Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012 12:19

    Απουλία

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    Απουλία (ιταλ. Puglia). Διοικητικό διαμέρισμα (19.347 τ. χλμ., 3.983.487 κάτ. το 2001) της Ιταλίας, που εκτείνεται στο νοτιοδυτικό άκρο της Ιταλικής χερσονήσου, με πρωτεύουσα το Μπάρι (βλ. λ.). Στα Ν και ΝΑ βρέχεται από το Ιόνιο πέλαγος και την Αδριατική θάλασσα αντίστοιχα, ενώ συνορεύει με τις περιοχές Μόλιζε στα ΒΔ, Καμπανία και Βασιλικάτα στα Δ. 
Το έδαφός της, αν και δεν διαθέτει μεγάλα βουνά (υψηλότερο όρος το Μόντι Κορνάλια, 1.454 μ.), είναι τραχύ εξαιτίας των αραιών βροχοπτώσεων και της απουσίας υδάτινων ρευμάτων. Από γεωμορφολογική άποψη, κυριαρχούν μικρές πεδιάδες και χαμηλά οροπέδια με απότομες πλαγιές, συχνά εύφορες, όπου η καλλιέργεια γίνεται με αναβαθμίδες (πεζούλες). Η χερσόνησος Γκαργκάνο στα ΒΑ αποτελεί τον κύριο ορεινό όγκο της περιοχής. Στην ιδιαίτερη φύση του αναγλύφου και στις λίγες βροχοπτώσεις οφείλεται και η έλλειψη σημαντικού επιφανειακού υδρογραφικού δικτύου. Αντίθετα, λόγω της παρουσίας πολλών καρστικών φαινομένων, το υπόγειο υδρογραφικό δίκτυο της περιοχής είναι πλούσιο. Κατά συνέπεια, η Α. αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα ως προς την επάρκεια πόσιμου νερού, το οποίο και μεταφέρεται μέσω συστήματος αγωγών από τα Απένινα όρη (Απουλιανό Υδραγωγείο, το μεγαλύτερο της Ιταλίας).
Κύριο χαρακτηριστικό της περιοχής είναι η ανάπτυξη των καλλιεργειών αμπέλου, ελιάς και αμυγδαλιάς. Η κτηνοτροφία περιορίζεται στην εκτροφή αιγοπροβάτων, ενώ στον τομέα της αλιείας σημαντική ανάπτυξη παρουσιάζει η καλλιέργεια μυδιών (μυτιλοκαλλιέργεια) και η εκμετάλλευση της Αδριατικής ως περάσματος για κοπάδια ψαριών. Η βιομηχανία είναι κυρίως ανεπτυγμένη στους τομείς επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων και τροφίμων (λάδι, σαπούνι, κρασιά, οινοπνευματώδη, ζυμαρικά, άλευρα, κυτταρίνη)· υπάρχουν επίσης πετρελαιοχημικές βιομηχανίες (Μπρίντιζι), βιομηχανίες τσιμέντου και σιδηρουργικές (Τάραντας) και διυλιστήρια πετρελαίου.
Εκτός από την πρωτεύουσα Μπάρι, άλλες σημαντικές πόλεις της Α. είναι ο Τάραντας (ιταλ. Taranto) και η Φότζια, καθώς και οι μικρότερες Μπρίντιζι (σημαντικό λιμάνι στη γραμμή που συνδέει την Ελλάδα με την Ιταλία), Άντρια και Λέτσε (βλ. αντίστοιχα λήμματα).

    Ιστορία. Η Α. πρέπει να πρωτοκατοικήθηκε από φύλα που προήλθαν από την Ιλλυρία, τα οποία είχαν επαφές με Έλληνες κατά τους πρώιμους ιστορικούς χρόνους. Ορισμένα από τα φύλα που κατοικούσαν στην περιοχή ήταν οι Δαυνιείς, οι Ιάπυγες και οι Άπουλοι (βλ. λ. Άπουλοι· Δαυνία· Ιάπυγες). Α. ονομαζόταν αρχικά το βόρειο τμήμα της περιοχής, ενώ το νότιο ονομαζόταν Καλαβρία· σήμερα, η ονομασία αυτή αντιπροσωπεύει γενικά τη νοτιοανατολική άκρη της Ιταλικής χερσονήσου (την αποκαλούμενη μύτη της ιταλικής μπότας). 
