Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012 13:36

αρχαϊκή τέχνη

Written by
Rate this item
(0 votes)
αρχαϊκή τέχνη. Περίοδος της αρχαίας ελληνικής τέχνης που καλύπτει, σε αδρές γραμμές, τη χρονική περίοδο από το 700 έως το 500/480 π.Χ., οπότε σηματοδοτείται η έναρξη της κλασικής περιόδου. Στην ιστορία της τέχνης, ο όρος είναι ευρύτερος και υποδηλώνει την περίοδο όπου η τέχνη ενός πολιτισμού προετοιμάζεται ουσιαστικά να εισέλθει στην εποχή της ωριμότητάς της (από τη λέξη αρχή). 
Σε ό,τι αφορά τον ελληνικό χώρο, η α.τ. διαδέχτηκε την τέχνη της γεωμετρικής περιόδου (βλ. λ. γεωμετρική τέχνη) και, αντικατοπτρίζοντας την πολιτική και κοινωνική εξέλιξη της εποχής, προσέφερε έργα αποφασιστικής σημασίας. Η α.τ. διαιρείται συμβατικά σε δύο περιόδους: την ανατολίζουσα (7ος αι. π.Χ.) και την ύστερη (600-480 π.Χ.). Στην πρώτη οι καλλιτέχνες επηρεάστηκαν από τον πολιτισμό των ανατολικών λαών, διδάχτηκαν την τεχνική τους και εμπνεύστηκαν από τα θέματά τους. Ανθέμια, πλοχμοί, άνθη λωτού, λιοντάρια, πάνθηρες, αλλά και μυθικά τέρατα –γρύπες, σφίγγες, σειρήνες και χίμαιρες– ήταν τα χαρακτηριστικά θέματα της εποχής. Στη δεύτερη, οι κατακτήσεις του παρελθόντος ζυμώθηκαν με ιδιαίτερο τρόπο και απέδωσαν έργα αμιγώς ελληνικά.
Το πρώτο και κύριο χαρακτηριστικό είναι η εξέλιξη μορφών μνημειακού μεγέθους· στην πλαστική παρουσιάστηκαν τα πρώτα μεγάλα λίθινα και χάλκινα γλυπτά· στην αρχιτεκτονική παγιώθηκε το σχήμα των ελληνικών ναών και προέκυψαν εντυπωσιακές κατασκευές από λίθο ή μάρμαρο· η ζωγραφική και η αγγειογραφία άρχισαν να εμφανίζουν μεγαλόπνοες συνθέσεις. Η α.τ., επεκτείνοντας τα δειλά ανοίγματα της γεωμετρικής περιόδου, έμελλε να επιβάλει την εικαστική έκφραση της ελληνικής μυθολογίας και να δημιουργήσει ένα αφηγηματικό εικαστικό ύφος που θα χαρακτήριζε ολόκληρη την ελληνική τέχνη.

Αρχιτεκτονική. Η α.τ. κατέχει την πατρότητα των δύο βασικών αρχιτεκτονικών ρυθμών: του ιωνικού και του δωρικού. Η επέκταση του ελληνικού στοιχείου μέσω του αποικισμού συνετέλεσε στην έντονη εμφάνιση αυτών των ρυθμών: από τη Μικρά Ασία μέχρι τη νότια Ιταλία και τη Σικελία και από την Κρήτη μέχρι τη Μακεδονία οι αρχαϊκοί ναοί διακρίνονται από λειτουργική πληρότητα και μνημειακή επιβολή. Ο συνδυασμός της αρχιτεκτονικής με τη γλυπτική για τη διακόσμηση των αετωμάτων, των μετοπών και των ζωφόρων υπήρξε λύση ποικίλων αισθητικών ζητημάτων και αιτία διαφόρων πρακτικών και θεωρητικών προβληματισμών, οι οποίοι απασχόλησαν τους αρχιτέκτονες για πολλούς αιώνες ακόμη. Με την ανέγερση του ναού της Ήρας στο ιερό της Ολυμπίας (περ. 600 π.Χ.) φαίνεται ότι έχει αποκρυσταλλωθεί η βασική κάτοψη του αρχαίου ελληνικού ναού, που αποτελείτο από τον πρόναο, τον σηκό όπου στεκόταν το λατρευτικό άγαλμα του θεού και τον οπισθόδομο. Το οικοδόμημα περιστοιχιζόταν από κιονοστοιχία, την καλούμενη και περίσταση ή πτερό. 
Ο δωρικός ρυθμός, αυστηρός και στιβαρός, αντιπροσωπεύεται στην Κέρκυρα με τον ναό της Άρτεμης (590-580 π.Χ.), αλλά και τον αρκετά νεότερο (540 π.Χ.) ναό του Απόλλωνα στην Κόρινθο. Οι ιωνικοί ναοί, με ραδινές και ανάλαφρες αναλογίες, χτίστηκαν κυρίως στην περιοχή της Ιωνίας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το Ηραίο ΙΙ (β’ μισό 6ου αι. π.Χ.) στη Σάμο και το τεράστιο Αρτεμίσιο της Εφέσου (7ος αι. π.Χ.), ένα από τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. 
Την ίδια περίοδο έκαναν την εμφάνισή τους και μια σειρά από άλλα κτίσματα που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της λατρείας και της πολιτικής ζωής της πόλης, όπως οι θόλοι, οι στοές, τα γυμνάσια και οι παλαίστρες.

