Ο Στρατής Γαβριήλ, Πλαστικός Χειρουργός, Αισθητική και Επανορθωτική Μικροχειρουργική, Διευθυντής του τμήματος Πλαστικής Χειρουργικής της Κλινικής Doctors' Hospital, εξηγεί στο Υγείαonline.gr, ποια είναι η σωστή επιλογή ενθέματος στην αύξηση στήθους. Το πιο πολυσυζητημένο θέμα στην επιστημονική κοινότητα της πλαστικής χειρουργικής είναι η αύξηση του μαστού με ένθεμα σιλικόνης. Από το 1960 τοποθετούνται διάφορα είδη ενθεμάτων σιλικόνης και η εμπειρία πλέον είναι πολύ πλούσια για να μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι δεν υπάρχει κανένας άλλου είδους τρόπος ασφαλέστερος από την αύξηση του μαστού με σιλικόνη. Πολλά άλλα είδη υλικών έχουν δοκιμαστεί και σύντομα απορρίφθηκαν από τις επιπλοκές που προκαλούσαν. Όλη η προσπάθεια της πλαστικής χειρουργικής επικεντρώθηκε πλέον στη τεχνολογία των ενθεμάτων για να μηδενίσουν τις όποιες επιπλοκές των παλαιότερων και στη τεχνική για να αποδώσει καλύτερα αισθητικά αποτελέσματα, μικρότερο χειρουργικό χρόνο και γρηγορότερη ανάρρωση. Επιλογή ενθέματος: Ο σκοπός κάθε επέμβασης αύξησης του μαστού είναι να επιτύχουμε το φυσικότερο αποτέλεσμα με μηδαμινές πιθανότητες επιπλοκών και δυσμορφιών.
    Έτσι δεν πρέπει να έχουμε ένα εμφανές στρογγυλό ένθεμα κάτω από το δέρμα: Για να αποφευχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο ή θα πρέπει το ένθεμα να τοποθετηθεί κάτω από τον μυ, ή θα πρέπει να επιλεγεί ένα σταγονοειδές (ανατομικό) ένθεμα. Στη περίπτωση αυτή υπάρχει ο κίνδυνος στροφής του ενθέματος και παραμόρφωσης του στήθους.
    Να μην παρουσιάζει σκληρή και αφύσικη αφή: Υπάρχουν ενθέματα στην αγορά τα οποία είναι σκληρά, με πολύ πυκνή-συνεκτική σιλικόνη (high cohesive silicone). Ήταν η ενδιάμεση μορφή εξέλιξης, όταν εγκαταλείφθηκε η γέλλη σιλικόνης σαν περιεχόμενο των ενθεμάτων. Είχε το προτέρημα μη διαρροής, μη δημιουργίας ρυτιδώσεων αλλά και ουλώδους κάψας σε συνδυασμό με τη τραχεία επιφάνεια. Στον αντίποδα προκαλεί σταδιακή διεύρυνση της τσέπης με αποτέλεσμα αφύσικη κίνησή του κάτω από το μαστό, καθώς και σκληρή αφύσικη υφή. Να μη δημιουργηθεί ουλώδης κάψας: Αν εξαιρέσει κανείς τη χειρουργική αιτία δημιουργίας ουλώδους κάψας (αιμάτωμα, μικρομολύνσεις) η κύρια αιτία είναι η λεία επιφάνεια ενός ενθέματος. Ενθέματα τέτοια πια δεν χρησιμοποιούνται Να μην εμφανιστούν ρυτιδώσεις: Για τη δημιουργία ρυτιδώσεων των ενθεμάτων, που είναι ορατές κάτω από το δέρμα υπεύθυνο είναι το είδος του ενθέματος. Οι ρυτιδώσεις είναι αποτέλεσμα πτυχώσεων του εξωτερικού σκληρού σιλικονούχου τοιχώματος πάνω σε έδαφος πολύ ελαστικότερης σιλικόνης που περιέχει. Έτσι όσο πιο σκληρό είναι το περιεχόμενο του ενθέματος τόσο σπανιότερα παρουσιάζονται. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μαλακά ενθέματα παρουσιάζουν πάντα ρυτιδώσεις. Η κύρια αιτία ρυτιδώσεων είναι η μεγάλη διαφορά σκληρότητας και ελαστικότητας του περιεχομένου με τη περιβάλλουν τοίχωμα. Το ιδανικό ένθεμα θα ήταν ένα μαλακό ομοιογενές υλικό με μεγάλη ελαστικότητα και πλήρως συνεκτικό χωρίς την ανάγκη περιβάλλοντος σκληρού τοιχώματος.

