Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012 13:17

    Αρμενία

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    Αρμενία (αρμενικά Hayastan, διεθν. Αrmenia)
Κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Γεωργία, στα Α με το Αζερμπαϊτζάν, στα Ν με το Ιράν, στα ΝΔ με το Αζερμπαϊτζάν (Αυτόνομη Δημοκρατία του Ναχιτσεβάν) και στα Δ με την Τουρκία.

    Πολιτικά στοιχεία
Η Α. καταλαμβάνει το νότιο τμήμα της ιστορικής γεωγραφικής περιοχής της Υπερκαυκασίας, η οποία συμπεριλαμβάνει επίσης τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν. Υπήρξε η μικρότερη από τις δημοκρατίες που απάρτιζαν την πρώην Σοβιετική Ένωση και η ανεξαρτητοποίησή της επήλθε μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, το 1991. Πρόκειται για μια μικρή μεσόγεια χώρα, χωρίς έξοδο στη θάλασσα, τα σύνορα της οποίας διαφέρουν από αυτά της ιστορικής περιοχής της Α. (βλ. λ. Αρμενία. Ιστορική γεωγραφική περιοχή). Για παράδειγμα, ένα μεγάλο τμήμα της ιστορικής Α. αποτελεί σήμερα τμήμα της Τουρκίας· στα ΝΔ βρίσκεται ο αζερικός θύλακος του Ναχιτσεβάν (με καθεστώς Αυτόνομης Δημοκρατίας)· τέλος, η αυτόνομη περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ κατοικείται από Αρμενίους, αλλά πλέον βρίσκεται στα ανατολικά σύνορα της Α. και υπάγεται στην επικράτεια του Αζερμπαϊτζάν, αποτελώντας σημείο έντονης διαμάχης με τη γειτονική χώρα. Ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Α., όπως και όλων των κρατών της Υπερκαυκασίας, είναι η πρόθεσή της να συμμετάσχει στα ευρωπαϊκά όργανα, κάτι που δικαιολογείται από την παράδοση της σοβιετικής περιόδου (η ΕΣΣΔ ουσιαστικά είχε ρόλο ευρωπαϊκού κράτους, έστω και αν το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών της ήταν στην Ασία), αλλά ουσιαστικά υπαγορεύεται από οικονομικά αίτια και τους περίφημους δρόμους διέλευσης του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, που παράγονται στην Ασία και διοχετεύονται στις πλουσιότερες ευρωπαϊκές αγορές.
Διοικητική διαίρεση. Η Α. είναι διαιρεμένη σε δέκα επαρχίες και στο μητροπολιτικό διαμέρισμα της πόλης Ερεβάν. Οι επαρχίες είναι οι εξής (σε παρένθεση η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός τους, σύμφωνα με την απογραφή του 2001, η οποία έδωσε πληθυσμό της χώρας 3.002.594 κατ.): Αραγκατσότν (Aragatsotn, Ασταράκ, 126.278), Αραράτ (Ararat, Αρτασάτ, 252.665), Αρμαβίρ (Armavir, Αρμαβίρ, 255.861), Βαγιότς Ντζορ (Vayots dzor, Γιεγκεγκνατζόρ, 53.230), Γκεγχαρκουνίκ (Gegharkunik, Γκαβάρ, 215.271), Ερεβάν (Ερεβάν, 1.091.235), Κοταΐκ (Kotayk, Χραζντάν, 241.377), Λόρι (Lori, Βαζναντόρ, 253.351), Σιουνίκ (Syunik, Καπάν, 134.061), Σιράκ (Shirak, Γκιούμρι, 257.242) και Ταβούς (Tavush, Ιτζεβάν, 121.963).
Πολίτευμα, εκτελεστική και νομοθετική εξουσία. Η Α. μέχρι το 1991 αποτελούσε μία από τις Σοβιετικές Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες. Αμέσως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, το Ανώτατο Σοβιέτ της Α. διακήρυξε την ανεξαρτησία της χώρας και τον επόμενο μήνα προχώρησε στην εκλογή νέου προέδρου. Οι πρώτες μετασοβιετικές βουλευτικές εκλογές έγιναν το 1995, παράλληλα με το δημοψήφισμα για την έγκριση του νέου συντάγματος. Σύμφωνα με αυτό, η νομοθετική εξουσία ασκείται από το κοινοβούλιο, το οποίο και αποτελείται από 131 μέλη τετραετούς θητείας. Επικεφαλής του κράτους και της εκτελεστικής εξουσίας είναι ο πρόεδρος, ο οποίος είναι συγχρόνως και αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων· εκλέγεται απευθείας από τον λαό για 5 χρόνια και μπορεί να μείνει στην εξουσία μόνο για δύο συνεχόμενες θητείες. Δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι οι πολίτες που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους.
Κόμματα και κυβέρνηση. Τα σημαντικότερα κόμματα της Α. είναι η Πανεθνική Κίνηση (ΑΡΝΜ), το Λαϊκό Κόμμα, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (ΗΗΚ), η Εθνική Δημοκρατική Ένωση (ΑJΜ) και το Κομουνιστικό Κόμμα. Το Επαναστατικό Κόμμα (ΑRF), εκτός νόμου από το 1994, νομιμοποιήθηκε το 1998 και διαδραματίζει πλέον ενεργό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της χώρας. Πρόεδρος της χώρας είναι ο Ρόμπερτ Κοτσαριάν από το 1998 και πρωθυπουργός ο Αντρανίκ Μαρκαριάν από το 2000.
Δικαιοσύνη. Το νέο σύνταγμα διακηρύσσει την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας και καθιερώνει την ιεραρχία της, επικεφαλής της οποίας είναι το ανώτατο δικαστήριο. Υπάρχουν τοπικά και επαρχιακά δικαστήρια, στρατοδικεία, καθώς και το συνταγματικό δικαστήριο· το τελευταίο απαρτίζεται από εννιά μέλη, από τα οποία τα τέσσερα ορίζονται από τον πρόεδρο της χώρας και τα πέντε από το κοινοβούλιο. Από τον Ιανουάριο του 1999, το εφετείο αντικατέστησε το ανώτατο δικαστήριο σε θέματα εγκλημάτων πολέμου και πολιτικοοικονομικές υποθέσεις.
Θρησκεία και οργάνωση της Εκκλησίας. Επικρατούσα θρησκεία είναι ο χριστιανισμός, τον οποίο ασπάζεται το 98% των πολιτών. Η Αρμενική Αποστολική Εκκλησία με τον πατριάρχη και τους επισκόπους της στεγάζει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της χώρας (94%), αλλά και τους Αρμενίους που βρίσκονται σε άλλες χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και αλλού. Υπάρχουν, όμως, και χριστιανοί ορθόδοξοι που υπάγονται στη Ρωσική Εκκλησία (4%), ενώ ορισμένες μικρές κοινότητες, όπως αυτές των Αζέρων, είναι μουσουλμανικές. Βλ. λ. Αρμενική Εκκλησία.
Γλώσσα και εθνότητες. Το 93% των κατοίκων είναι Αρμένιοι, περίπου 2% Ρώσοι, 1,7% Κούρδοι, 1% Αζέροι και το υπόλοιπο 3,8% μοιράζεται ανάμεσα σε Γεωργιανούς, Ουκρανούς, Έλληνες και διάφορες άλλες εθνότητες. 
Επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η αρμενική, μια ινδοευρωπαϊκή γλώσσα με αλφάβητο 38 γραμμάτων. Τα ρωσικά είναι διαδεδομένα στη χώρα, σε ποσοστό μόλις 2%.
Εκπαίδευση. Η εκπαίδευση παρέχεται δωρεάν και είναι υποχρεωτική στις δύο πρώτες βαθμίδες της, καλύπτοντας τις ηλικίες μεταξύ 7 και 16 ετών. Τα τελευταία χρόνια η εκπαίδευση στην Α. δείχνει να αποσχίζεται από το σοβιετικό μοντέλο που έδινε βάρος στην τεχνολογία και στις επιστήμες, βασιζόμενη πλέον περισσότερο στην κουλτούρα και στην ιστορία της χώρας.
Το ποσοστό αναλφαβητισμού στη χώρα είναι πολύ χαμηλό (1,4% το 2003). Σε αντίθεση με τη δημόσια δωρεάν παιδεία στις πρώτες δύο βαθμίδες, η τριτοβάθμια εκπαίδευση στρέφεται όλο και περισσότερο προς τον ιδιωτικό τομέα: από τα 90 ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που λειτουργούσαν στη χώρα το 1997, τα 75 ήταν ιδιωτικά. Υπολογίζεται πως για την παιδεία δαπανάται το 2% του κρατικού προϋπολογισμού (1996). 
Άμυνα. Μετά την αποχώρησή της από την Σοβιετική Ένωση, η Α. άρχισε να δημιουργεί τον δικό της στρατό. Σήμερα διαθέτει στρατό ξηράς, αεροπορία, δυνάμεις ασφαλείας και παραστρατιωτικές δυνάμεις, όπου απασχολούνται συνολικά 37.200 άτομα (2003). Η στρατιωτική θητεία είναι υποχρεωτική και διαρκεί 18 μήνες. 
Κοινωνική πρόνοια. Όλοι οι εργαζόμενοι δικαιούνται ιατρικής περίθαλψης και σύνταξης. Το 1991 δημιουργήθηκε ένα ειδικό ταμείο συντάξεων για να καλύψει τις συνταξιοδοτικές ανάγκες των εργαζομένων, αφού τα περισσότερα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων είχαν χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των αναγκών από τον μεγάλο σεισμό του 1988 (25.000 νεκροί) και κατόπιν για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν από την εμπόλεμη κατάσταση με το Αζερμπαϊτζάν.

