Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012 18:59

    έντερο

    Written by
    Rate this item
    (0 votes)
    έντερο (Ανατ.). Το τμήμα του πεπτικού σωλήνα που περιλαμβάνεται μεταξύ του στομάχου και του δακτυλίου του πρωκτού. Διακρίνεται σε λεπτό και παχύ έ. Το πρώτο αρχίζει από τον πυλωρικό σφιγκτήρα και απολήγει στην ειλεοτυλφική βαλβίδα, ενώ είναι υπεύθυνο για το μεγαλύτερο μέρος της πέψης και τη θέση απορρόφησης των θρεπτικών στοιχείων από το αίμα. Το δεύτερο περιλαμβάνει το τυφλό, το κόλον και το απευθυσμένο, ενώ είναι υπεύθυνο για την απορρόφηση του νερού από το εντερικό περιεχόμενο (περίπου 1.200 γραμμάρια την ημέρα) και τη σταδιακή μετατροπή των άχρηστων προϊόντων της πέψης σε κόπρανα, που στη συνέχεια αποβάλλει από το σώμα.
Το λεπτό, που υποδιαιρείται στο δωδεκαδάκτυλο, στη νήστιδα και στον ειλεό (που είναι και το μακρύτερο τμήμα του), είναι όργανο σωληνοειδές, μήκους 5-7 μ. και διαμέτρου 2-4 εκ. Τα τοιχώματά του αποτελούνται, εσωτερικά προς εξωτερικά, από τους εξής χιτώνες: βλεννογόνο, υποβλεννογόνιο μυϊκό και ορογόνο· ο τελευταίος απαρτίζεται από το σπλαγχνικό πέταλο του περιτοναίου, που περιβάλλει ολόκληρο αυτό το τμήμα του ε., εκτός από το δωδεκαδάκτυλο. Η νήστιδα και ο ειλεός φαίνονται σαν να κρέμονται από το πίσω τοίχωμα της κοιλιάς με μια φαρδιά περιτοναϊκή πτυχή, που ονομάζεται μεσεντέριο· μέσα από το μεσεντέριο περνούν τα αιμοφόρα και λεμφικά αγγεία καθώς και τα νεύρα του ε. Στο σημείο ένωσης ειλεού και παχέος ε. υπάρχει ένας βαλβιδικός σχηματισμός, η ειλεοτυφλική βαλβίδα, που αποτρέπει την παλινδρόμηση υλικού από το τυφλό στο λεπτό ε. Ο βλεννογόνος του λεπτού ε. έχει κυκλοτερείς πτυχές, ορατές με γυμνό μάτι· σε εξέταση με έναν απλό μεγεθυντικό φακό, εμφανίζεται να καλύπτεται από πολυάριθμες κωνικές, κυλινδρικές ή φυλλοειδείς προεξοχές, που ονομάζονται εντερικές λάχνες. Επιθηλιακά κύτταρα που καλύπτουν την επιφάνεια των λαχνών απορροφούν τις χωνεμένες θρεπτικές ουσίες. Αυτά τα ίδια τα κύτταρα έχουν προεξοχές, που ονομάζονται μικρολάχνες. Οι πτυχές, οι λάχνες και οι μικρολάχνες αυξάνουν την επιφάνεια του βλεννογόνου του ε. περίπου κατά 600 φορές. Ανάμεσα στις λάχνες, ο βλεννογόνος εμφανίζει, τον έναν δίπλα στον άλλο, τους σωληνώδεις αδένες του Γκαλεάτι-Λίμπερκιν, που εκκρίνουν το εντερικό υγρό. Άλλοι σπουδαίοι σχηματισμοί του εντερικού βλεννογόνου είναι τα λεμφοζίδια, που βρίσκονται συναθροισμένα στο τελευταίο μέρος του ειλεού, σχηματίζοντας τις λεγόμενες παϊέρειες πλάκες. Ο μεγάλος αριθμός λευκοκυττάρων στο έ. έχει σκοπό την προστασία του από μόλυνση. Το λεπτό έ. εκτελεί κυρίως δύο λειτουργίες: τη συνέχιση της πέψης των τροφών και την απορρόφηση των θρεπτικών ουσιών. Η πέψη πραγματοποιείται από το παγκρεατικό