Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012 16:24

    Αίγινα

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    Αίγινα. Νησί (83 τ. χλμ., 13.552 κάτ.) στον Σαρωνικό κόλπο. Έχει σχήμα τριγωνικό και το ανατολικό άκρο της απέχει 12,5 μίλια από τον Πειραιά, ενώ το νότιο άκρο της βρίσκεται σε απόσταση 9 μιλίων από το βόρειο στόμιο του στενού του Πόρου. Διοικητικά η Α. αποτελούσε παλαιότερα, μαζί με το γειτονικό νησί Αγκίστρι και μερικές ακατοίκητες νησίδες, όπως η Μονή, η Δωρούσα, τα Διαπόρια κ.ά., ομώνυμη επαρχία (101 τ. χλμ.). Σήμερα υπάγεται στη νομαρχία Πειραιώς, ενώ πρωτεύουσα του νησιού και του ομώνυμου δήμου (βλ. λ. Αίγινας, δήμος) είναι η Αίγινα, λιμάνι στο βορειοδυτικό άκρο του νησιού με μεγάλη επιβατική κίνηση. 
Το έδαφος, ορεινό (υψηλότερη κορυφή το Όρος, 531 μ.) αλλά γόνιμο, ευνοεί την ανάπτυξη της κεραμοποιίας, δραστηριότητα ανεπτυγμένη ήδη από την αρχαιότητα, η οποία εξακολουθεί έως σήμερα να αποτελεί σημαντικό βιοτεχνικό κλάδο της Α. Το βόρειο τμήμα αποτελείται από ασβεστόλιθους της κρητιδικής και της τριτογενούς περιόδου, του μεσοζωικού και του καινοζωικού αιώνα αντίστοιχα, ενώ το μέσο και νότιο χαρακτηρίζεται από ηφαιστειογενή πετρώματα, λάβες ηφαιστείου του καινοζωικού αιώνα, που ανήκε στην ηφαιστειακή ζώνη των Κυκλάδων. Το μικρό ύψος των βροχοπτώσεων (310 χιλιοστά κατά μέσο όρο τον χρόνο) περιορίζει την απόδοση του εδάφους. Το ξερό κλίμα και η μικρή απόστασή της από το πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας την έχουν καταστήσει σημαντικό κέντρο παραθερισμού και λουτροθεραπείας· άλλωστε, στις βόρειες ακτές του νησιού βρίσκεται και η χλωρονατριούχα αλιπηγή της Σουβάλας.

    Ιστορία. Τα παλαιότερα ίχνη εγκαταστάσεων στην Α. (3000 π.Χ.) βρέθηκαν στο ακρωτήριο Κολώνα· στην ίδια θέση υπάρχουν λείψανα οχυρωμένης ακρόπολης του 2500 π.Χ. Κατά τη δεύτερη χιλιετηρίδα π.Χ. έφτασαν στο νησί και τα πρώτα ελληνικά φύλα (Μυρμιδόνες από τον Σπερχειό). Με το γεγονός αυτό συνδέονται και οι παλαιότεροι μύθοι για την Α., που σύμφωνα με μία εκδοχή απέκτησε την ονομασία της από την Αίγινα, μία από τις είκοσι κόρες του ποταμού Ασωπού. Η Αίγινα γέννησε τον Αιακό και, όταν οι κάτοικοι της Οινώνης πέθαναν από τις συμφορές που τους έστειλε η Ήρα, εκείνος ζήτησε από τον πατέρα του Δία να επανδρώσει την έρημη χώρα, παρέχοντάς του τόσους υπηκόους όσα ήταν και τα μυρμήγκια σε μια κοντινή βελανιδιά, αφιερωμένη στον θεό. Ο Δίας του έδωσε έναν νέο λαό, που τον ονόμασε Μυρμιδόνες (= μυρμήγκια) και οι άνδρες της φυλής αυτής πολέμησαν με τους Αχαιούς στον Τρωικό πόλεμο· πολλοί επιστήμονες θεωρούν πως οι Μυρμιδόνες ήταν λαός της Φθίας που ίδρυσε, μαζί με πολλούς άλλους –και κυρίως κατοίκους της πόλης Ελλάς, στη Φθία– μια αποικία στην Α., όπου καθιέρωσε τη λατρεία του Ελλανίου Διός. 