Πλαστική. Το κυρίαρχο θέμα ήταν οι περίοπτες αποδόσεις σε μάρμαρο γυμνών ανδρικών νεανικών μορφών (Κούροι) και κομψά ντυμένων νεαρών γυναικών (Κόρες), στα νησιά, στην Πελοπόννησο και στην Αττική. Στα καλούμενα ανατολικο-ιωνικά εργαστήρια της Σάμου, της Εφέσου και της Μιλήτου διακρίθηκε περισσότερο η επίδραση της Ανατολής, με μορφές γεμάτες καμπυλότητες και σαρκώδη πρόσωπα. Τα πελοποννησιακά έργα εκφράζουν τη λεγόμενη δωρική τεχνοτροπία, με αθλητικά, μυώδη σώματα και βαριές αναλογίες. Η νησιωτική παραγωγή, με κέντρα της τη Νάξο και την Πάρο, χαρακτηρίζεται από ραδινότητα και απαλό πλάσιμο της επιδερμίδας. Τα έργα των τεχνιτών της Αττικής συγκεντρώνουν τις αρετές τόσο των νησιωτικών όσο και των πελοποννησιακών εργαστηρίων. Τα έργα τους είναι δυνατά και στιβαρά και διακρίνονται για τη λεπτότητα και τη χάρη τους. 
Παράλληλα, εμφανίζονται ομάδες αγαλμάτων (συντάγματα, όπως αυτό του Γενέλεω στο Ηραίο της Σάμου) που κοσμούν τα μεγάλα ιερά. Το παλαιότερο γνωστό έργο μνημειακής πλαστικής χρονολογείται στη δεκαετία του 660-650 π.Χ., έχει ύψος 1,75 και είναι αφιέρωμα της Νικάνδρας από τη Νάξο, στο ιερό του Απόλλωνα στη Δήλο. Ο παλαιότερος Κούρος που σώζεται ακέραιος χρονολογείται στα τέλη του 7ου αι. π.Χ.· βρίσκεται στο Μουσείο της Νέας Υόρκης, προέρχεται από την Αττική και έχει ύψος 1,84 μ. Το πρόσωπο είναι ωοειδές, με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, έντονα δηλωμένα φρύδια και την ίριδα των ματιών δηλωμένη με χρώμα. Την άνοιξη του 2002 αποκαλύφθηκαν στον Κεραμεικό εντυπωσιακά ευρήματα, μεταξύ αυτών και ένας Κούρος ύψους 2,05 μ.
Τα αρχιτεκτονικά γλυπτά περιλαμβάνουν μεμονωμένες μορφές, ακρωτήρια που διακοσμούν την κορυφή και τις γωνίες των αετωμάτων και πολυπρόσωπες συνθέσεις, ανάγλυφες στις μετόπες και στις ζωφόρους και ολόγλυφες στα αετώματα. Στο αέτωμα του ναού της Άρτεμης στην Κέρκυρα (το αρχαιότερο σωζόμενο στην Ελλάδα), κυριαρχεί στο κέντρο η τεράστια (2,74 μ.) και τερατώδης μορφή της Γοργούς με τον αποκρουστικό μορφασμό στο πρόσωπο, τη γλώσσα που κρέμεται, τους πλοκάμους των μαλλιών που καταλήγουν σε κεφαλές φιδιών και τη μέση ζωσμένη με φίδια.
Σημαντικά είναι επίσης τα εναέτια γλυπτά του ναού του Απόλλωνα στους Δελφούς και του Δαφνηφόρου Απόλλωνα στην Ερέτρια (510 π.Χ.), με το σύμπλεγμα Θησέως και Αντιόπης στο κέντρο.
Οι επιτύμβιες στήλες με ανάγλυφη τη μορφή του νεκρού συμπληρώνουν τον κύκλο της αρχαϊκής πλαστικής. Μέσα στον 6ο αι. π.Χ. οι Έλληνες γλύπτες τελειοποίησαν τη μέθοδο κατασκευής χωνευτών χάλκινων αγαλμάτων (κούφιων εσωτερικά) βελτιώνοντας την περίφημη τεχνική του χαμένου κεριού, η οποία επρόκειτο να οδηγήσει στη μεταγενέστερη κυριαρχία της χαλκοπλαστικής. Το «λαγωνικό» (520 π.Χ.), έργο σταθμός στην τέχνη της αρχαϊκής περιόδου.Τμήμα αναγλύφου από βάση Κούρου (510 π.Χ.) που βρέθηκε εντοιχισμένο στο Θεμιστόκλειο τείχος και είναι χαρακτηριστικό της τελευταίας φάσης της αρχαϊκής περιόδου στην Αττική (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα· φωτ. Ι. Ντεκόπουλου).Η Σφίγγα των Ναξίων, αφιέρωμα στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς, αποτελεί δείγμα αρχαϊκής τέχνης (φωτ. Ι. Ντεκόπουλου).

