Ορισμός
Οι λεμφαδένες συμμετέχουν στις ανοσιακές διεργασίες και  δρουν ως ηθμοί μακρομοριακών ενώσεων, ξένων σωματιδίων, μικροβίων. Στη διαδρομή των λεμφαγγείων παρεμβάλλονται αλλεπάλληλοι σταθμοί λεμ¬φογαγγλίων. Τα περιφερικότερα είναι μικρά και  διεσπαρμένα μέσα στους ιστούς. Τα κεντρικότερα είναι μεγαλύτερα και σχηματίζουν ομάδες. Οι επιπολής ομάδες των λεμφογαγγλίων βρίσκονται στον υποδόριο λιπώδη ιστό και κυρίως  στον τράχηλο, τις μασχάλες, τις βουβωνικές χώρες.  Έχουν μέγεθος που κυμαίνεται από μερικά χιλιοστά μέχρις ένα εκατο¬στό. Γι' αυτό  συνήθως δεν ψηλαφώνται. Μικρή, όμως, διόγκωσή τους, τους καθιστά ψηλαφητούς ή ακόμη και ορατούς.Οι λεμφαδένες εντοπίζονται σε όλο το σώμα σας. Αποτελούν σημαντικό τμήμα του ανοσολογικού συστήματος. Οι λεμφαδένες βοηθούν το σώμα να αναγνωρίζει και να καταπολεμά μικρόβια, λοιμώξεις και άλλες ξένες ουσίες.
Ο όρος "διογκωμένοι λεμφαδένες" αναφέρεται σε μεγέθυνση ενός ή περισσότερων λεμφαδένων. Σε ένα παιδί, ένας λεμφαδένας θεωρείτε μεγεθυμένος εάν είναι μεγαλύτερος από 1 εκατοστό σε διάμετρο.
Δείτε επίσης: Λεμφαδενίτιδα και λεμφαγγειίτιδα
Εναλλακτικές Ονομασίες
Πρησμένοι αδένες, αδένες – πρησμένοι, λεμφαδένες – πρησμένοι, λεμφαδενοπάθεια
Γενικές Πληροφορίες
Η φλεγμονή των λεμφαγγείων οφείλεται σε  βακτηρίδια και συνηθέστερα στο στρεπτόκοκκο. Αναπτύσσεται επιγενώς σε λοιμώξεις των μαλακών μορίων της περιοχής από την οποία ξεκινούν τα λεμφαγγεία, σε τραύμα ή λύση της συνέχειας του δέρματος και σε οποιαδήποτε εντοπισμέ¬νη φλεγμονή. Η λεμφαγγειίτις διακρίνεται σε επιπολής και εν τω βάθει. Η επιπολής παρουσιάζει χαρακτηριστικά σημεία και διαγιγνώσκεται εύκολα. Αντίθετα, η εν τω βάθει λεμφαγγειίτις εκφράζεται με γενικά μόνο συμπτώματα και ενδεχομένως διόγκωση των επιχωρίων λεμφαδένων, γι' αυτό η ανάπτυξή της πολλές φορές διαφεύγει τη διάγνωση. Σε περιπτώσεις επιφανειακής λεμφαγγειίτιδας τα προσβεβλημένα λεμφαγγεία στα άνω ή τα κάτω άκρα (συνήθως στην έσω επιφάνεια του αντιβραχίου και του βραχίονα ή την έσω επιφάνεια της κνήμης και του μηρού) διαγράφονται εμφανώς με τη μορφή ερυθρών γραμμώσεων, οι οποίες εκτείνονται από την περιοχή της βλάβης προς τους επιχώριους λεμφαδένες. Τη σημειολογική εικόνα συμπληρώνουν εντοπισμένο άλγος, οίδημα της προσβεβλημένης περιοχής και φλεγμονώδης διόγκωση των επιχώριων λεμφαδένων. Στις περιπτώσεις λεμφαγγειίτιδας των εν τω βάθει λεμφαγγείων η χαρακτηριστική σημειολογία από το δέρμα απουσιάζει και η νόσος εκδηλώνεται με πυρετό, άλγος και οίδημα του προσβεβλημένου άκρου. Σε βαρύτερες περιπτώσεις κυριαρχούν τα γενικά συμπτώματα της λοιμώξεως.
Σπάνια, σε προχωρημένες καταστάσεις, η λοίμωξη επινέμεται τον περιβάλλοντα κυπαρολιπώδη ιστό σε όλη τη διαδρομή των λεμφαγγείων, η οποία στη συνέχεια μπορεί να οδηγήσει σε διαπύηση, νέκρωση και εξέλκωση του υπερκείμενου δέρματος.