    Γεωγραφικά στοιχεία και κλίμα 
Γεωμορφολογία. Η χώρα εκτείνεται στο βορειοδυτικό τμήμα του οροπεδίου της Α. –τμήματα του οποίου ανήκουν στα εδάφη της Τουρκίας και του Ιράν– και παρουσιάζει μεγάλη μορφολογική ποικιλία. Το οροπέδιο συντίθεται από ορεινές πεδιάδες που έχουν σχηματιστεί από ηφαιστειακή λάβα και τεκτονικά κοιλώματα, ενώ χωρίζονται από οροσειρές ύψους 3.000 και 4.000 μ. Οι συχνές σεισμικές δονήσεις μαρτυρούν ότι η ορεογένεση συνεχίζεται ακόμη στην περιοχή. Κατά μήκος των ρηγμάτων υπάρχει μια σειρά ηφαιστείων και σε μερικά από τα κοιλώματα έχουν σχηματιστεί λίμνες. Στο μεγαλύτερο μέρος τους, ωστόσο, τα κοιλώματα του οροπεδίου της Α. είναι σκεπασμένα από ερήμους και ημιερημικές εκτάσεις.
Το ορεινό σύμπλεγμα του Μικρού Καυκάσου, το οποίο περικλείει το οροπέδιο της Α. από τα Β, σχηματίστηκε από αλπικές πτυχώσεις και αποτελείται από ιζηματογενή και ηφαιστειογενή πετρώματα. Καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών της χώρας, η οποία χαρακτηρίζεται από μέσο υψόμετρο 1.800 μ., ενώ μόλις το 10% των εδαφών βρίσκεται κάτω από τα 1.100 μ. Το βορειοδυτικό τμήμα της χώρας αποτελείται από ψηλές οροσειρές, μερικές από τις οποίες περιλαμβάνουν ανενεργά ηφαίστεια, βαθιές κοιλάδες ποταμών και ηφαιστειογενή οροπέδια. Στα Β εκτείνεται η οροσειρά Σομχέτ και στα ΒΔ η Τζαβαχέτ. Νοτιότερα βρίσκονται οι οροσειρές Μπαζούμ και Παμπάκ και στα ΝΑ η οροσειρά Ζανγκεζούρ. Στο δυτικό τμήμα της χώρας υψώνεται το επιβλητικό ηφαίστειο Αραγκάτς, το οποίο είναι και το ψηλότερο βουνό της Α. (4.090 μ.). Προς τα Β και ΒΔ του Αραγκάτς εκτείνονται τα ηφαιστειογενή υψίπεδα Απαράν και Σιράκ και προς τα ΝΔ το Κοτάι, το οποίο περικλείεται στα Β από την οροσειρά Γκεγκάμ.
Στο ανατολικό τμήμα της χώρας και σε υψόμετρο περίπου 2.000 μ., βρίσκεται ένα ορεινό βύθισμα που καταλαμβάνεται από τη λίμνη Σεβάν (1.400 τ. χλμ.), τη μεγαλύτερη της χώρας. Γύρω από τη λίμνη υψώνονται βουνά που φτάνουν τα 4.000 μ. Η οροσειρά Γκεγκάμ, στα Δ της λίμνης, δεσπόζει πάνω από την πρωτεύουσα Ερεβάν και τη λεκάνη του Αραράτ που διασχίζεται από τον ποταμό Αράς (966 χλμ.), τον γνωστό Αράξη των αρχαίων χρόνων, που καταλαμβάνει το νοτιοδυτικό τμήμα της χώρας ως ο σημαντικότερος ποταμός της. Η ονομασία Αραράτ αποδίδεται εσφαλμένα μόνο στα όρη που βρίσκονται στη λεκάνη του Αράξη, λόγω κακής ερμηνείας του χωρίου της Γένεσης που αναφέρει ότι η κιβωτός του Νώε εκάθησε «επί των ορέων Αραράτ». Η μεγάλη αυτή περιοχή είναι σήμερα διαμοιρασμένη ανάμεσα στην Τουρκία, στο Ιράν και στην Α. Στην Τουρκία βρίσκεται το μεγαλύτερο τμήμα της και η οροσειρά Μέγα Αραράτ· το βορειοανατολικό τμήμα της ανήκει στην Α. και το νοτιοανατολικό, που περιλαμβάνει και το Μικρό Αραράτ, στο Ιράν. Άποψη του όρους Αραγκάτς της Αρμενίας, του οποίου η ψηλότερη κορυφή φτάνει τα 4.090 μ. (φωτ. Πρεσβεία Αρμενίας).Άποψη του καταρράκτη Τσολκ στην Αρμενία (φωτ. Πρεσβεία Αρμενίας).
Κλίμα. Οι ψηλές οροσειρές που περιβάλλουν το οροπέδιο της Α. δημιουργούν ένα φράγμα που εμποδίζει τα σύννεφα της βροχής να περνούν στη χώρα. Αυτή η εδαφική ιδιομορφία δημιουργεί ένα ξηρό ηπειρωτικό κλίμα που σε ορισμένες περιοχές αποκτά τα χαρακτηριστικά της ημιερήμου, παρότι η Α. δεν απέχει πολύ από δύο μεγάλες υδάτινες εκτάσεις, την Κασπία και τον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη θάλασσα). Οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις κυμαίνονται από 300 έως 800 χιλιοστά στα βουνά και από 200 έως 300 χιλιοστά στην κοιλάδα του Αράξη και στις άλλες εσωτερικές μικρότερες κοιλάδες και πεδιάδες. Το νερό είναι πηγή ζωής για τη χώρα όχι μόνο για τις καλλιέργειες, αλλά και για την παραγωγή ενέργειας. 
Οι θερμοκρασιακές διακυμάνσεις είναι μεγάλες από περιοχή σε περιοχή. Στα πεδινά οι χειμώνες είναι σχετικά σύντομοι αλλά δριμείς, ενώ τα καλοκαίρια διαρκούν περισσότερο και είναι ζεστά. Στα ορεινά τα καλοκαίρια είναι πιο δροσερά, αλλά οι χειμερινές συνθήκες είναι σκληρές. Η μέση θερμοκρασία του Ιουλίου στα χαμηλά υψόμετρα είναι 25°C και στα υψηλότερα γύρω στους 18°C. Στα πεδινά, ωστόσο, η θερμοκρασία μπορεί να φτάσει και τους 42°C το καλοκαίρι. Αντίστοιχα, η μέση θερμοκρασία του Ιανουαρίου κυμαίνεται από 1°C στα πεδινά έως –13°C στα ορεινά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, παγωμένοι άνεμοι από τον βορρά εισχωρούν στη χώρα και κατεβάζουν τη θερμοκρασία των ψυχρών μηνών έως τους –30°C. Το κρύο είναι δριμύ στα απροστάτευτα από τους ανέμους οροπέδια. 
Χλωρίδα και πανίδα. Μολονότι μικρή σε έκταση, η Α. παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία χλωρίδας και πανίδας. Στις χαμηλές της ζώνες τα εδάφη είναι ημιερημικού τύπου και ορισμένα από αυτά (κοιλάδα του Αράξη) είναι αλατούχα. Μέχρι τα 1.800 μ., τα εδάφη εντάσσονται σε αυτά της ξηρής στέπας, ενώ ψηλότερα καλύπτονται από ορεινές μαύρες γαίες και ορεινούς λειμώνες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα χαμηλής και ξηρής στέπας ανάμεσα σε βουνά αποτελεί το βαθύπεδο του Γκιούμρι (πρώην Λενινακάν και Αλεξαντροπόλ). Εκεί οι χειμώνες είναι εξαιρετικά ψυχροί και τα καλοκαίρια ξηρά και υποτροπικά. Το έδαφος, μαύρο ή καστανό, είναι πολύ εύφορο και ο πληθυσμός κυρίως γεωργικός. Καλλιεργούνται κυρίως σιτάρι, κριθάρι, ζαχαρότευτλα και μερικά οπωροφόρα δέντρα στις αρδευόμενες εκτάσεις. Στην πεδιάδα Αραράτ εμφανίζεται βλάστηση της ημιερήμου και της ερήμου με αψιθιές και αρμυρίκια. Οι χαμηλές πλαγιές και τα ηφαιστειογενή οροπέδια έχουν βλάστηση στέπας, οι ψηλότερες εντάσσονται στα υποαλπικά λιβάδια και σε ακόμη μεγαλύτερα υψόμετρα εμφανίζεται η ζώνη της τούνδρας. Τα ηφαιστειογενή οροπέδια καλύπτονται συχνά από χορτάρι που χρησιμοποιείται για την καλοκαιρινή βοσκή των προβάτων ή για χορτονομή. Στις πετρώδεις πλαγιές φυτρώνουν φρύγανα. Τα δάση (οξιά, βαλανιδιά, κάρπινος, φτελιά, έλατο και πεύκο) καλύπτουν μόνο το 10% των εδαφών και βρίσκονται κυρίως στα ΒΑ και στα ΝΑ της χώρας. Κατά μήκος των ποταμών φυτρώνουν θάμνοι και αραιά δάση από ιτιές και σκλήθρα. Στις υγρές, εξωτερικές πλαγιές των βουνών, χαμηλότερα από τα 2.200 μ., υπάρχουν δάση δρυών και πεύκων. Στα μεγαλύτερα υψόμετρα επικρατούν οι αγκαθωτοί θάμνοι, ενώ ψηλότερα από τα 2.700 μ. φυτρώνουν ξηρόφιλοι, αγκαθωτοί και φυλλοβόλοι θάμνοι.
Η πανίδα των δασών περιλαμβάνει αγριόγατες, αρκούδες, τσακάλια και αγριογούρουνα, ενώ οι λεοπαρδάλεις που υπήρχαν στην κοιλάδα του Αράξη έχουν πλέον εκλείψει. Στα βουνά του νότου ζει το άγριο πρόβατο μουφλόν και ο αίγαγρος. Στα βορειοανατολικά βουνά, όπου η υγρασία είναι μεγαλύτερη, ζουν σκίουροι και αρκούδες. Υπάρχουν επίσης πολλά είδη πουλιών και ερπετών, μεταξύ αυτών η έχιδνα και άλλα δηλητηριώδη φίδια.