Η περιοχή αποτέλεσε σημαντικό κέντρο του ελληνικού αποικισμού· ο Τάραντας ήταν μία από τις σπουδαιότερες δωρικές αποικίες. Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση (κατάκτηση του Τάραντα το 272 π.Χ. στα πλαίσια των Σαμνιτικών πολέμων) η Α. έφτασε στους αυτοκρατορικούς χρόνους σε αξιόλογη οικονομική άνθηση, κυρίως λόγω της πλεονεκτικής γεωγραφικής της θέσης, που την κατέστησε κέντρο των εμπορικών οδών της Ανατολής. Μετά την πτώση της αυτοκρατορίας, η περιοχή υπέστη πολυάριθμες λεηλασίες από Λογγοβάρδους και Φράγκους. Ακολούθησε μια περίοδος κυριαρχίας των Βυζαντινών μέχρι τον 11ο αι., οπότε ο Μέλης, με τη βοήθεια των Νορμανδών, οργάνωσε επανάσταση που οδήγησε στη νορμανδική κατάκτηση. Στην αρχή της νορμανδικής κυριαρχίας, η Α. αποτέλεσε κομητεία (1042) υπό τον Γουλιέλμο Μπράτσο Ντι Φέρο και ύστερα δουκάτο υπό τον Ροβέρτο Γυϊσκάρδο (1059). Στα τέλη του 11ου αι. ενώθηκε με το βασίλειο της Σικελίας· δύο αιώνες αργότερα, αποτέλεσε προσφιλή τόπο παραθερισμού των αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και άκμασε σημαντικά, κυρίως επί Φρειδερίκου Β’. Με το πέρας της περιόδου αυτής, η Α. ακολούθησε μια μάλλον παρακμάζουσα πορεία που σχετιζόταν άμεσα με αυτήν του ιταλικού κράτους, με το οποίο και ενώθηκε το 1861.

    Αρχαιολογία-Τέχνη. Έχει επιβεβαιωθεί η ανθρώπινη παρουσία στην Α. από τη νεότερη παλαιολιθική εποχή, όπως μαρτυρούν τα πολυάριθμα αμυγδαλοειδή λίθινα εργαλεία στην ορεινή περιοχή του Γκαργκάνο και τα υπολείμματα δραστηριότητας του σπηλαίου Ρομανέλι. Κατά τη νεολιθική και τη χαλκολιθική εποχή, η Α. άγγιξε αξιόλογο καλλιτεχνικό επίπεδο παράγοντας αντικείμενα από πυριτόλιθο και οψιδιανό, καθώς και έναν αξιόλογο τύπο γραπτών πήλινων αγγείων που ονομάζεται απουλιανός-ματερανός.
Στην εποχή του Χαλκού οι πολιτιστικοί ορίζοντες της περιοχής διευρύνθηκαν. Οι κάτοικοι ήρθαν σε επαφή με τον πολιτισμό των Απενίνων, απ’ όπου άντλησαν και αφομοίωσαν τις νέες αρχιτεκτονικές εμπειρίες των μεγαλιθικών μνημείων (ντόλμεν, μενίρ). Τα έργα αυτά χαρακτήρισαν την τέχνη του τόπου έως τον 8ο αι. π.Χ., οπότε εμφανίστηκε μια εξελιγμένη κεραμική με πρωτότυπα σχήματα αγγείων και γεωμετρικές διακοσμήσεις.
