Ο Αλέξης Αλεξόπουλος, Παιδίατρος, Πανεπιστημιακός Υπότροφος Δερματολογίας Παίδων, Α’ Παιδιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων, "Η Αγία Σοφία", εξηγεί στο Υγείαonline.gr , ποια είναι η επιδημιολογία, η αιτιοπαθογένεση και η διαφορική διάγνωση της λεύκης στα παιδιά (μέρος 1o).
        
Η λεύκη είναι μια χρόνια επίκτητη διαταραχή της χρώσης του δέρματος και σπάνια των βλεννογόνων με παρόμοια επικράτηση μεταξύ των παιδιών και των ενηλίκων.
         
Σύμφωνα με μια πρόσφατη ανασκόπηση ο επιπολασμός της λεύκης σε παιδιά παγκοσμίως εκτιμάται ότι είναι μεταξύ 0,01 και 2,16%. Παρόμοιες αναλογίες έχουν αναφερθεί για τους ενήλικες στο γενικό πληθυσμό.
         
Η λεύκη προκαλείται από καταστροφή των μελανοκυττάρων και έχει μια πολυπαραγοντική αιτιολογία. Αρκετές θεωρίες έχουν προταθεί για την παθογένεση της όπως η αυτοάνοση, η γενετική, η κυτταροτοξική, η μεταλοιμώδης και η νευρογενής, οι οποίες είναι πιθανώς αλληλένδετες.
        
Επιπλέον, η λεύκη πιο συχνά συνυπάρχει με άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η θυρεοειδιτιδα Hashimoto, η κακοήθης αναιμία, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η νόσος του Addison, ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου Ι, πράγμα που ενισχύει την αυτοάνοση αιτιολογία της.
         
Οι βλάβες της λεύκης χαρακτηρίζονται από πλήρη αποχρωματισμό κυρίως και σπανιότερα από υποχρωμία και η ταξινόμηση της σύμφωνα με την  έκταση των προσβαλλόμενων περιοχών του δέρματος περιλαμβάνει την τμηματική και την μη τμηματική μορφή. Η τμηματική μορφή είναι πιο συχνή στα παιδιά (10-15%) συγκριτικά με τους ενήλικες και συνοδεύεται συχνότερα από λευκοτριχία και σπίλους Sutton ανάλογα με την περιοχή εκδήλωσης της.
         

                       
Η διάγνωση της λεύκης είναι πρωτίστως κλινική. Το κύριο κλινικό σημείο που μπορεί να διαφοροποιήσει τη διαταραχή αυτή από άλλες παρόμοιες οντότητες του δέρματος είναι ότι οι βλάβες της λεύκης χαρακτηρίζονται από πλήρη απώλεια της μελάγχρωσης  και παρουσιάζουν συνήθως σαφή όρια από το  υγιές δέρμα. Δεν παρατηρείται επίσης κνησμός στην περιοχή.
         
Η διαφορική διάγνωση ποικίλλει και είναι ευρεία. Ο αχρωμικός σπίλος συνήθως παρουσιάζεται λίγο μετά τη γέννηση και μεγαλώνει σε μέγεθος αναλογικά με την ανάπτυξη του παιδιού. Ο αλφισμός επίσης κάνει την εμφάνιση του από τη γέννηση  ενώ ο παρδαλισμός παρουσιάζει συγκεκριμένη εντόπιση συνήθως στο μέτωπο και τα άκρα.
         
Ο μετα-φλεγμονώδης υποχρωματισμός, η ποικιλόχρους πιτυρίαση, η λευκάζουσα πιτυρίαση παρουσιάζουν παροδική υποχρωμία και η λυχνία Wood βοηθάει στον διαχωρισμό τους από την λεύκη σε περίπτωση ασαφούς κλινικού ιστορικού.
         
Τέλος, σπανιότερα νοσήματα των παιδιών όπως η ασυμπτωματική οζώδης σκλήρυνση, η σπογγοειδής μυκητίαση, ο σκληροατροφικός λειχήνας, η νόσος Waardenburg κ.α θα πρέπει να διερευνώνται στις δερματικές εκδηλώσεις υποχρωμίας που συνοδεύονται και από άλλα συστηματικά συμπτώματα.
         
Αλέξης Αλεξόπουλος
Παιδίατρος
Πανεπιστημιακός Υπότροφος Δερματολογίας Παίδων
Α’ Παιδιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών
Νοσοκομείο Παίδων, "Η Αγία Σοφία"
www.child-derma.gr   
        
Επιμέλεια άρθρου υγείας: Συντακτική Ομάδα Υγείαonline