    Να μην διευρυνθεί η τσέπη:

    Σε μερικά είδη ενθεμάτων παρουσιάζεται μια σταδιακή διεύρυνση της θήκης του ενθέματος με αποτέλεσμα να παρατηρείται μια αφύσικη κίνησή του κάτω από το στήθος, δίνοντας την αίσθηση ενός ξένου σώματος. Όσο και αν η φροντίδα του χειρουργού είναι να παρασκευάζει μικρή τσέπη η διεύρυνσή της εξελίσσεται αργότερα αν το ένθεμα είναι σκληρό. Να μη παρουσιαστεί σήρωμα - ύγρωμα: Αποτέλεσμα είναι η μη ενσωμάτωση του ενθέματος με αφύσικη μετακίνηση μέσα σε μια ευρεία τσέπη. Υγρό περιβάλλει το ένθεμα, με αποτέλεσμα αυτό να μετακινείται. Αιτίες είναι η εργώδης χειρουργική παρασκευή της θήκης, η δημιουργία μικρού αιματώματος, που απορροφιέται μόνο του και το είδος του ενθέματος. Σκληρά ενθέματα φαίνονται αφιλόξενα στους γύρω ιστούς, που εξιδρώνουν δημιουργώντας σήρωμα ή ύγρωμα

    Υπάρχει πιθανότητα απώλειας περιεχομένου από μικροδιαρροές:
    Μικροδιαρροές μπορεί να παρουσιαστούν δια μέσου της περιβάλλοντος τοιχώματος όταν το περιεχόμενο δεν είναι συνεκτική σιλικόνη αλλά υγρή ή γέλλη. Επίσης απώλειες υπάρχουν στη περίπτωση, που το ένθεμα περιέχει φυσιολογικό ορό. Αποτέλεσμα είναι η απώλεια όγκου όταν διαφεύγει ο ορός αλλά και σιλικονώματα αν διαφεύγουν μόρια σιλικόνης. Η επιλογή θα πρέπει να είναι μόνο ενθέματα συνεκτικής σιλικόνης. Στα ενθέματα μη συνεκτικής σιλικόνης συνίσταται να γίνεται έλεγχος ανά 10ετία με μαγνητική τομογραφία ώστε αν υπάρχει διαρροή να αντικαθίστανται.

    Σαν συμπέρασμα:
    Για την αποφυγή της διεύρυνσης της θήκης πρέπει να επιλέγεται μαλακότερο ένθεμα. Το περιεχόμενο να είναι συνεκτική σιλικόνη για να μη υπάρχει πιθανότητα διαρροής. Η κάψα, να πλησιάζει τις φυσικές ιδιότητες σε σκληρότητα και ελαστικότητα του περιεχομένου, ώστε να μη δημιουργεί ρυτιδώσεις. Θα πρέπει επίσης να έχει τραχεία επιφάνεια για μειώνει τις πιθανότητες ανάπτυξης ουλώδους σκληρής κάψας γύρω του. Η σωστή επιλογή του ενθέματος είναι βέβαια μία απόφαση που πρέπει πάντα να παίρνει η ασθενής μετά από συζήτηση με το γιατρό της. Ο γιατρός γνωρίζει και μπορεί να καθοδηγήσει κάθε ασθενή σωστά και ανάλογα με την περίσταση και τις ανάγκες της. Στρατής Γαβριήλ
    Πλαστικός Χειρουργός
    Αισθητική και Επανορθωτική Μικροχειρουργική
    Διευθυντής Πλαστικής Χειρουργικής Κλινικής Doctors' Hospital

    www.sgabriel.gr
    Επιμέλεια άρθρου υγείας: Συντακτική Ομάδα Υγείαonline