    Πληθυσμός
Προέλευση, μεταβολές του πληθυσμού και εθνολογική σύνθεση. Οι καταβολές των Αρμενίων προέρχονται από το αρχαίο βασίλειο του Βαν και έχουν διατηρήσει την εθνική τους ταυτότητα ανά τους αιώνες. Τη δεκαετία του 1990, πάντως, υπήρξαν μεταβολές στον πληθυσμό, λόγω της διαμάχης της Α. με το Αζερμπαϊτζάν για την κυριαρχία του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Μέχρι τα τέλη του 1993 αποχώρησε από την Α. σχεδόν όλος ο πληθυσμός των Αζέρων, που μέχρι τότε έφτανε περίπου στο 3,8% του πληθυσμού, ενώ πολλοί Αρμένιοι πρόσφυγες από την περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ εισήλθαν στη χώρα. 
Οι Αρμένιοι αποτελούν επίσης ένα από τα έθνη της διασποράς, αφού υπάρχουν σημαντικοί πληθυσμοί Αρμενίων στις ΗΠΑ, στο Αζερμπαϊτζάν, στην Τουρκία κ.α. Συνολικά, υπολογίζεται ότι ο αριθμός των Αρμενίων της διασποράς ξεπερνά τον πληθυσμό της χώρας και φτάνει τα 5.000.000 άτομα. 
Δημογραφική ανάπτυξη και κατανομή του πληθυσμού. Ο πληθυσμός της Α. είναι από τους πλέον αμιγείς στην περιοχή του Καυκάσου. Το ποσοστό του πληθυσμού που κατοικεί σε αστικές περιοχές αγγίζει το 70% του συνόλου, από τους οποίους οι μισοί κατοικούν στην πρωτεύουσα Ερεβάν. Η μέση πυκνότητα είναι 100,4 κάτ. ανά τ. χλμ. (2004). Σε ό,τι αφορά τη δημογραφική ανάπτυξη, καταγράφηκαν αρνητικά ποσοστά τα τελευταία χρόνια, οφειλόμενα στους συνεχείς πολέμους και στη μετανάστευση των πληθυσμών των Αζέρων. Έτσι, υπάρχει ετήσια μείωση του πληθυσμού της τάξεως του 0,07% (2003), ενώ το προσδόκιμο ζωής είναι 62 χρόνια για τους άντρες και 71 χρόνια για τις γυναίκες.
Πόλεις. Κυριότερες πόλεις της χώρας, εκτός από την πρωτεύουσα Ερεβάν, είναι το Γκιούμρι (πρώην Λενινακάν, γνωστό και ως Κουμάρι) και το Βαζναντόρ (πρώην Κιροβακάν). Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. αντίστοιχα λήμματα πόλεων.Πανοραμική άποψη της πρωτεύουσας της Αρμενίας, Ερεβάν (φωτ. ΑΠΕ).


    Οικονομία 
Η Α. έχει προοπτικές ανάπτυξης, αφού στο έδαφός της υπάρχουν αποθέματα σπάνιων μετάλλων, κοιτάσματα πετρελαίων, φυσικό αέριο κ.ά. Υπάρχει επίσης βιομηχανική υποδομή, η οποία καλύπτει κυρίως τις ανάγκες της υφαντουργίας και της εμφιάλωσης πόσιμου νερού. Το ΑΕΠ της Α. ήταν 11.200 εκατ. δολ. ΗΠΑ το 2001, με μέση κατά κεφαλήν αγοραστική δύναμη 3.350 δολ. την ίδια χρονιά. Ο πληθωρισμός, που είχε πλησιάσει το 1.000% το 1992, έπεσε στο 8% το 1994 και στο 3% το 2000. Η ανεργία κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα (περίπου 20% το 2003), αν και οι επίσημοι δείκτες την εμφανίζουν κάτω του 10%. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα είναι το ενεργειακό· προσπάθειες για τη λύση του αποτελούν η ιδιωτικοποίηση των ενεργειακών δικτύων (2002) και η στενή συνεργασία με τη Ρωσία. Η αγροτική οικονομία (γεωργία, κτηνοτροφία, δάση και αλιεία) απασχολεί το 45% του ενεργού πληθυσμού (2002).
Γεωργία. Η γεωργική παραγωγή δεν είναι σημαντική και περιλαμβάνει κυρίως πατάτες, λαχανικά, φρούτα κ.ά., ενώ μέχρι το 1991 στηριζόταν στους κρατικούς συνεταιρισμούς. Μετά τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, περίπου το 30% των συνεταιρισμών αυτών είναι πλέον ιδιωτικού χαρακτήρα. Η καλλιεργήσιμη γη (περίπου 18% της έκτασης της χώρας) έχει σχεδόν στο σύνολό της παραχωρηθεί σε ιδιώτες. Τα ηφαιστειογενή εδάφη ευνοούν τη γεωργία, που αποτελεί βασικό πλουτοπαραγωγικό πόρο, αν και τα αρόσιμα εδάφη είναι περιορισμένα λόγω των μεγάλων υψομέτρων και των περιορισμένων βροχοπτώσεων. Το έντονα ηπειρωτικό κλίμα με τα πολύ θερμά καλοκαίρια επιβάλλει την άρδευση και για τον σκοπό αυτό έχουν γίνει μεγάλα έργα στις κοιλάδες των ποταμών και στους πρόποδες των βουνών. Ιδιαίτερα αποδοτικές είναι οι καλλιέργειες στις αρδευόμενες περιοχές του Αράξη και στην πεδιάδα του Ερεβάν, όπου τα εδάφη είναι εν μέρει αλλουβιακά και εν μέρει ηφαιστειογενή. Στις αρδευόμενες περιοχές, όπου είναι συγκεντρωμένο και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, καλλιεργούνται αμπέλια, ελιές, συκιές, αμυγδαλιές, ροδιές, ροδακινιές και βαμβάκι. Στα μεγαλύτερα υψόμετρα καλλιεργούνται καπνός, πατάτες, αχλαδιές, μηλιές, δημητριακά, σιτάρι και κριθάρι. Νεαρές αγρότισσες στην Αρμενία· αν και το ηφαιστιογενές έδαφος της χώρας ευνοεί τη γεωργία, αυτή δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη (φωτ. Πρεσβεία Αρμενίας).Αρμένιος χωρικός ακονίζει το δρεπάνι του· στο βάθος διακρίνεται ο πυρηνικός σταθμός της Αρμενίας που έκλεισε μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1988, αλλά επαναλειτουργεί από το 1995 (φωτ. ΑΠΕ).

