες δόσεις δεξαμεθαζόνης ή μεθυλοπρεδνιζολόνης έχουν χρησιμοποιηθεί κατά διαστήματα, δείχνοντας ένα καλό αποτέλεσμα και μειώνοντας τις δυνητικές παρενέργειες από τη συνεχόμενη συστηματική χορήγηση στεροειδών.
         
Ο ρόλος των αναστολέων καλσινευρίνης είναι ανοσοκατασταλτικός και αντι-φλεγμονώδης. Η καταστολή των φλεγμονωδών οδών κατά τη διάρκεια του αποχρωματισμού μπορεί να έχει θετική επίδραση στο μηχανισμό της μελανινογένεσης. Σε τυχαιοποιημένες μελέτες ασθενών με λεύκη (RCTs) που έλαβαν ως μονοθεραπεία αναστολείς  καλσινευρίνης βρέθηκε ότι τα ποσοστά επαναχρωματισμού τους ήταν συγκρίσιμα με αυτά ασθενών που έλαβαν μόνο τοπικά στεροειδή.
         
Τα ανάλογα της βιταμίνης D, όπως η καλσιποτριόλη χορηγήθηκαν κυρίως ως θεραπεία συνδυασμού με άλλους παράγοντες στην πλειονότητα των ασθενών. Είναι χρήσιμα για ασθενείς ανθεκτικούς στη θεραπεία με τοπικά κορτικοστεροειδή, αλλά και για την επίτευξη μείωσης της δόσης των κορτικοστεροειδών, έτσι ώστε να αποτραπούν οι δυσμενείς επιπτώσεις της μακροχρόνιας χορήγησης τους.
         
Τέλος, οι φωτοθεραπείες έχουν μελετηθεί εκτενώς στη θεραπεία της λεύκης. Έχουν χρησιμοποιηθεί διάφοροι τύποι και σχήματα (UVA, PUVA, NB-UVB, excimer 308nm laser) ανάλογα με την έκταση, την ενεργότητα του νοσήματος και την ηλικία του ασθενούς και επίσης συνδυαστικά με τοπικά κορτικοστεροειδή, ανάλογα της βιταμίνης D, αζαθειοπρίνη και άλλα. Η πλειονότητα των μελετών έδειξαν αυξημένο επαναχρωματισμό.
        
Συμπερασματικά απαιτείται εξατομίκευση της αγωγής και εμπειρία του κλινικού ιατρού στη χρήση των διάφορων θεραπειών προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η πιθανότητα ενός ικανοποιητικού αποτελέσματος.
          
Αλέξης Αλεξόπουλος
Παιδίατρος
Πανεπιστημιακός Υπότροφος Δερματολογίας Παίδων
Α’ Παιδιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών
Νοσοκομείο Παίδων, "Η Αγία Σοφία"
www.child-derma.gr   
        
Επιμέλεια άρθρου υγείας: Συντακτική Ομάδα Υγείαonline