Σε περιπτώσεις επανειλημμένων επεισοδίων οξείας λεμφαγγειίτιδας μπορεί να αναπτυχθεί χρόνια λεμφαγγειίτις, στην οποία, λόγω απόφραξης των λεμφαγγείων, επικρατεί η εικόνα του λεμφικού οιδήματος.
Κοινές περιοχές, όπου οι λεμφαδένες μπορούν να ψηλαφηθούν (με τα δάκτυλα) περιλαμβάνουν:
•    Βουβωνική χώρα
•    Μασχάλη
•    Τράχηλος (υπάρχει μια αλυσίδα λεμφαδένων σε κάθε πλευρά μπροστά στο λαιμό, σε κάθε πλευρά του λαιμού και σε κάθε πλευρά πίσω στο λαιμό)
•    Κάτω από την κάτω σιαγόνα και το σαγόνι
•    Πίσω από τα αυτιά
•    Στο πίσω μέρος του κεφαλιού
Οι λεμφαδένες, λόγω του μεγέθους τους και της εντόπισής τους μέσα στον υποδόριο λιπώδη ιστό, δεν γίνονται αισθητοί με την ψηλάφηση και πολύ περισσότερο δεν είναι ορατοί στην επισκόπηση. Ψηλαφητοί λεμφαδένες, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που το μέγεθός τους ξεπερνά το 1 εκ., αποτελούν συχνά κλινική έκφραση διαφόρων παθολογικών καταστάσεων, ενώ ορατοί και ψηλαφητοί λεμφαδένες συνιστούν πάντοτε παθολογικό εύρημα.
Οι βασικοί παθογενετικοί μηχανισμοί οι οποίοι προκαλούν διόγκωση των λεμφογαγγλίων περιλαμβάνουν: 1) Επινέμεσή τους από διάφορους μικροοργανισμούς. 2) Ανοσιακές διεργασίες ποικίλης αιτιολογίας. 3) Ανάπτυξη  λεμφώματος ή  μεταστάσεων από κακοήθεις νεοπλασίες άλλων ιστών. 4) Άλλα αίτια.
Ο κατάλογος των παθήσεων που μπορεί να οδηγήσουν σε διόγκωση των λεμφογαγγλίων μέσω των παραπάνω μηχανισμών είναι ιδιαίτερα μακρύς.
Η διαγνωστική διερεύνηση ασθενών με λεμφαδενική διόγκωση περιλαμβάνει τη λήψη λεπτομερούς ιστορικού, την κλινική εξέταση και τον παρακλινικό και εργαστηριακό έλεγχο, συμπεριλαμβανομένης της κυτταρολογικής και παθολογοανατομικής εξέτασης υλικού που λαμβάνεται από διογκωμένους λεμφαδένες, ή και ολόκληρων λεμφαδένων που αφαιρούνται χειρουργικά.
Οι λεμφαδένες μπορούν να διογκωθούν από λοίμωξη, φλεγμονώδεις καταστάσεις, ένα απόστημα ή καρκίνο. Άλλα αίτια διογκωμένων λεμφαδένων είναι σπάνια. Με διαφορά, η πιο κοινή αιτία διογκωμένων λεμφαδένων είναι η λοίμωξη.
Όταν εμφανίζεται διόγκωση ξαφνικά, η οποία είναι επώδυνη, συχνά οφείλεται σε τραυματισμό ή λοίμωξη. Η μεγέθυνση που εμφανίζεται σταδιακά και ανώδυνα μπορεί σε κάποιες περιστάσεις να οφείλεται σε καρκίνο ή όγκο.
Αίτια
Λοιμώξεις που προκαλούν συνήθως διόγκωση λεμφαδένων περιλαμβάνουν:
•    Απόστημα δοντιού ή έγκλειστο δόντι
•    Λοιμώξεις των ώτων
•    Κρυολόγημα, γρίπη και άλλες λοιμώξεις
•    Ουλίτιδα
•    Μονοπυρήνωση
•    Στοματικά έλκη
•    Σεξουαλικά μεταδιδόμενες νόσους
•    Αμυγδαλίτιδα
•    Φυματίωση
•    Δερματικές λοιμώξεις
Οι ανοσολογικές ή αυτοάνοσες διαταραχές που μπορούν να προκαλέσουν διογκωμένους λεμφαδένες περιλαμβάνουν τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και τον HIV.