Κτηνοτροφία και αλιεία. Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη σηροτροφία, τη μελισσοκομία και στα ορεινά με την κτηνοτροφία. Εκτρέφονται βοοειδή, αιγοπρόβατα και χοίροι. Το δυναμικό της χώρας περιλαμβάνει περίπου 1 εκατ. πρόβατα, 500.000 αγελάδες, 300.000 χοίρους και 9 εκατ. κοτόπουλα. Η λίμνη Σεβάν και μερικοί από τους ποταμούς της Α. είναι πλούσιοι σε αλιεύματα (πέστροφες, σολομοί, κέφαλοι, κυπρίνοι κ.ά.).
Βιομηχανία, ορυκτός πλούτος και ενέργεια. Οι τομείς της βιομηχανίας και του ορυκτού πλούτου απασχολούν περίπου το 35% του ενεργού πληθυσμού. Ο τομέας του ορυκτού πλούτου δεν έχει ακόμα πλήρως αξιοποιηθεί, αλλά περιλαμβάνει αποθέματα χαλκού, μολύβδου, μολυβδαίνιου, χρυσού, αργύρου, ψευδαργύρου, σιδήρου, κάρβουνου, αλατιού, φυσικού αερίου, πετρελαίου, πολυμεταλλεύματα, σπάνια μέταλλα, θειικό πυρίτη και οικοδομικά υλικά, όπως ελαφρόπετρα, ροζ τόφο και μάρμαρο κ.ά. Οι βιομηχανίες που υπάρχουν –παλαιάς τεχνολογίας– είναι υφαντουργικές, εμφιάλωσης νερού, μικρών μηχανών κλπ.
Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί η έλλειψη ενέργειας μετά το κλείσιμο του πυρηνικού σταθμού Μεντζαμούρ το 1988, ύστερα από τον μεγάλο σεισμό που έπληξε τη χώρα τη χρονιά εκείνη. Το 1995 ξεκίνησε η επαναλειτουργία του· παρά τους φόβους για πιθανό ατύχημα, αυτή η κίνηση αύξησε κατά 40% την παραγωγή ηλεκτρισμού στη χώρα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 εντοπίστηκαν περιοχές για μελλοντική εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου. Παρ’ όλα αυτά, η Α. εξακολουθεί να εισάγει ενεργειακούς πόρους από τη Ρωσία και από άλλες χώρες.
Συγκοινωνίες, μεταφορές, τηλεπικοινωνίες και εμπόριο. Το συγκοινωνιακό δίκτυο δεν είναι καλό. Το 2000 υπήρχαν 15.918 χλμ. δρόμων (με το 96% του συνόλου να είναι ασφαλτοστρωμένο), αλλά το 40% είναι σε πολύ κακή κατάσταση. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ξεκίνησε πρόγραμμα ύψους 35 εκατ. δολ. για επιδιορθώσεις του οδικού δικτύου και διάνοιξη νέων δρόμων σε μήκος 1.420 χλμ.
Το σιδηροδρομικό δίκτυο καλύπτει 845 χλμ. (2003). Η χώρα διαθέτει επίσης αεροπορική εταιρεία. Η τηλεπικοινωνιακή υποδομή της Α. κρίνεται ανεπαρκής, με την πιο σύγχρονη υποδομή να βρίσκεται στην περιοχή του Ερεβάν, όπου και υποστηρίζονται τα συστήματα κινητής τηλεφωνίας (στη χώρα είχαν δραστηριοποιηθεί και ελληνικές εταιρείες). 
Το εμπόριο της χώρας διεξάγεται σχεδόν αποκλειστικά με τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ. Η Ρωσία κυριαρχεί τόσο στις εισαγωγές όσο και στις εξαγωγές. Οι τελευταίες περιλαμβάνουν κυρίως χημικά προϊόντα, ελαφρές μηχανές, καθώς και πολύτιμους λίθους.
Νόμισμα και τράπεζες. Το επίσημο νόμισμα της Α. είναι το ντραμ (1 ευρώ = 678 ντραμ το 2003). Το τραπεζικό σύστημα λειτουργεί υπό την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας της χώρας, ενώ λειτουργούν και ορισμένες εμπορικές τράπεζες.Χαρτονόμισμα των 10.000 ντραμ της Αρμενίας, που εκδόθηκε το 2003.

    Ιστορία
Από την αρχαιότητα έως τη σοβιετική εποχή. Οι πρώτοι κάτοικοι της Α. υπήρξαν οι Χουρίτες κατά την 3η χιλιετία π.Χ. Τους διαδέχτηκαν οι Ουραρτού, συγγενείς των πρώτων· αυτοί μιλούσαν την ινδοευρωπαϊκή γλώσσα και σχημάτισαν ένα βασίλειο γύρω από τη λίμνη Βαν, το οποίο κατά τον 9ο αι. π.Χ. υπήρξε ιδιαίτερα ακμαίο και επέζησε έως τον 7ο αι. π.Χ., οπότε και κατελήφθη από τους Μήδους. Αργότερα, στην ίδια περιοχή εισέβαλε και εγκαταστάθηκε το ινδοευρωπαϊκό φύλο των Αρμενίων. Η Α. πέρασε διαδοχικά από την κυριαρχία του περσικού κράτους των Αχαιμενιδών στην κυριαρχία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των Σελευκιδών. Μετά την ήττα του Αντίοχου Γ’ από τους Ρωμαίους, η Α. διαιρέθηκε με τη συνθήκη της Απάμειας (188 π.Χ.) σε δύο βασίλεια, τη Μεγάλη και τη Μικρή Α. Η επανένωσή τους έγινε το 95 π.Χ. από τον Τιγράνη Α’ (αρμεν. Ντικράν), γαμπρό του βασιλιά Μιθριδάτη. Στην εποχή του, το κράτος της Α. εκτεινόταν από την Κασπία μέχρι τη Μεσόγειο. Τελικά, οι νίκες των Ρωμαίων στρατηγών Λούκουλλου και Πομπήιου υποχρέωσαν τον Τιγράνη να παραχωρήσει στη Ρώμη τη Συρία, την Καππαδοκία και την Α. και να γίνει υποτελής των Ρωμαίων. Η ρύθμιση αυτή βόλευε και τις δύο πλευρές, και ιδιαίτερα τους Ρωμαίους, που επιθυμούσαν στην περιοχή ένα φράγμα ανάσχεσης της επέκτασης των Περσών.
Το 114 μ.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Τραϊανός μετέτρεψε την Α. σε ρωμαϊκή επαρχία, αλλά η περιοχή επανέκτησε την αυτονομία της επί Αδριανού. Ο βασιλιάς Τιριδάτης ασπάστηκε τον χριστιανισμό (301 μ.Χ.) και τον επέβαλε ως επίσημη θρησκεία της επικράτειάς του, καθιστώντας την Α. το πρώτο χριστιανικό κράτος. Περί το 387 μ.Χ. ο Αρσάκης Δ’ χώρισε την Α. σε δύο τμήματα: τη Ρωμαϊκή (ή Βυζαντινή) με βασιλιά τον ίδιο και την Περσική, με βασιλιά επίσης προερχόμενο από τον οίκο των Αρσακιδών. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ιουστινιανός χώρισε την Α. σε τέσσερις επαρχίες, το μεγαλύτερο όμως μέρος της χώρας βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Πάρθων, οι οποίοι επεδίωξαν να επιβάλουν στους χριστιανούς κατοίκους τον ζωροαστρισμό. Την εποχή του αυτοκράτορα Μαυρικίου (582-602) η Α. έγινε θέατρο πολέμων μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων· οι δεύτεροι τελικά την κατέλαβαν (654) και την έκαναν τμήμα του κράτους των Ομεϊάδων. Τον 9ο αι. μ.Χ. η χώρα απέκτησε κάποια αυτονομία υπό την τοπική δυναστεία των Βαγρατιδών (885-1079) με πρωτεύουσα την Ανί· χάρη στη βοήθεια των Βυζαντινών αυτοκρατόρων γνώρισε ακμή έως τον 11ο αι., περίοδο εισβολών των Σελτζούκων Τούρκων. Πλήθη Αρμενίων με επικεφαλής Βαγρατίδες ηγεμόνες εγκατέλειψαν τότε τη χώρα τους, κατέλαβαν την Κιλικία και ίδρυσαν εκεί ένα καινούργιο κράτος, τη Μικρή Α. Το βασίλειο αυτό, αρχικά υπό τη δυναστεία των Ρουπενιδών (1080-1225) και έπειτα των Χετουνιδών (1226-1341), γνώρισε ευημερία και εμπορική ακμή με την υποστήριξη των Σταυροφόρων της Δύσης, ώσπου κατακτήθηκε από τους Μαμελούκους (1382). Στα Α, η Μεγάλη Α. μετά τους Σελτζούκους κατελήφθη από τους Τούρκους και τους Μογγόλους· η ερήμωση της χώρας και οι αιματηροί διωγμοί του χριστιανικού πληθυσμού επιτάχυναν τη διασπορά των Αρμενίων σε ολόκληρο τον κόσμο. Το 1639 η Α. διαμελίστηκε και το μεγαλύτερο δυτικό τμήμα προσαρτήθηκε από την Τουρκία, ενώ το ανατολικό έγινε τμήμα της Περσίας.
Τον 19ο αι. η Α. μπήκε στο στόχαστρο του ρωσικού επεκτατισμού. Με τη συνθήκη της Αδριανούπολης (1828) και με τους Ρωσοτουρκικούς πολέμους (1853-56 και 1877-78) η Ρωσία κατόρθωσε να αποσπάσει μεγάλα τμήματα αρμενικού εδάφους. Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας εξακολουθούσε, ωστόσο, να παραμένει υπό την κυριαρχία της Τουρκίας, η οποία παρά τις υποχρεώσεις της από τη συνθήκη του Βερολίνου (1878) εγκατέλειψε τη χώρα έρμαιο των επιδρομών των Κούρδων και των Κιρκασίων. 
Στις αρχές του 20ού αι., οι Αρμένιοι που ζούσαν στη δυτική Α. υπέστησαν τις διώξεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στα τέλη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, ως συνέπεια των άγριων σφαγών και της εκτόπισης εκατοντάδων χιλιάδων, ιδιαίτερα το 1915, οι περιοχές αυτές εκκενώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τον αρμενικό πληθυσμό, ενώ σημειώθηκε και σφαγή περίπου 600.000 Αρμενίων. Το γεγονός αυτό συγκίνησε την παγκόσμια κοινή γνώμη, με αποτέλεσμα το αρμενικό ζήτημα να τεθεί ως διπλωματικό πρόβλημα. Η διάσκεψη ειρήνης των Παρισίων (1918) απέτυχε να δημιουργήσει μία Μεγάλη Α. Η Α. αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο κράτος από τους Συμμάχους και από την Τουρκία με τη συνθήκη των Σεβρών το 1920, αλλά η χώρα εξακολούθησε να παραμένει ντε φάκτο μοιρασμένη μεταξύ Τουρκίας, Ρωσίας και Ιράν, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1920 τα τουρκικά στρατεύματα επιτέθηκαν στην Α. Οι Τούρκοι παρεμποδίστηκαν να καταλάβουν ολόκληρη τη χώρα από την επέμβαση των δυνάμεων του Ερυθρού Στρατού των Ρώσων μπολσεβίκων και από την εγκαθίδρυση, τον Νοέμβριο του 1920, της Σοβιετικής Δημοκρατίας της Α. Μετά την αποτυχία και της συνδιάσκεψης του Λονδίνου (1921) η Ρωσία και η Τουρκία μοιράστηκαν οριστικά τη χώρα (1922): το ρωσικό τμήμα αποτέλεσε μαζί με τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν τη Δημοκρατία της Υπερκαυκασίας, και το 1936 ανακηρύχθηκε Σοβιετική Δημοκρατία, ενώ η Τουρκία κράτησε τις επαρχίες Καρς και Αρνταχάν. 
Κατά την τσαρική περίοδο, η ρωσική Α. ήταν μια υπανάπτυκτη περιοχή, αλλά κατά τη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου σημειώθηκε σημαντική οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Ωστόσο, τα προγράμματα της υποχρεωτικής κολεκτιβοποίησης οδήγησαν στην εκτόπιση αρκετών χιλιάδων αγροτών, ενώ οι σταλινικές εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του 1930 έπληξαν ιδιαίτερα την Α. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, η Α. δεν επηρεάστηκε από τη γερμανική επιδρομή στη Σοβιετική Ένωση και μπόρεσε να προσφέρει σημαντικά στη σοβιετική οικονομία, ενώ 500.000 Αρμένιοι υπηρέτησαν στις σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις. Μετά τον πόλεμο δόθηκε προτεραιότητα στη βιομηχανική ανάπτυξη, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1940 περίπου 150.000 Αρμένιοι της διασποράς επέστρεψαν στη χώρα.Αντιπροσωπευτικός ναός (17ος αι.), στα θεμέλια του οποίου βρέθηκαν ερείπια άλλου κτίσματος (φωτ. Πρεσβεία Αρμενίας).Το μοναστήρι του Γκέχαρτ (10ος-13ος αι.) ήταν για πολλά χρόνια ένα από τα πιο σημαντικά πολιτιστικά και πνευματικά κέντρα της χώρας. Τα ερείπια του καθεδρικού ναού του Ζβάρτνοκ (641-661), που καταστράφηκε το 930 (φωτ. Πρεσβεία Αρμενίας).Οι ταφόπλακες του Νοραντούζ στην Αρμενία χρονολογούνται από το 996 μ.Χ. (φωτ. Πρεσβεία Αρμενίας).