Από ιστορική άποψη, η Α. φαίνεται πως είχε κατοικηθεί αρχικά από προελληνικές φυλές της Μικράς Ασίας –πιθανότατα Κάρες– και κατόπιν αποικίστηκε από Φοίνικες, που είχαν ιδρύσει σε διάφορα σημεία του νησιού πορφυρεία (εργαστήρια χρωστικής ύλης προερχόμενης από κοχύλια) και είχαν εισάγει τη λατρεία της Αστάρτης Αφροδίτης. Τον 10ο αι. π.Χ. Επιδαύριοι Δωριείς έδιωξαν τους Ίωνες, κατάργησαν τη λατρεία των Αιακιδών και εγκαταστάθηκαν στην Α., η οποία έτσι βρέθηκε εξαρτημένη από την Επίδαυρο και αποτέλεσε μέλος της Αμφικτιονίας της Καλαυρίας (Πόρος) μαζί με την Αθήνα, την Ερμιόνη, τις Πρασιές, τη Ναυπλία και τον Ορχομενό. Τολμηροί θαλασσοπόροι και πειρατές, οι Αιγινήτες έφτασαν μέχρι την Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Ισπανί­α, ανέπτυξαν το εμπόριο και απέκτησαν μεγάλο πλούτο, κυρίως με το δουλεμπόριο (ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι η Α., με πληθυσμό 13.000–20.000 κατ. αριθμούσε κάποτε 470.000 δούλους). Από την Ισπανία εισήγαγαν άφθονο ασήμι και πριν από το 650 π.Χ., όταν το νησί τους τελούσε υπό την κυριαρχία του Φείδωνα, τυράννου του Άργους, έκοψαν τα πρώτα νομίσματα της ευρωπαϊκής ηπείρου· απεικόνιζαν τη θαλάσσια χελώνα, το έμβλημα της Αφροδίτης, θεάς της ευπλοίας, και απέκτησαν τέτοια αξία ώστε ακόμη και οι Αθηναίοι ρύθμιζαν την εσωτερική αξία των άλλων μετάλλων με βάση την αιγινητική νομισματική κλίμακα. Τα αιγινητικά νομίσματα, χάλκινα και ασημένια, άκμασαν έως το 400 π.Χ., ενώ επί Μεγάλου Αλεξάνδρου σταμάτησε να αποτυπώνεται το σύμβολο της χελώνας.
Οι Αιγινήτες δεν ίδρυσαν αποικίες, αλλά εγκατέστησαν εμπορεία (εμπορικούς σταθμούς) στη Ναύκρατη και στην Κυδωνία, και κατόρθωσαν να επιβάλουν τα νομίσματά τους, καθώς και τα μέτρα και σταθμά τους, σε πολλές πόλεις-κράτη. Όμως η εμπορική και ναυτική δύναμη της Α., η οποία αναπτυσσόταν συνεχώς, την έφερε σε σύγκρουση με τους Αθηναίους, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την κατατρόπωση του στόλου των Σαμίων από τους Αιγινήτες (519 π.Χ.). Στις παραμονές της πρώτης εκστρατείας των Περσών κατά της Ελλάδας η Α. προσέφερε γην και ύδωρ στους απεσταλμένους του Δαρείου (491 π.Χ.). Όταν όμως ο Ξέρξης κατηύθυνε τις στρατιές του εναντίον των Ελλήνων, οι Αιγινήτες αποκατέστησαν τις σχέσεις τους με τους Αθηναίους και συμμερίστηκαν τις κοινές θυσίες, πολεμώντας ηρωικά στο Αρτεμίσιο (όπου διακρίθηκαν οι 18 αιγινητικές τριήρεις) και στη Σαλαμίνα (480 π.Χ., όπου άνοιξε τη μάχη η αιγινητική τριήρης που έφερνε από την Α. τα είδωλα των Αιακιδών) αλλά και στις Πλαταιές και στη Μυκάλη (479 π.Χ.). Μετά τη διάλυση της συμμαχίας Αθήνας και Σπάρτης και τη διαίρεση των ελληνικών πόλεων σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα, αναζωπυρώθηκε ο πρότερος ανταγωνισμός της Α. με την Αθήνα. Ο Λεωκράτης, συστράτηγος του Αριστείδη στις Πλαταιές, κατατρόπωσε έξω από την Α. τον στόλο της, από τον οποίο αιχμαλώτισε 70 τριήρεις, και αποβίβασε στρατό που πολιόρκησε αμέσως την πόλη. Παρά τις σπαρτιατικές ενισχύσεις και την εισβολή πελοποννησιακού στρατού στη Μεγαρίδα προς αντιπερισπασμό, η Α. υπέκυψε το 457 π.Χ. στον Λεωκράτη και όλος ο στόλος της παραδόθηκε στους Αθηναίους. Η λύμη (= τσίμπλα) του Πειραι­ά, όπως είχε αποκαλέσει την Α. ο Περικλής, παραδόθηκε ολοκληρωτικά στους νικητές και το νησί υποχρεώθηκε στην καταβολή ετήσιου φόρου τριάντα ταλάντων.