Οι καρκίνοι που μπορούν συχνά να προκαλέσουν διογκωμένους λεμφαδένες περιλαμβάνουν τη λευχαιμία, τη νόσο Hodgkin και το λέμφωμα μη-Hodgkin. Ωστόσο, πολλοί άλλοι καρκίνοι μπορούν να προκαλέσουν το ίδιο πρόβλημα.
Το ποιοι λεμφαδένες θα διογκωθούν εξαρτάται από τον τύπο του προβλήματος και το τμήμα του σώματος που ενέχεται. Η εντόπιση του σημείου μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό του πιθανού αιτίου.
Διογκωμένοι λεμφαδένες μπορούν επίσης να προκληθούν από κάποια φάρμακα (όπως η φαινυτοΐνη για τις επιληπτικές κρίσεις) ή συγκεκριμένα εμβόλια (όπως η ανοσοποίηση για τύφο). Ο πόνος στους λεμφαδένες συνήθως εξαφανίζεται μέσα σε λίγες μέρες χωρίς αντιμετώπιση, αλλά οι αδένες μπορεί να μην επιστρέψουν στο φυσιολογικό τους μέγεθος για αρκετές εβδομάδες μετά την αποδρομή της λοίμωξης. Γενικά, εάν είναι επώδυνοι, είναι επειδή διογκώνονται ταχύτατα στα πρώιμα στάδια της καταπολέμησης μιας λοίμωξης.
Καλέστε το γιατρό σας εάν:
•    Οι λεμφαδένες σας δεν μειώνονται σε μέγεθος μετά από αρκετές εβδομάδες ή συνεχίζουν να διογκώνονται.
•    Είναι ερυθροί και ευαίσθητοι.
•    Στην ψηλάφηση φαίνονται σκληροί, ακανόνιστοι ή σταθεροποιημένοι στη θέση τους.
•    Έχετε πυρετό, νυχτερινές εφιδρώσεις ή ανεξήγητη απώλεια βάρους.
•    Οποιοσδήποτε αδένας σε ένα παιδί είναι μεγαλύτερος από 1 εκατοστό σε διάμετρο.
Στα στοιχεία από το ιστορικό που ενέχουν ιδιαίτερη σημασία στη διαγνωστική διερεύνηση ασθενών με λεμφαδενοπάθεια περιλαμβάνονται:
-Η ηλικία.
-Η αναφορά πρόσφατης λοίμωξης στο ρινο¬φάρυγγα, στα άκρα, τους δακτύλους, το τριχωτό της κε¬φαλής, για τις αντίστοιχες λεμφαδενικές ομάδες.
-Συμπτώματα ύποπτα για ανάπτυξη νεοπλασίας στην αντίστοιχη περιοχή.
-Η εργασία και γενικότερα οι ενασχολήσεις του ατό¬μου.
-Έκθεση σε συγκεκριμένους παράγοντες κινδύνου, όπως νυγμός από γάτα, βρώση ωμού, ή όχι καλά μαγειρεμένου κρέατος (τοξοπλάσμωση) και δήγμα κρότωνα (νόσος Lyme).
-Πρόσφατο ταξίδι σε χώρες του εξωτερικού, που συχνά προσανατολίζει προς την αναζήτηση άλλων, ασυνήθων, αιτίων λεμφαδενικής διόγκωσης.
-Συμπεριφορές υψηλού κινδύνου (π.χ. σεξουαλικές, χρήση ενδοφλεβίων ουσιών).
-Η χρονική εξέλιξη της λεμφαδενικής διόγκωσης, που μπορεί να προσανατολίσει τη διαγνωστική σκέψη, περιορίζοντας το φάσμα των πιθανών αιτίων.
διαγνωστικές εξετάσεις:
•    Κλινική εξέταση
•    Αιματολογικές εξετάσεις, όπως δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας, δοκιμασίες νεφρικής λειτουργίας και γενική αίματος με λευκοκυτταρικό τύπο
•    Βιοψία λεμφαδένων
•    Ακτινογραφία θώρακος
•    Σπινθηρογράφημα ήπατος-σπληνός
Το ιστορικό και η κλινική εξέταση πολλές φορές αρκούν για τον καθορισμό συγκεκριμένης διαγνώσεως. Στις περιπτώσεις αυτές η αξία του εργαστηριακού ελέγχου περιορίζεται στην επιβεβαίωση της διαγνώσεως ή τον καθορισμό της θεραπευτικής στρατηγικής (π.χ. επιλογή του κατάλληλου αντιβιοτικού, ανάλογα με τα αποτελέσματα των καλλιεργειών). Συχνά, όμως, έπειτα από την αρχική κλινική προσέγγιση, το αίτιο της λεμφαδενικής διόγκωσης παραμένει αδιευκρίνιστο. Στις περιπτώσεις αυτές, η περαιτέρω διαγνωστική στρατηγική καθορίζεται εν πολλοίς από το εάν η διόγκωση είναι εντοπισμένη ή γενικευμένη.