υγρό και τη χολή (που μεταφέρονται με πόρους από το πάγκρεας και το ήπαρ στο δωδεκαδάκτυλο) και το εντερικό υγρό· το τελευταίο περιέχει ένα σύμπλεγμα ενζύμων, τα οποία διασπούν τις πολυπεπτίδες σε αμινοξέα, αμυλάση, μαλτάση, ινβερτάση, που διασπούν τους υδατάνθρακες, λιπάση και νουκλεοτιδάση, που δρουν αντίστοιχα στα λίπη και στα νουκλεϊκά οξέα· τέλος, στο εντερικό υγρό υπάρχει η εντεροκινάση, που ενεργοποιεί το παγκρεατικό υγρό. Η απορρόφηση των προϊόντων της πέψης γίνεται με ποικίλους φυσικοχημικούς μηχανισμούς στο ύψος των λαχνών, που είναι πλούσιες σε αιμοφόρα και λεμφικά αγγεία. Οι πρωτεΐνες και οι υδατάνθρακες κατά τη διάρκεια της πέψης μεταφέρονται μέσω των τριχοειδών αγγείων των λαχνών στην πυλαία φλέβα και με αυτή στο ήπαρ. Τα λίπη απορροφώνται μέσω των χυλοφόρων αγγείων των λαχνών. Η διαδικασία της πέψης και της απορρόφησης διευκολύνεται από τη συνεχή ανάμειξη στην οποία υποβάλλονται οι τροφές κατά το πέρασμά τους στις εντερικές έλικες· διακρίνονται τρεις διαφορετικοί τύποι κινήσεων: τμηματικές, περισταλτικές και εκκρεμοειδείς. Οι πρώτες χαρακτηρίζονται από μία σειρά δακτυλιοειδών συσπάσεων των τοιχωμάτων του ε., το οποίο με αυτό τον τρόπο διαιρείται σε πολλά τμήματα· από το πιο ευρύ μέρος τους αρχίζουν οι επόμενες συσπάσεις κ.ο.κ. Οι περισταλτικές κινήσεις είναι κύματα συσπάσεων, που διατρέχουν ολόκληρο τον πεπτικό σωλήνα από το πάνω μέρος του μέχρι τον πρωκτό, προκαλώντας την προώθηση του περιεχομένου του· οι εκκρεμοειδείς κινήσεις οφείλονται σε κύματα δακτυλιοειδών συσπάσεων που διατρέχουν μικρά τμήματα του ε. και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Το παχύ έ. έχει μεγαλύτερη διάμετρο από το τυφλό και μήκος περίπου 1,5 μ. Το τυφλό είναι το πρώτο τμήμα του παχέος ε., στο οποίο συνεχίζεται το λεπτό έ. και με το οποίο συνδέεται η σκωληκοειδής απόφυση· προς τα πάνω συνεχίζεται το κόλον ως ανιόν και στη συνέχεια ως εγκάρσιο και κατιόν. Το τελευταίο μέρος του παχέος ε. ακουμπά στο βαθούλωμα του ιερού οστού ως σιγμοειδές κόλον, διασχίζει το περίνεο και τελειώνει με το ορθό ή απευθυσμένο, το οποίο επιτελεί τη λειτουργία της αποβολής των κοπράνων. Όσον αφορά τη δομή του, το παχύ έ. διακρίνεται από το λεπτό για την απουσία των λαχνών και πτυχών (μόνο στο ορθό συναντούμε πτυχές) και για την αφθονία του βλεννογόνου και των αδένων του σε κύτταρα που παράγουν βλέννα, με σκοπό τη λίπανση του εντερικού περιεχομένου που προορίζεται για αποβολή. Μαζί με την αχώνευτη κυτταρίνη και άλλες διαιτητικές ίνες, το υλικό που περνά στο παχύ ε. αποτελείται από νερό, χρωστικές ουσίες χολής, κατάλοιπα μεταλλικών στοιχείων, άφθονα βακτηρίδια, νεκρά κύτταρα από το επιθήλιο του πεπτικού σωλήνα και εκκρίσεις βλέννας από το κατώτερο τμήμα του ειλεού. 