Μετά την έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου, οι Αθηναίοι εξανάγκασαν σε εκπατρισμό (431 π.Χ.) όλους τους Αιγινήτες, εγκαθιστώντας Αθηναίους κληρούχους, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι τους παραχώρησαν τη Θυρέα, κοντά στο Άστρος. Οι κάτοικοι επέστρεψαν το 405 π.Χ., έπειτα από την ήττα των Αθηναίων στους Αιγός Ποταμούς, ωστόσο η δύναμη της Α. είχε σβήσει οριστικά. Στην Α. έμενε εξόριστος ο Δημοσθένης (322 π.Χ.) πριν από την αυτοκτονία του στον ναό του Ποσειδώνα, στην Καλαυρία (στον σημερινό Πόρο).
Στα μετέπειτα χρόνια η Α. κατελήφθη διαδοχικά από τους Μακεδόνες, τον Κάσσανδρο (318 π.Χ.) και τον Δημήτριο τον Πολιορκητή (307 π.Χ.), τους Αιτωλούς, συμμάχους των Ρωμαίων (που την πούλησαν το 210 π.Χ. αντί 30 ταλάντων στον Άτταλο Α’, βασιλιά της Περγάμου) και τελικά από τους Ρωμαίους (129 π.Χ.). Ο Μάρκος Αντώνιος την παραχώρησε στους Αθηναίους, από τους οποίους όμως την απέσπασε ο Οκταβιανός Αύγουστος, με την πρόφαση ότι θα της εξασφάλιζε αυτονομί­α, αλλά στην πραγματικότητα την παρέδωσε στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Την εποχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας η Α. αποτελούσε τμήμα του θέματος της Ελλάδας και μαζί με την Κέα είχε ανεξάρτητη αρχιεπισκοπή. Κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας ακολούθησε αρχικά την τύχη του δουκάτου της Αθήνας και τελικά περιήλθε στον Καταλανό Αντονέλο Καοπένα (1390). Κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Βενετίας και Τουρκίας, ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα την ερήμωσε τελείως (1537). Ενάμισι αιώνα αργότερα (1687) η Α. κατελήφθη από τον Φραντσέσκο Μοροζίνι· ωστόσο η κατοχή της από τη Βενετία υπήρξε βραχύβια καθώς, με τη συνθήκη του Πασάροβιτς (1718), το νησί παραχωρήθηκε πάλι στην Τουρκία. Η Επανάσταση του 1821 κηρύχθηκε στο νησί κατά τις αρχές Απριλίου με πρωτεργάτες τον Γεώργιο Λογιωτατίδη και τους αδελφούς Αθανάσιο και Σπυρίδωνα Μαρκέλλο. Οι Αιγινήτες έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες (πολιορκία Ακροκορίνθου, μάχες Στυλίδας και Φαλήρου, είσοδος Φαβιέρου στην Ακρόπολη) και το νησί τους αποτέλεσε καταφύγιο για τις οικογένειες διακεκριμένων αγωνιστών της Επανάστασης, των Αθηναίων προκρίτων και των Ψαριανών μετά την καταστροφή του νησιού τους. Στις 11 Νοεμβρίου 1826 εγκαταστάθηκε στην Α. η κυβέρνηση και στις 12 Ιανουαρίου 1828 αποβιβάστηκε εκεί ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας. Έτσι η πόλη της Α. έγινε προσωρινή πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους έως τον επόμενο χρόνο, όταν ορίστηκε πρωτεύουσα το Ναύπλιο. Στο σύντομο αυτό διάστημα ιδρύθηκαν στην Α. η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων, το Εθνικό Τυπογραφείο, η Εθνική (Χρηματιστική) Τράπεζα, το Καποδίστρειο ορφανοτροφείο (το κτίριο του οποίου χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως φυλακή), το πρώτο Ελληνικό Παρθεναγωγείο, αρχαιολογικό μουσείο, εθνική βιβλιοθήκη και το πρώτο νομισματοκοπείο της νεότερης Ελλάδας.Στατήρας ή δίδραχμο της Αίγινας (γύρω στο 600 π.Χ.), από τα παλαιότερα ασημένια νομίσματα που κόπηκαν στην Ευρώπη.