Από τα αρχαιότερα μνημεία της ιστορικής εποχής, τα πιο σημαντικά είναι οι οχυρώσεις ορισμένων μεσσαπικών κέντρων, όπως τα τείχη της Μαντούρια· το παλαιότερο τμήμα τους χρονολογείται τον 5ο αι. π.Χ., ενώ άλλα έργα, όπως τα τείχη του Λέτσε, ανάγονται στον 4ο και 3ο αι. π.Χ. Χαρακτηριστικό δείγμα αρχιτεκτονικής της Α. αποτελούν οι περίφημοι τρούλοι (trulli, κτίρια με ψευδοεκφορικό θόλο). Είχαν χαρακτηριστεί μεγαλιθικά μνημεία, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν μεταγενέστερες πρωτόγονες μονώροφες κατοικίες, στεγασμένες με κωνικούς μικρούς τρούλους και βρίσκονται συγκεντρωμένες στο Αλμπερομπέλο (περισσότερες από χίλιες), στο Πουντινιάνο και στη Μαρτίνα Φράνκα. Το Αλμπερομπέλο χαρακτηρίστηκε μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς από την ΟΥΝΕΣΚΟ το 1996.
Όσον αφορά την αρχαία παραγωγή, από τα τέλη του 5ου έως τις αρχές του 3ου αι. π.Χ. τα αποκαλούμενα ιταλιωτικά ή απουλιανά αγγεία της Α., στενά συνδεδεμένα με την τεχνική των αττικών ερυθρόμορφων αγγείων, αποτελούν πολύτιμα τεκμήρια για τη ζωγραφική της εποχής. Οι ρωμαϊκοί χρόνοι αντιπροσωπεύονται κυρίως στην αρχιτεκτονική της Α. με τη γέφυρα της Κανόσα, το υδραγωγείο του Μποβίνο, τα αμφιθέατρα του Λέτσε, της Λουτσέρα και της Κανόσα, ενώ ο γνωστός Κολοσσός της Μπαρλέτα, άγαλμα ίσως του αυτοκράτορα Μαρκιανού (450-457 μ.Χ.) αποτελεί χαρακτηριστική έκφραση πλαστικής της ύστερης αρχαιότητας και περιήλθε στην πόλη στις αρχές του 13ου αι., όταν ναυάγησε το ενετικό πλοίο που το μετέφερε από την Κωνσταντινούπολη. Τα δείγματα της τέχνης του πρώιμου Μεσαίωνα είναι σπάνια και όχι ιδιαίτερα αξιόλογα. Εξαίρεση αποτελούν τα γλυπτά κιονόκρανα και τα θωράκια της κρύπτης στη μητρόπολη του Τάραντα, καθώς και τα ψηφιδωτά του τρούλου και του ιερού στο παρεκκλήσι του Καζαρανέλο (5ος αι.).
Στον 10ο αι. ανήκουν οι αρχαιότερες από τις πολυάριθμες τοιχογραφικές διακοσμήσεις στα λαξευμένα στους βράχους κελιά, στα παρεκκλήσια και στους ναούς των ορθόδοξων βασιλειανών μοναχών. Τα έργα αυτά έχουν αναλογίες στην τεχνοτροπία με τις τοιχογραφίες των μονολιθικών εκκλησιών της Μικράς Ασίας.
Το κυριότερο μνημείο της ρομανικής απουλιανής τέχνης είναι η βασιλική του Αγίου Νικόλαου στο Μπάρι. Πρόκειται για έργο πρωτότυπο στο σύνολό του, με απλές και αυστηρές γραμμές παρά τις ευδιάκριτες λομβαρδικές επιδράσεις. Πολλές άλλες εκκλησίες της περιοχής έχουν αντλήσει από τη βασιλική αυτή την έμπνευσή τους, όπως οι μητροπόλεις του Τράνι (τέλη 11ου αι.), του Μπάρι (12ος αι.), του Μπιτόντο (12ος αι.) και του Ρούβο (αρχές 13ου αι.), αρχιτεκτονήματος με ιδιότυπη πρόσοψη, ενώ η Παναγία του Σιπόντο και η μητρόπολη της Τρόια (που άρχισε το 1093) έχουν επηρεαστεί από τη ρομανική τέχνη της Πίζα.