    Παθολογία. Από τις συγγενείς ανωμαλίες του ε., αναφέρονται οι ανωμαλίες θέσης, μήκους και διαμέτρου. Οι φλεγμονές του ε. περιλαμβάνουν τις εντερίτιδες και τις κολίτιδες· οι φλεγμονές που περιορίζονται στο τυφλό αποκαλούνται και τυφλίτιδες, ενώ εκείνες του απευθυσμένου πρωκτίτιδες. Στο έ. μπορεί να προκληθούν κακώσεις από τραύματα των κοιλιακών τοιχωμάτων με ή χωρίς λύση της συνέχειάς τους· και στις δύο περιπτώσεις μπορεί να προκληθεί ρήξη του εντερικού τοιχώματος με έξοδο του περιεχομένου του στην περιτοναϊκή κοιλότητα· αυτό έχει ως αποτέλεσμα περιτονίτιδα, κατάσταση που χρειάζεται άμεσα χειρουργική αντιμετώπιση. 
Διάτρηση του ε. μπορεί να προκληθεί και από φλεγμονή του τοιχώματός του, όπως από οξεία σκωληκοειδίτιδα, φυματιώδες έλκος, κοιλιακό τύφο, εκκολπωματίτιδα, από νεοπλασίες, από νέκρωση του τοιχώματος ύστερα από τοπικό έμφραγμα, περίσφιγξη, στένωση από ξένα σώματα κ.ά. Άλλη παθολογική κατάσταση του ε. είναι η εμφάνιση εκκολπωμάτων· πρόκειται για σακοειδείς προεκβολές των τοιχωμάτων του, ο αυλός των οποίων βρίσκεται σε επικοινωνία με εκείνον του ε. Τα εκκολπώματα μπορεί να είναι συγγενή ή επίκτητα, ενώ τα τοιχώματα των τελευταίων συχνά αποτελούνται μόνο από βλεννογόνο, που προβάλλει μέσα από ασθενή σημεία του εντερικού τοιχώματος. Επιπλοκή των εκκολπωμάτων είναι η φλεγμονή τους –που οφείλεται στη λίμναση, εντός αυτών, κοπρανώδους υλικού και κατά συνέπεια και μικροοργανισμών–, η ρήξη και η αιμορραγία. Η απόφραξη των αρτηριών του ε. από θρόμβωση ή έμβολα προκαλεί έμφραγμα του αντίστοιχου τμήματος του πεπτικού σωλήνα· το έμφραγμα ακολουθείται από νέκρωση και ρήξη του τμήματος που προσβλήθηκε· η πάθηση είναι πολύ βαριά και μόνο η άμεση χειρουργική επέμβαση μπορεί να βελτιώσει την πρόγνωση. 
Συστροφή του ε. αποκαλείται η περιστροφή μιας εντερικής έλικας γύρω από τον άξονα του μεσεντερίου, με το οποίο ενώνεται· η περιστροφή αυτή συμπαρασύρει αναπόφευκτα και τα αγγεία του μεσεντερίου, γεγονός που προκαλεί νέκρωση του τμήματος που προσβλήθηκε, εξαιτίας ελαττωμένης παροχής αίματος. Ο εγκολεασμός προκαλείται όταν ένα τμήμα του ε. εισέλθει μέσα στο αμέσως επόμενο εντερικό τμήμα (συνήθως, είναι ο ειλεός που εισέρχεται στο κόλον)· και σε αυτή την περίπτωση μπορεί να προκληθούν μεγάλες και μη ανατάξιμες διαταραχές της εντερικής κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα τη νέκρωση της εντερικής έλικας που έχει υποστεί εγκολεασμό. 
Από τις παθήσεις του ε., μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόφραξή του, δηλαδή η κατάργηση της διαβατότητάς του, πάθηση που είναι γνωστή ως ειλεός. Οι αποφράξεις διακρίνονται σε οξείες και χρόνιες· οι πρώτες μπορεί να είναι μηχανικές ή δυναμικές. Μηχανική απόφραξη συμβαίνει όταν ο εντερικός αυλός αποφραχθεί από ουλές, νεοπλασίες, ξένα σώματα, περισφιγμένες κήλες, συστροφή των εντερικών ελίκων, εγκολεασμό κ.ά.· στην πλειονότητα των περιπτώσεων αυτών, εκτός από τη στάση του εντερικού περιεχομένου, συνυπάρχει και σοβαρή διαταραχή της αιματικής κυκλοφορίας στο ύψος της έλικας που έχει αποφραχθεί, που είναι δυνατόν να οδηγήσει σε νέκρωση του εντερικού τοιχώματος, διάτρηση και περιτονίτιδα. Η δυναμική απόφραξη είναι σχεδόν πάντα παραλυτικής φύσης (παραλυτικός ειλεός): οι κινήσεις του πεπτικού σωλήνα αναστέλλονται εξαιτίας φλεγμονής ενός τμήματος του ε. ή αντανακλαστικά, από περιτοναϊκό ερεθισμό· η κατάσταση αυτή παρατηρείται κυρίως στις οξείες φλεγμονές του ε. και στις περιτονίτιδες. Οποιαδήποτε μορφή απόφραξης (ειλεού), ανεξάρτητα από τον κίνδυνο της διάτρησης, αποτελεί πάντα μια σοβαρή κατάσταση, εξαιτίας των σημαντικών διαταραχών της κυκλοφορίας και των ηλεκτρολυτών καθώς και του γενικού τοξικού συνδρόμου που προκαλεί· εάν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα, με τα κατάλληλα θεραπευτικά μέσα, οδηγεί σχεδόν πάντα σε θάνατο.
Στο έ., τέλος, μπορεί να εμφανιστούν καλοήθεις και κακοήθεις νεοπλασίες· η συμπτωματολογία ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο και κυρίως με την εντόπιση της νεοπλασίας. Ο καρκίνος του παχέος ε. αποτελεί τη δεύτερη αιτία θανάτου από καρκίνο μετά από τον καρκίνο του πνεύμονα.
    Read 560 times

    Leave a comment

    Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.