    Τέχνη και μνημεία. Αξιόλογη ανάπτυξη γνώρισε η αγγειοπλαστική της Α. στην ύστερη νεολιθική περίοδο, χαρακτηριστική για την παραγωγή φαιόχρωμων αγγείων. Ωστόσο αργότερα σημείωσε μεγάλη ακμή και στον τομέα της γλυπτικής και υπήρξε γενέτειρα σημαντικών καλλιτεχνών, όπως του γλύπτη Σμίλη (6ος αι. π.Χ.), των σπουδαίων χαλκοπλάστων Γλαυκία (6ος αι. π.Χ.), Σίμωνα, Πτόλιχου, Κάλωνα (5ος αι.) και του Ονάτα (άκμασε γύρω στο 500 π.Χ.), που δημιούργησε περίφημα έργα σε πολλές ελληνικές πόλεις.
Κύριες θεότητες των Αιγινητών ήταν η Δάμια και η Αυξησία. Ο Ηρόδοτος (Ε 82−87) αναφέρει πως είδε τα ξόανά τους (ξύλινα αγάλματα) και τους προσέφερε θυσία στην Οία, όπου τα είχαν μεταφέρει για λόγους ασφαλείας. Στα ενδότερα της Α. υπήρχε ιερό του Ασκληπιού, στο οποίο δέσποζε το πέτρινο άγαλμα του θεού σε καθιστή στάση. Υπήρχαν επίσης βωμοί του Ερμή Κριοφόρου, της Νέμεσης και της Ρώμης. Από τα σωζόμενα λείψανα αρχαίων μνημείων, ανάμεσα στα σημαντικότερα συγκαταλέγονται ο ναός της Αφαίας (βλ. λ.), ο ναός του Απόλλωνα, του Ποσειδώνα στο ακρωτήριο Κολώνα (περίπτερος δωρικός από πωρόλιθο των πρώτων χρόνων του 5ου αι. που είχε χτιστεί στη θέση προγενέστερου του 7ου αι.), του Αιακείου, του τάφου του Φώκου, νόθου γιου του Αιακού, και του ιερού του Ελλανίου Διός. Οι αρχαίοι τάφοι της Α., οι λεγόμενες θρακιές, έχουν όλοι σχεδόν συληθεί· μερικοί είναι μικροί και πέτρινοι, άλλοι πολυτελείς, με ψηφιδωτά δάπεδα και τετραχρωμίες στους τοίχους. Ο Παυσανίας μαρτυρεί επίσης την ύπαρξη θεάτρου, ανάλογο της Επιδαύρου, και σταδίου.
Σε απόσταση 6 χλμ. από την πόλη της Α., είναι χτισμένη η γυναικεία μονή του Αγίου Νεκταρίου. Στην ίδια πόλη βρίσκεται επίσης το σπίτι όπου έζησε ο Νίκος Καζαντζάκης στα χρόνια της Κατοχής· εκεί έγραψε ένα από τα πιο φημισμένα έργα του, τον Αλέξη Ζορμπά. Βλ. λ. Αίγινας Αρχαιολογικό Μουσείο· Αίγινας, Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο.Ο ναός της Αφαίας στην Αίγινα είναι ένας από τους αρχαιότερους δωρικούς ναούς (τέλη 6ου αι. π.Χ.).Η μονή Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα.
    Read 744 times

    More in this category: « Αίγινα Αίγινα »

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.