Η σπίθα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Οι πρώτες εκδηλώσεις του νέου πνεύματος της εποχής Γκορμπατσόφ στην Α. έλαβαν τη μορφή καταγγελιών εναντίον της διαφθοράς των αξιωματούχων του Κομουνιστικού Κόμματος της Α. Όμως το σημαντικότερο ζήτημα που απασχολούσε τους Αρμένιους το 1987 και το 1988 ήταν το καθεστώς του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, μιας αυτόνομης περιοχής μέσα στο γειτονικό Αζερμπαϊτζάν, όπου πλειοψηφούν οι Αρμένιοι, το οποίο παραχωρήθηκε στο Αζερμπαϊτζάν το 1921 (για λεπτομέρειες σχετικά με τη διένεξη γύρω από το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, βλ. λ. Αζερμπαϊτζάν). Τα αιτήματα για την ένταξη του Ναγκόρνο-Καραμπάχ στην Αρμενική Σοβιετική Δημοκρατία διατυπώθηκαν ήδη από τις αρχές του 1988. Τον Φεβρουάριο του 1988 ένα εκατομμύριο Αρμένιοι έλαβαν μέρος σε διαδηλώσεις στο Ερεβάν για να υποστηρίξουν το αίτημα αυτό. Οι εκδηλώσεις οργανώθηκαν από μια ομάδα που έγινε γνωστή ως Επιτροπή του Καραμπάχ. Οι διώξεις των Αρμενίων στο Αζερμπαϊτζάν προκάλεσαν ανησυχία και οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν στις αρχές του 1988 υπό την ηγεσία της (επίσημα εκτός νόμου) Επιτροπής του Καραμπάχ. Στα τέλη εκείνου του χρόνου, το ζήτημα παραμερίστηκε προσωρινά, εξαιτίας ενός σεισμού 6,9 της κλίμακας Ρίχτερ που έπληξε τη βόρεια Α. στις 7 Δεκεμβρίου 1988, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρές ζημιές το Λενινακάν (σημερινό Γκιούμρι) και να καταστραφεί τελείως το Σπιτάκ. Περίπου 25.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν από τον σεισμό, ενώ στο αμέσως επόμενο διάστημα πραγματοποιήθηκαν συλλήψεις μελών της Επιτροπής του Καραμπάχ, οι οποίοι αφέθηκαν ελεύθεροι τον Μάιο του 1989.
Στη διάρκεια του 1989 σχηματίστηκαν οι πρώτες ανεπίσημες πολιτικές οργανώσεις στην Α., αλλά το κυρίαρχο ζήτημα παρέμενε το Καραμπάχ. Η αυξανόμενη απογοήτευση των Αρμενίων από την κεντρική σοβιετική κυβέρνηση για τον χειρισμό του ζητήματος του Καραμπάχ οδήγησε στη χαμηλή συμμετοχή στις εκλογές του 1990 για το αρμενικό Ανώτατο Σοβιέτ. Κανένα κόμμα δεν συγκέντρωσε την απόλυτη πλειοψηφία, αλλά το Αρμενικό Πανεθνικό Κίνημα, το διάδοχο σχήμα της Επιτροπής του Καραμπάχ, απέσπασε το 35% των εδρών και ο ηγέτης του, Λεβόν Τερ-Πετροσιάν επικράτησε έναντι του πρώτου γραμματέα του ΚΚ της Α. και εξελέγη πρόεδρος, ενώ ένα άλλο στέλεχος του κινήματος, ο Βαζγκέν Μανουκιάν, ορίστηκε πρωθυπουργός. Τον Αύγουστο του 1990 η αρμενική βουλή υιοθέτησε διακήρυξη κυριαρχίας και ζήτησε να αναγνωριστεί διεθνώς η γενοκτονία των Αρμενίων που διέπραξε η Τουρκία το 1915. Στα τέλη Νοεμβρίου το ΚΚ της Α. έγινε ανεξάρτητη οργάνωση και εξέλεξε νέο γραμματέα.
Η αρμενική κυβέρνηση αρνήθηκε να μετάσχει στις διαπραγματεύσεις για μια νέα συνθήκη της ΕΣΣΔ και επισήμως κήρυξε μποϊκοτάζ στο δημοψήφισμα που έγινε τον Μάρτιο του 1991. Αντίθετα, πραγματοποίησε δημοψήφισμα για την απόσχιση της Α. από την ΕΣΣΔ. Τον Απρίλιο του 1991 υπήρξε και πάλι ένταση ανάμεσα στους Αρμενίους και στους Αζέρους στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η αρμενική κυβέρνηση συνέχισε να αρνείται οποιαδήποτε άμεση ανάμειξη, τονίζοντας ότι οι επιθέσεις ήταν εκτός ελέγχου και υπεύθυνες ήταν οι δυνάμεις αυτοάμυνας του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Ωστόσο, το Αζερμπαϊτζάν υποστήριζε ότι η Α. είχε επιθετικό ρόλο στη σύγκρουση. Επιπλέον, η Α. άφησε να εννοηθεί ότι η Σοβιετική Ένωση υποστήριζε το Αζερμπαϊτζάν γιατί το τελευταίο είχε συμφωνήσει να υπογράψει τη νέα συνθήκη της Ένωσης, τιμωρώντας την Α. για τις κινήσεις της προς την ανεξαρτησία. Η μετριοπαθής πολιτική της νέας κυβέρνησης του Αρμενικού Πανεθνικού Κινήματος, ιδιαίτερα στην ανάπτυξη σχέσεων με την Τουρκία, προκάλεσε εσωτερικές επικρίσεις από πιο εθνικιστικές οργανώσεις, ιδιαίτερα από την Ένωση για την Εθνική Αυτοδιάθεση, η οποία συνέχισε να επιδιώκει την ανακατάληψη των εδαφών που είχε καταλάβει η Τουρκία μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο. Το ΚΚ της Α. επέκρινε επίσης την κυβέρνηση για την επιθυμία βελτίωσης των σχέσεων με την Τουρκία, όπως άλλωστε έκανε και η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία, γνωστή ως κόμμα Ντασνάκ, που είχε σχηματίσει την κυβέρνηση της ανεξάρτητης Α. την περίοδο 1918-20. Ωστόσο, η κυβέρνηση επέμενε ότι οι καλές σχέσεις με την Τουρκία ήταν απαραίτητες για την επιβίωση της χώρας.
Η πορεία προς την ανεξαρτησία και οι συγκρούσεις στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η απόπειρα πραξικοπήματος στη Μόσχα και τα γεγονότα του Αυγούστου 1991 συνέβαλαν στην επιτάχυνση της πορείας προς την ανεξαρτησία. Το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία που έγινε τον Σεπτέμβριο έδωσε συντριπτικό ποσοστό 99% υπέρ της ανεξαρτησίας. Αμέσως μετά, το ανώτατο σοβιέτ ανακήρυξε την Α. ανεξάρτητο κράτος. Ταυτόχρονα, σε συνεδρίαση του ΚΚ ψηφίστηκε η διάλυση του κόμματος, το οποίο ωστόσο μετονομάστηκε σε Αρμενικό Δημοκρατικό Κόμμα το 1993.
Στις εκλογές του Οκτωβρίου 1991 αναδείχτηκε νικητής ο Τερ-Πετροσιάν, ο οποίος στη συνέχεια υπέγραψε τη διακήρυξη της Άλμα-Άτα και έτσι η Α. προσχώρησε στην Κοινοπολιτεία των Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ), το διάδοχο σχήμα της ΕΣΣΔ. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν για ολόκληρο αυτό το διάστημα στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, το οποίο ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1991 είχε ανακηρυχθεί ανεξάρτητη δημοκρατία. Τον Ιανουάριο του 1992 ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν έθεσε την περιοχή υπό την άμεση προεδρική εξουσία και αντικατέστησε τους Αρμένιους αξιωματούχους με Αζέρους. Ταυτόχρονα, δυνάμεις του Αζερμπαϊτζάν περικύκλωσαν και επιτέθηκαν στο Στεπανακέρτ, την πρωτεύουσα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, ενώ οι Αρμένιοι πολιορκούσαν τη Σούσα. Τον Μάιο οι δυνάμεις των Αρμενίων κατέλαβαν τη Σούσα, εξασφαλίζοντας τον πλήρη έλεγχο του θυλάκου και τερματίζοντας τον βομβαρδισμό του Στεπανακέρτ. 
Με την κατάληψη της κοιλάδας του Λατσίν, οι Αρμένιοι κατόρθωσαν να ανοίξουν διάδρομο μέσα στο Αζερμπαϊτζάν και να ενώσουν το Ναγκόρνο-Καραμπάχ με την Α. Τον Ιούνιο του 1992 οι Αζέροι πραγματοποίησαν αντεπίθεση, με αποτέλεσμα νέα κύματα προσφύγων, και σε απάντηση των στρατιωτικών επιτυχιών των Αζέρων οι αρχές του Ναγκόρνο-Καραμπάχ κήρυξαν στρατιωτικό νόμο στην περιοχή τους. Οι οικονομικές συνθήκες στην Α. συνέχισαν να επιδεινώνονται κατά το 1992 και άρχισαν να σημειώνονται μεγάλες ελλείψεις τροφίμων και καυσίμων. Ο οικονομικός αποκλεισμός από το Αζερμπαϊτζάν και η συρροή προσφύγων στο Ερεβάν, ο πληθυσμός του οποίου διπλασιάστηκε, προκάλεσαν λαϊκή δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση του Τερ-Πετροσιάν. Τον Φεβρουάριο του 1993 πραγματοποιήθηκαν μεγάλες διαδηλώσεις καταγγελίας της κυβερνητικής πολιτικής, στις οποίες και επαναλήφθηκε το αίτημα για την παραίτηση του Αρμένιου προέδρου.
Η σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ συνεχίστηκε και το 1993, παρά τις μεσολαβητικές προσπάθειες. Οι Αρμένιοι πραγματοποίησαν σειρά επιτυχημένων επιθέσεων καταλαμβάνοντας τόσο τα εδάφη που είχαν χάσει όσο και εκτάσεις του Αζερμπαϊτζάν, ανοίγοντας δεύτερο διάδρομο μεταξύ της Α. και του θυλάκου. Στα μέσα του χρόνου οι Αρμένιοι έλεγχαν ολόκληρο το Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Το γεγονός αυτό προκάλεσε πολλές διεθνείς καταγγελίες, ιδιαίτερα από την Τουρκία και το Ιράν. Στα εσωτερικά, ο πρωθυπουργός Ροσρόβ Αρουτινιάν εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και αντικαταστάθηκε από τον Γκραντ Μπαγκρατιάν. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, που ζητούσαν την αποχώρηση των αρμενικών δυνάμεων, δεν εφαρμόστηκαν και τον Αύγουστο του 1993 οι Αρμένιοι κατείχαν το 20% του συνολικού εδάφους του Αζερμπαϊτζάν. Η Τουρκία και το Ιράν άρχισαν να κινητοποιούν δυνάμεις στις περιοχές κοντά στα σύνορα με την Α. και το Αζερμπαϊτζάν. Η Τουρκία διακήρυξε ότι δεν θα εξομαλύνονταν οι σχέσεις της με την Α. μέχρις ότου τερματιζόταν η αρμενική επίθεση στο Αζερμπαϊτζάν. Οι δυνάμεις των Αζέρων εξαπέλυσαν νέα μεγάλη αντεπίθεση τον Δεκέμβριο του 1993, ανακαταλαμβάνοντας κάποια εδάφη. Τον Φεβρουάριο του 1994 ο απολογισμός του πολέμου ήταν 18.000 νεκροί και 25.000 τραυματίες. Τον Μάιο, μετά από έντονες μεσολαβητικές προσπάθειες της ΔΑΣΕ και της Ρωσίας, υπογράφηκε νέα συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Τον Αύγουστο οι δύο πλευρές συμφώνησαν για ανταλλαγή αιχμαλώτων και τον Σεπτέμβριο συναντήθηκαν στη Μόσχα οι πρόεδροι των δύο χωρών. Μολονότι υπήρξε συμφωνία σε ορισμένα σημεία, ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Αλίεφ τόνισε ότι η οποιαδήποτε συμφωνία θα ήταν σε εξάρτηση από την άνευ όρων αποχώρηση των αρμενικών δυνάμεων από τα κατεχόμενα εδάφη του Αζερμπαϊτζάν. Διαφωνίες υπήρξαν επίσης για τη σύνθεση των ειρηνευτικών δυνάμεων που επρόκειτο να αναπτυχθούν στη ζώνη των συγκρούσεων.
Ο χειμώνας του 1993 ήταν ο τρίτος χειμώνας για τους Αρμενίους χωρίς θέρμανση και ηλεκτρισμό για μεγάλες περιόδους. Αρκετές δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι μετανάστευσαν από την Α. για να αποφύγουν τις οικονομικές και κοινωνικές δυσχέρειες. Στα μέσα του 1994 τα κόμματα της αντιπολίτευσης οργάνωσαν μαζικές διαδηλώσεις στο Ερεβάν. Τον Οκτώβριο του 1994 συγκροτήθηκε ένα νέο αντιπολιτευτικό κίνημα, με την ονομασία Ένωση Συμφωνίας των Πολιτών, το οποίο ανέλαβε τον συντονισμό της αντικυβερνητικής εκστρατείας. Διαφωνίες εκφράστηκαν και στο ανώτατο συμβούλιο γύρω από τη σύνταξη του νέου συντάγματος, καθώς η πρόταση του προέδρου προέβλεπε εκτεταμένες προεδρικές εξουσίες και περιορισμένο ρόλο για τη βουλή, ενώ η πρόταση της αντιπολίτευσης προέβλεπε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα με περιορισμένες τις εξουσίες του προέδρου.
Το 1995 επισφαλής κατάπαυση του πυρός επικρατούσε στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, ενώ οι μεσολαβητικές προσπάθειες δεν σταμάτησαν στο ενδιάμεσο διάστημα. Το Αζερμπαϊτζάν προσφέρθηκε να παραχωρήσει αυτονομία στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, εάν οι αρμενικές δυνάμεις αποχωρούσαν από το αμφισβητούμενο αυτό έδαφος, ενώ οι Αρμένιοι του Ναγκόρνο-Καραμπάχ επέμεναν στην ανεξαρτησία τους από το Αζερμπαϊτζάν. Οι πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές με βάση το νέο σύνταγμα της χώρας διεξήχθησαν τον Ιούλιο του 1995, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1996 έγιναν οι προεδρικές εκλογές. Σε αυτές, ο πρόεδρος Λεβόν Τερ-Πετροσιάν επανεξελέγη για άλλα πέντε χρόνια. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο πρωθυπουργός Μπαγκρατιάν παραιτήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Αράμ Σαρκισιάν.
Τον Μάρτιο του 1997 ο Σαρκισιάν παραιτήθηκε επικαλούμενος λόγους υγείας και αντικαταστάθηκε δύο εβδομάδες αργότερα από τον Ρόμπερτ Κοτσαριάν, πρώην πρόεδρο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, κάτι που ερμηνεύτηκε ως κίνηση του Τερ-Πετροσιάν για να εξομαλύνει την ένταση στη χώρα. Τον Φεβρουάριο του 1998, όμως, ο Τερ-Πετροσιάν παραιτήθηκε κάτω από έντονες πιέσεις. Ο πρωθυπουργός Κοτσαριάν εξελέγη πρόεδρος στις εκλογές του Μαρτίου που ακολούθησαν, με ποσοστό σχεδόν 60%, και πρωθυπουργός ανέλαβε ο μέχρι πρότινος υπουργός Οικονομικών, Αρμέν Νταρμπινιάν. Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 1999, την πλειοψηφία απέσπασε ο συνασπισμός του υπουργού Άμυνας Σαρκισιάν και του πρώην κομουνιστή ηγέτη Καρέν Ντερμισιάν, και πρωθυπουργός ανέλαβε ο πρώτος, ενώ ο Ντερμισιάν έγινε πρόεδρος του κοινοβουλίου. Όμως, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους μια ομάδα ενόπλων που δήλωσαν πως υποστήριζαν μια υπερεθνικιστική ομάδα, εισέβαλε στο κτίριο του κοινοβουλίου και δολοφόνησε τον Ντερμισιάν και έξι ακόμη πολιτικούς. Νέος πρωθυπουργός ανέλαβε ο Αράμ Σαρκισιάν. Τον Φεβρουάριο του 2000 υπήρξε αναδιάρθρωση στην κυβέρνηση, με τα υπουργεία να μειώνονται από 24 σε 17. Όμως, τον Μάιο ο πρόεδρος Κοτσαριάν απέσυρε τον Σαρκισιάν από τη θέση του, και πρωθυπουργός ανέλαβε ο πρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, Αντρανίκ Μαρκαριάν. Από τότε παραμένει πάντως ένταση στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας, με σποραδικές δολοφονίες πολιτικών και κατηγορίες για διαφθορά.Εκπρόσωπος της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν, σε συνομιλίες στη Φιλανδία για την εξεύρεση ειρηνικής λύσης στο ζήτημα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας της Αρμενίας Ρόμπερτ Κοτσαριάν διετέλεσε πρωθυπουργός της χώρας από το 1997 έως το 1998 (φωτ. ΑΠΕ).