Στη γλυπτική, παράλληλα με τις βυζαντινές, αναγνωρίζονται και μουσουλμανικές επιρροές, ιδιαίτερα αισθητές στον επισκοπικό θρόνο της μητρόπολης της Κανόσα (περ. 1080). Αξιόλογες είναι και ορισμένες χάλκινες θύρες του 11ου και 12ου αι.: η δίφυλλη στον ναό του Αρχάγγελου Μιχαήλ στο Μόντε Σαντ’ Άντζελο που διακοσμείται με θαυμάσιες ανάγλυφες παραστάσεις· η θύρα του μαυσωλείου του Βοημόνδου (1111) στην Κανόσα και του μητροπολιτικού ναού της Τρόια (1127), όπου τα βυζαντινά μοτίβα αναμειγνύονται με δυτικά· η θύρα του καθεδρικού ναού του Τράνι (1175), έργο του Μπαριζάνο ντα Τράνι. Πρέπει επίσης να αναφερθούν δύο άλλα σημαντικά έργα της ίδιας περιόδου: οι μικρογραφίες του ειληταρίου Εxultet της μητρόπολης του Μπάρι (11ος αι.) και το λαμπρό δάπεδο του καθεδρικού ναού του Τάραντα, έργο του Πανταλεόνε (1163-66).
Η ζωγραφική παρέμεινε προσηλωμένη στους βυζαντινούς τρόπους μέχρι το τέλος του 14ου αι. Μόνο κατά τον επόμενο αιώνα άρχισαν να παρατηρούνται επιδράσεις της τοσκανικής τέχνης του 14ου αι. (τοιχογραφίες της Αγίας Αικατερίνης στην Γκαλατίνα).
Η μπαρόκ αρχιτεκτονική της Α. διακρίνεται για την πρωτοτυπία και το εκπληκτικό ποιοτικό της επίπεδο. Είναι αποτέλεσμα συνεργασίας αρχιτεκτόνων και ικανότατων τεχνιτών στη λάξευση μιας μαλακής και φωτεινής πέτρας. Τα αντιπροσωπευτικότερα μνημεία βρίσκονται στο Λέτσε, την αποκαλούμενη και Φλωρεντία του μπαρόκ: η εκκλησία του Αγίου Σταυρού (Santa Croce, τέλη 17ου αι.), όπου εργάστηκαν ο Μπέλι Ριτσιάρντι, ο Φραντζέσκο Αντόνιο Τζιμπάλο και ίσως ο Τζουζέπε Τζιμπάλο· η μητρόπολη (1670-82), έργο του Τζουζέπε Τζιμπάλο· η ιερατική σχολή (1694-1709) του Τζουζέπε Τσίνο. Με το μπαρόκ του Λέτσε κλείνει ουσιαστικά η ιστορία της τέχνης της Α.Η πρόσοψη του ρομανικού καθεδρικού ναού του Μπιτόντο (12ος αι.), στην Απουλία της Ιταλίας (φωτ. Tomsich).Μεσσαπική «τροτσέλα» της περιοχής της Απουλίας στην Ιταλία (Μουσείο του Λέτσε, Ιταλία).Ο πολιτισμός των Απούλων χαρακτηρίζεται από στοιχεία σχετικά με τις ιλλυρικές παραδόσεις· στη φωτογραφία, δαυνιακό αγγείο (Μουσείο του Μπάρι, Ιταλία).Η νεκρόπολη της Μαντούρια στην Απουλία της Ιταλίας.Πινάκιο με παράσταση του φόνου της Χίμαιρας από τον Βελλεροφόντη, αντιπροσωπευτικό δείγμα της απουλιανής τέχνης (Εθνικό Μουσείο Τάραντα· φωτ. Igda).

    Read 504 times

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.