Πέμπτη, 01 Μαρτίου 2012 04:20

    Μουρ, Τζορτζ Έντουαρντ

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    Μουρ, Τζορτζ Έντουαρντ (George Edward Moore, Λονδίνο 1873 – Κέιμπριτζ 1958). Άγγλος φιλόσοφος. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ την περίοδο 1892-98, ενώ δίδαξε στο ίδιο πανεπιστήμιο μεταξύ 1911 και 1925. Διετέλεσε διευθυντής της φιλοσοφικής επιθεώρησης Mind. Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα του συγκαταλέγονται τα Principia Ethica (1903), Ηθική (1911) και μεγάλος αριθμός δοκιμίων δημοσιευμένων σε διάφορα περιοδικά. Μερικά από αυτά τα δοκίμια συγκεντρώθηκαν στον τόμο Φιλοσοφικές μελέτες (1922) και το 1935 εκδόθηκε, με τον τίτλο Μερικά κύρια προβλήματα φιλοσοφίας, σειρά μαθημάτων που είχε παραδώσει ο φιλόσοφος τη διετία 1910-11. Ο Μ. υπήρξε, μαζί με τους Ράσελ και Βίτγκενσταϊν, ένας από τους εμπνευστές της σύγχρονης αγγλικής φιλοσοφίας, που είναι γνωστή και με την ονομασία αναλυτική φιλοσοφία ή ανάλυση της γλώσσας. Η βασική θέση που προέβαλε ο Μ. και την οποία κληρονόμησε η αγγλική φιλοσοφική σκέψη, είναι ότι η φιλοσοφία δεν πρέπει να προσφέρει μια δικαιολόγηση του σύμπαντος ως οργανικού όλου, συνδεδεμένου με αναγκαίες εσωτερικές σχέσεις, οι οποίες επιτυγχάνονται με την απόδοση στα τμήματα του σύμπαντος ιδιοτήτων που δεν διαθέτουν. Αντίθετα, η φιλοσοφία πρέπει να προχωρεί μέσω αναλύσεων, με τις οποίες οι σύνθετες γνώσεις καταλήγουν σε απλά δεδομένα, τα οποία δεν επιδέχονται περαιτέρω ανάλυσης. Ο Μ., λαμβάνοντας ως σημείο έναρξης την παραπάνω θεωρία, απέρριψε οποιαδήποτε μορφή ιδεαλισμού και υποκειμενικής ηθικής. Ο ιδεαλισμός (που, αντλώντας από τον Χέγκελ, είχε κυριαρχήσει στην αγγλική σκέψη ανάμεσα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αι.) συνιστά τον τομέα της φιλοσοφίας που επιδιώκει να αποδείξει ότι ολόκληρη η πραγματικότητα έχει πνευματικό χαρακτήρα, αποτελώντας ταυτόχρονα ενιαίο και οργανικό σύστημα.
Η απόδειξη που προσφέρουν οι ιδεαλιστές είναι παραπλανητική, γιατί στηρίζεται στην άτοπη ταύτιση του υποκειμενικού γεγονότος –που αποτελείται από την εμπειρία ή συνείδηση ή γνώση του υποκειμένου– με το αντικειμενικό δεδομένο, το οποίο συναντά ο άνθρωπος, όταν έχει εμπειρία ή συνείδηση ή γνώση. Μια υποκειμενιστική ηθική είναι εκείνη που επιδιώκει να συγκροτηθεί ως επιστήμη της συμπεριφοράς, ενώ έχει ως προϋπόθεση τη δυνατότητα να αναχθεί η ιδιότητα του «να είναι κανείς καλός» σε στοιχεία υποκειμενικά, συμφυή στην ανθρώπινη δραστηριότητα.
Η επιστήμη της συμπεριφοράς, μολονότι αφορά τα μέσα με τα οποία υπάρχει δυνατότητα να δημιουργηθεί κάτι καλό, δεν προσδιορίζει ωστόσο την έννοια του καλού. Η καλοσύνη αποτελεί πρωταρχικό και αναλλοίωτο δεδομένο, καθότι ορισμένες πράξεις θεωρούνται υποχρεωτικές, ως δημιουργοί του καλού.
Τα έσχατα και αναγκαία δεδομένα τόσο του αισθητού όσο και του ηθικού κόσμου παρέχονται κατά τον Μ. από τον κοινό νου. Επομένως, η φιλοσοφία παρουσιάζεται ως διασαφήνιση των εννοιών και των προβλημάτων, μέσω της αναγωγής των τελευταίων στις στοιχειώδεις γνώσεις του κοινού νου, αφού οι φιλόσοφοι δεν διαθέτουν κανέναν τύπο ειδικής απόδειξης, που να μπορούν να επικαλεσθούν στις συζητήσεις τους. Η προσφυγή στον κοινό νου, νοούμενη ως προσφυγή στην κοινή γλώσσα, καθώς και η αδυναμία αναγωγής των ηθικών ιδιοτήτων σε ιδιότητες άλλου τύπου, αποτελούν θέσεις που κληρονομήθηκαν από τη σύγχρονη αγγλική αναλυτική φιλοσοφία.
    Read 2156 times

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.