    Λογοτεχνία 
Τον 5ο αι. μ.Χ. ο Μεσρόπ (εξελλ. Μεσρόπιος), ένας από τους πατέρες της αρμενικής λογοτεχνίας, μαζί με τον Σαχάκ (ή Ισαάκ), τον μέγα αρχηγό της Αρμενικής Εκκλησίας, δημιούργησε ένα αρμενικό αλφάβητο με βάση το ελληνικό και κατά ένα μέρος το συριακό· αρχικά περιείχε 36 γράμματα, στα οποία προστέθηκαν τον 12ο αι. δύο νέα ψηφία, τα ελληνικά φ και ω. Εμφανίστηκε έτσι μια γραπτή λογοτεχνία που εξελίχθηκε σε σημαντική έκφραση του χριστιανικού πολιτισμού. Η Βιογραφία του Μεσρόπ υπήρξε το πρώτο βιβλίο γραμμένο σε αρμενική γλώσσα. Από τότε ο αρμενικός πολιτισμός άρχισε να απαλλάσσεται από τις έως τότε βαθιές επιδράσεις της συριακής γλώσσας και λογοτεχνίας, για να στραφεί προς τη Δύση και να συσφίξει όλο και περισσότερο τους δεσμούς με την ελληνική εκκλησιαστική λογοτεχνία. Ο Μεσρόπ και ο Σαχάκ ίδρυσαν μία ακαδημία, η αποστολή της οποίας γίνεται διακριτή από την ονομασία της: Σχολή των Μεταφραστών. Μέχρι τον 11ο αι., οι Αρμένιοι λόγιοι είχαν μεταφράσει από τα ελληνικά κυρίως θρησκευτικά έργα, από την Αγία Γραφή έως τα λειτουργικά βιβλία και τα έργα των Πατέρων. Τα πρωτότυπα έργα έχουν χαρακτήρα προπάντων ιστοριογραφικό και μέσα από αυτά διαφαινόταν, συγκεχυμένα ακόμα, η θέληση δημιουργίας ενός αυτόνομου πολιτισμού. Τον 18ο αι. ο καθολικός Αρμένιος μοναχός Μεχιτάρ από τη Σεβάστεια ίδρυσε το τάγμα και τη μονή των μεχιταριστών. Σε ένα παράρτημα της σχολής, το οποίο βρισκόταν στο νησί Άγιος Λάζαρος της Βενετίας, είχαν εγκαταστήσει σχολή και τυπογραφείο, τυπώνοντας γραμματικές, λεξικά και μεταφράσεις των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων σε νεοαρμενική γλώσσα, διαφορετική από την εκκλησιαστική και λόγια αρμενική γλώσσα. Η νέα αυτή γλώσσα καθιερώθηκε από το 1850 και μετά· την εποχή εκείνη σημειώθηκε μία αποφασιστική στροφή προς την αρμενική λογοτεχνία, η οποία έπαψε πλέον να δέχεται θρησκευτικές επιδράσεις και χαρακτηρίστηκε από έντονα πατριωτικά αισθήματα. Κύριος εκφραστής της τάσης αυτής υπήρξε το μυθιστόρημα, το οποίο και ακολούθησε το ρεαλιστικό και κοινωνικό ρεύμα, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας. Στη γλώσσα αυτή έγραψαν οι Αρμένιοι λογοτέχνες του 19ου και του 20ού αι., όπως ο ποιητής Αρσιάκ Τσιομπανιάν. Ιδιαίτερο κύρος είχε επίσης η προσωπικότητα του Χατσατούρ Αμποβιάν (1804-1848), που πρώτος χρησιμοποίησε την ομιλούμενη αρμενική γλώσσα. 
Οι μεταρρυθμίσεις (Τanzimats) που αναγκάστηκε να υιοθετήσει η οθωμανική Υψηλή Πύλη (1850 και 1870) εγκαινίασαν μία εξαιρετικά ζωντανή και πλούσια πολιτιστική περίοδο για την αρμενική λογοτεχνία. Στο δεύτερο μισό του 19ου και στο πρώτο μισό του 20ού αι. η έντονη λογοτεχνική παραγωγή αριθμούσε πολλούς συγγραφείς, μεταξύ των οποίων διακρίθηκαν ο Ράφι (1835-1888) και ο Αλεξέι Σιρβανζαντέ (1858-1935) στην πεζογραφία και ο Οβανές Τουμανιάν (1869-1923) στην ποίηση. Το τέλος αυτής της περιόδου ακμής ήταν τραγικό, καθώς οι σφαγές του 1914-15 οδήγησαν τους Αρμένιους στη διασπορά και σήμαναν την οριστική εγκατάλειψη της ανατολικής Α. 
Μετά το 1921, έτος κατά το οποίο η Α. του Καυκάσου αποτέλεσε τμήμα της ΕΣΣΔ, η λογοτεχνική δραστηριότητα των Αρμενίων διαχωρίστηκε στη λογοτεχνία της διασποράς και στην αρμενοσοβιετική λογοτεχνία. Η λογοτεχνία της σοβιετικής Α., που πρακτικά δεν έχει σχέση με εκείνη της διασποράς, δέχτηκε τις επιδράσεις και τους προσανατολισμούς της ρωσικής κουλτούρας, γνωρίζοντας μια πρώτη φάση φουτουριστικής πρωτοπορίας, ενώ στη συνέχεια κυριάρχησε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, κυριότερος εκπρόσωπος του οποίου υπήρξε ο Ελίζε Κάρεντς (1897-1937). 
Οι ριζικές αλλαγές που άρχισαν στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και διήρκεσαν μέχρι το 1991 (διάλυση της ΕΣΣΔ) επέδρασαν βαθιά στην αρμενική κουλτούρα. Η αρμενική λογοτεχνία της διασποράς χαρακτηρίζεται, αντίθετα, από μια εντονότατη κατάτμηση σε διάφορα πολιτιστικά κέντρα, αποτέλεσμα των διώξεων που υπέστησαν οι Αρμένιοι στις αρχές του 20ού αι. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την καταστροφή του συνεκτικού λογοτεχνικού ιστού, έτσι ώστε η παραγωγή, πλούσια και γόνιμη, να μην παρουσιάζει ούτε κοινά χαρακτηριστικά ούτε μια ενιαία εξελικτική πορεία, αλλά να απηχεί μάλλον την πολλαπλότητα των πολιτιστικών κέντρων στα οποία αναπτύσσεται. Πολλοί Αρμένιοι συγγραφείς, δεύτερης και τρίτης γενιάς, επέλεξαν να γράψουν στη γλώσσα της χώρας υποδοχής, που ήταν πλέον η δική τους, όπως οι Αμερικανοί Γουίλιαμ Σαρογιάν, Σουρμελιάν και Μάικλ Άρλεν ο νεότερος ή οι Γάλλοι Ανρί Τρουαγιά και Α. Αντάμοφ. Στη δεκαετία του 1980 διακρίθηκαν οι πεζογράφοι Βάχε Κάτσα, Ντ. Μ. Τόμας, Μ. Μελκονιάν, Γ. ντερ Αλεξανιάν, καθώς και ο ποιητής Βάχε Γκόντελ. Μεγαλύτερος σύγχρονος ποιητής θεωρείται ο Ισαακιάν.Μικρογραφία από το Ευαγγελιάριο του Ετσμιατζίν (Ερεβάν) (φωτ. Igda).