Σε ασθενείς με γενικευμένη λεμφαδενοπάθεια η αρχική προσέγγιση περιλαμβάνει γενική εξέταση αίματος και ακτινογραφία θώρακα. Εφόσον από τις εξετάσεις αυτές δεν προκύψουν παθολογικά ευρήματα, η δερμοαντίδραση Mantoux, ο έλεγχος αντισωμάτων έναντι του HIV, τα αντιπυρηνικά αντισώματα και ο έλεγχος για λοίμωξη από τον ιό Epstein-Barr, αποτελούν χρήσιμες διαγνωστικές εξετάσεις, ανάλογα πάντοτε και με το βαθμό κλινικής υποψίας. Στις περιπτώσεις που η διάγνωση παραμένει αδιευκρίνιστη, η βιοψία του «περισσότερο παθολογικού» λεμφαδένα μπορεί να δώσει λύση στο πρόβλημα.
Ασθενείς με εντοπισμένη λεμφαδενοπάθεια, εφόσον από το ιστορικό και την κλινική εξέταση δεν προκύπτουν στοιχεία που  θέτουν την υποψία νεοπλασίας, μπορούν να τεθούν υπό παρακολούθηση για διάστημα 3-4 εβδομάδων. Η προσέγγιση αυτή θεωρείται ασφαλής και αποτρέπει από διενέργεια μη αναγκαίων  και παραπλανητικών πολλές φορές βιοψιών. ( η βιοψία λεμφαδένων σε ασθενείς με λοιμώδη μονοπυρήνωση π.χ. οδηγεί συχνά λανθασμένα στην ιστολογική διάγνωση λεμφοϋπερπλαστικής εξεργασίας).  Στο χρονικό  διάστημα των 4 εβδομάδων η λεμφαδενική διόγκωση συνήθως έχει υποχωρήσει ή το αίτιο που την προκάλεσε καθίσταται πλέον εμφανές, χωρίς  να επιβαρύνεται η πρόγνωση του ασθενούς, ακόμη και σε περιπτώσεις μεταστατικού καρκίνου, λεμφώματος ή φυματίωσης. Έτσι, σε εντοπισμένη λεμφαδενική διόγκωση, η βιοψία ενδείκνυται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες έπειτα από παρακολούθηση 4 εβδομάδων το αίτιο παραμένει ασαφές, ή διενεργείται άμεσα σε ασθενείς με υπόνοια νεοπλασίας.
 Η αναζήτηση διογκωμένων λεμφαδένων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις νεοπλασματικές παθήσεις γιατί: α) Συχνά συνιστά το μοναδικό κλινικό σημείο της νόσου. β) Εάν οι λεμφαδένες βρίσκονται σε περιοχή προσιτή για λήψη βιοψίας πολλές φορές οδηγούν στη διάγνωση, και γ) Ο αριθμός των προσβεβλημένων λεμφογαγγλίων ή λεμφαδενικών ομάδων αποτελεί στοιχείο χρήσιμο για τη σταδιοποίηση της νόσου.
Σε μερικές περιοχές, όπως οι πλάγιες τραχηλικές, οι υπερκλείδιες, οι μασχαλιαίες και ιδιαίτερα οι βουβωνικές, η ανεύρεση διογκωμένων λεμφαδένων είναι συχνή και πολλές φορές ασυμπτωματική. Στις περιπτώσεις αυτές, εφ' όσον η λοιπή κλινική εικόνα δεν κατευθύνει σε συγκεκριμένη διάγνωση, η διαγνωστική στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί είναι δύσκολο να καθοριστεί, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την τραχηλική χώρα, η οποία αποτελεί τη θέση από την οποία κατ' εξοχήν εξορμώνται ορισμένα λεμφώματα και τις υπερκλείδιες χώρες που συχνότατα δέχονται μεταστάσεις κακοήθων επιθηλιακών νεοπλασιών. Στις περιπτώσεις αυτές, η άμεση καταφυγή  σε πλήρη έλεγχο, ο οποίος περιλαμβάνει και ιστολογική εξέταση, ή η απλή παρακολούθηση, βασίζεται σε κλινικά κριτήρια και η απόφαση εξατομικεύεται.