    Τέχνη 
Για αρμενική τέχνη δεν μπορεί να γίνεται ουσιαστικά λόγος παρά μόνο από το πρώτο μισό της 1ης χιλιετίας π.Χ. (9ος-6ος αι. π.Χ.), δηλαδή μετά τον σχηματισμό του βασιλείου των Ουραρτού. Από τον 3ο αι. π.Χ. έως τον 3ο αι. μ.Χ. η Α. δέχτηκε ελληνιστικές και ρωμαϊκές επιδράσεις. Την περίοδο αυτή κυριάρχησε η γλυπτική με ορειχάλκινα και χρυσά αγάλματα θεοτήτων (ορειχάλκινο κεφάλι της θεάς Αναΐτ). Κατά τον 6ο αι. μ.Χ. η αρμενική τέχνη απέκτησε δική της φυσιογνωμία έπειτα από τη διαμόρφωση των πολιτικών θεσμών της χώρας και την είσοδό της στον χριστιανικό κόσμο, καθώς και με τις συχνές επαφές της με το Βυζάντιο, τους διάφορους λαούς του Καυκάσου και τους Άραβες.
Εκτός από έργα μνημειακού χαρακτήρα του 7ου αι. μ.Χ., ψηφιδωτά και τοιχογραφίες σε διάφορες εκκλησίες, η αρμενική ζωγραφική χαρακτηρίζεται από μικρογραφίες που είναι εξαιρετικά λεπτοδουλεμένες και διακρίνονται για τον ρεαλισμό τους και τις σωστά αφομοιωμένες βυζαντινές επιρροές· κοσμούν πλήθος ψαλτήρια και ευαγγελιάρια, εμφανίζοντας μια περίοδο ακμής από τον 13ο έως τον 15ο αι. Από τον 15ο έως τον 19ο αι. διαμορφώθηκαν πολλές σχολές ζωγραφικής και εμφανίστηκαν ζωγράφοι διακόσμησης εκκλησιών και κατοικιών, καθώς και προσωπογράφοι, όπως η ονομαστή καλλιτεχνική οικογένεια Οβναντανιάν (17ος-19ος αι.). Τον 20ό αι. παρουσιάστηκαν νέες αναζητήσεις στην αρμενική ζωγραφική, προσανατολισμένες προς τη δυτική Ευρώπη και ιδιαίτερα προς τον γαλλικό ιμπρεσιονισμό, ενώ ορισμένοι καλλιτέχνες επιχείρησαν ανασύνδεση με την παράδοση.
Η αρμενική αρχιτεκτονική της παλαιοχριστιανικής περιόδου χαρακτηρίζεται από μια ενδιαφέρουσα ποικιλία μορφών και επιδράσεων. Βασική αιτία υπήρξε ο συγκρητισμός ελληνικών και ρωμαϊκών στοιχείων με μεσοποταμιακά και περσικά, λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας. Η εμφάνιση του χριστιανισμού, που έφτασε στην Α. μέσω της Συρίας, και η ταύτιση της θρησκείας με το εθνικό αίσθημα (δύο έννοιες που οι Αρμένιοι υπερασπίστηκαν με σθένος) εξηγούν την εξαιρετική άνθηση της εκκλησιαστικής τέχνης, η οποία ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους εμφανίζει κάποια ιδιαίτερα στοιχεία· για παράδειγμα, η έδραση των τρούλων σε τύμπανα σχετίζεται άμεσα με ένα όραμα του αγίου Γρηγορίου και αποτέλεσε πρότυπο για κάθε είδους ναϊκό κτίσμα. Τον 6ο και 7ο αι. μ.Χ. συναντώνται παράλληλα εκκλησίες που ανήκουν στον τύπο της βασιλικής, περίκεντρα κτίρια με κυκλική κάτοψη και σταυροειδείς ναοί με τρούλο. Η σημαντικότερη, όμως, περίοδος της αρμενικής αρχιτεκτονικής τοποθετείται στον 11ο και 12ο αι., εποχή που η χρήση του οξυκόρυφου τόξου γενικεύτηκε στην Α. και στη Συρία. Η αρχιτεκτονική αυτή εμφανίζεται ως μια εξαιρετικά λαμπρή παραλλαγή μορφών βυζαντινής προέλευσης. 
Όσον αφορά την κοσμική αρχιτεκτονική, τα σχετικά λίγα μνημεία χαρακτηρίζονται από λιτά και αυστηρά κατασκευαστικά πρότυπα, άμεσα συσχετιζόμενα με το κλίμα και την κατάσταση ανασφάλειας που επικρατούσε (λίγα και στενά παράθυρα).
Η γλυπτική είναι βασικά αρχιτεκτονική και χαρακτηρίζεται από χαμηλά ανάγλυφα. Εκτός από τις διακοσμήσεις ναών (εκκλησία του Αχταμάρ, 10ος αι.), χαρακτηριστικά έργα αποτελούν τα επιτύμβια ανάγλυφα ή τα Χατσκάρ (λίθινες στήλες με σταυρό στο κέντρο). Το κάστρο του Χάμπερτ (7ος αι.), το μοναδικό καλά διατηρημένο κοσμικό μνημείο της Αρμενίας (φωτ. Πρεσβεία Αρμενίας).Ναός στο Γκάρνι (1ος αι. μ.Χ.), αφιερωμένος στον θεό του Ήλιου. Οι πέτρες των Κυκλώπων (6ος αι. π.Χ.), πιστεύεται ότι αποτελούν αρχαίο αστεροσκοπείο (φωτ. Πρεσβεία Αρμενίας).Το μοναστήρι του Σανκμοσαβάκ βρίσκεται κοντά στην ομώνυμη πόλη, πολιτισμικό κέντρο της μεσαιωνικής Αρμενίας (φωτ. Πρεσβεία Αρμενίας).
Το μοναστήρι του Κετσαρίς (13ος αι.), αντιπροσωπευτικό δείγμα της αρμενικής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής.

    Μουσική
Στην ιστορία του αρμενικού πολιτισμού η μουσική διατηρούσε ανέκαθεν έναν χαρακτήρα αυτονομίας, αναμεμειγμένη με βουκολικά στοιχεία. Τα τυπικά εορταστικά άσματα προέρχονταν από τις παλιές ραψωδίες (ασούγκ)· αναφέρονται στα γεγονότα της αρχαιότητας και στα κατορθώματα των ηρώων (όπως για παράδειγμα του Βεράν, μυθικού κυνηγού τεράτων) και γνώρισαν αξιοσημείωτη άνθηση με τη λαϊκή τους μορφή χωρίς δυτικές επιδράσεις. Η μουσική των ασούγκ συνεχίστηκε χωρίς διακοπή μέχρι τις αρχές του 19ου αι., βρίσκοντας τον ιδανικότερο βάρδο της στο πρόσωπο του ποιητή και συνθέτη Χαρουτιούμ (γνωστότερος με το όνομα Σαγιάθ Νοβά) που έπεσε θύμα της περσικής κυριαρχίας το 1795.
Τα μουσικά όργανα που συνοδεύουν τα άσματα αυτά υπήρχαν από την εποχή των Χετταίων. Η έντεχνη μουσική παράδοση ακολούθησε την ιστορική πορεία της Αρμενικής Εκκλησίας, που οδήγησε τον 6ο αι. στον μονοφυσιτισμό και σε μια ιδιαίτερη μορφή λατρείας που συνοδεύεται από την αρμενική λειτουργία. Η έντεχνη αυτή μουσική, όσο και αν επηρεάστηκε σιγά-σιγά από τη λειτουργική παράδοση των Σύρων και των Βυζαντινών, διατήρησε για πολύ καιρό ένα αυτόνομο μουσικό σύστημα και μια δική της σημειογραφία, με χαρακτηριστικά σημεία ή νεύματα που αποκρυπτογραφήθηκαν πρόσφατα και όχι στο σύνολό τους.
Το έργο της περισυλλογής και της αποκρυπτογράφησης ξεκίνησε από τον Μπάμπα Χαμπαρζούμ Λιμονζιάν (1768-1839), ο οποίος διατύπωσε ένα νέο μουσικό σύστημα. Το 1874 δημοσιεύτηκαν οι πρώτοι τόμοι με ιερούς ύμνους που παρουσιάζουν αξιόλογο μελωδικό και αρμονικό ενδιαφέρον και οι οποίοι ολοκληρώθηκαν αργότερα με εκείνους που μελετήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη το 1934, επιβεβαιώνοντας την ποικιλία και την πρωτοτυπία της αρμενικής θρησκευτικής μουσικής. Μετά τη διείσδυση της δυτικής μουσικής, το ενδιαφέρον των ερευνητών και των μουσικών στράφηκε, σύμφωνα με το παράδειγμα του Μπέλα Μπάρτοκ, στην έρευνα και στη συστηματοποίηση του αρμενικού φολκλόρ. Το έργο αυτό έχει αναλάβει ένα ειδικό ινστιτούτο για τη μελέτη του λαϊκού αρμενικού τραγουδιού, που ιδρύθηκε στην πρωτεύουσα Ερεβάν. Οι σύγχρονοι συνθέτες αρμενικής καταγωγής, όπως ο Μελικιάν και ο Σπεντιάροφ, εμπνεύστηκαν σχεδόν στο σύνολό τους από την παραδοσιακή μουσική. Ο διασημότερος από αυτούς, ο Αράμ Χατσατουριάν (1903-1978) εισήγαγε στη δυτική συμφωνική φόρμα μια γνήσια αρμενική μελωδική γραμμή.

    Ο ελληνισμός στην Αρμενία 
Χώρα παραδοσιακά συνδεδεμένη με τον ελληνικό κόσμο, τόσο λόγω θρησκευτικών όσο και λόγω εμπορικών δεσμών, η Α. είχε πάντοτε μια ανθηρή ελληνική κοινότητα· κάτι αντίστοιχο συνέβη και στην Ελλάδα, η οποία υποδέχτηκε πλήθος Αρμενίων της διασποράς, ιδιαίτερα μετά τις σφαγές του 1915. Σήμερα στην Α. ζουν περίπου 15.000 Έλληνες, σύμφωνα με στοιχεία του Αρχείου Ομογενειακών Οργανώσεων.
    Read 1161 times

    More in this category: « Αρμενία Αρμενία »

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.