Αγγειοπλαστική και αγγειογραφία. Ο 7ος και ο 6ος αι. π.Χ. αποτελούν την περίοδο παγίωσης του σχήματος των αγγείων. Σε εκείνη την περίοδο επινοήθηκαν τεχνικές γραπτής διακόσμησης που επηρέασαν την αγγειογραφία των επόμενων αιώνων. Το προβάδισμα στην κεραμική παραγωγή αυτής της περιόδου είχε η Κόρινθος. 
Τα χαρακτηριστικά αγγεία της πρωτοκορινθιακής κεραμικής είναι οι αρύβαλλοι (βλ. λ.) και τα αλάβαστρα, αγγεία μικρού μεγέθους που χρησίμευαν για τη μεταφορά αρωματικών ελαίων (βλ. λ. αλάβαστρο, Αρχαιολ.). Η ικανότητα των αγγειογράφων στη μικρογραφία ήταν εκπληκτική και η απόδοση των γραμμικών κοσμημάτων καλλιγραφική (βλ. λ. αγγειογραφία, Τέχνη).
Ο μελανόμορφος (630-530 π.Χ.) και κυρίως ο ερυθρόμορφος ρυθμός αποτελούν βασικές κατακτήσεις της α.τ. Στον μελανόμορφο ρυθμό (βλ. λ. μελανόμορφα αγγεία), όπου οι μορφές αποδίδονταν εγχάρακτα, ξεχωριστή θέση μεταξύ των αγγειογράφων κατείχε ο Εξηκίας. Το έργο του διακρίνεται από δεξιοτεχνία στη χάραξη, ευρηματική σύνθεση και επιδέξιο σχέδιο. Άλλοι αξιόλογοι αγγειογράφοι της εποχής υπήρξαν ο Σοφίλος, ο Λυδός, ο Κλειτίας και ο ανώνυμος και συμβατικά αποκαλούμενος ζωγράφος του Αμάσιος (βλ. αντίστοιχα λήμματα). Η επινόηση της τεχνικής του ερυθρόμορφου ρυθμού (βλ. λ. ερυθρόμορφα αγγεία) προσέφερε νέες καλλιτεχνικές δυνατότητες. Τα σώματα απέκτησαν όγκο και πλαστικότητα, ενώ οι πτυχώσεις των ενδυμάτων και οι άλλες λεπτομέρειες αποδίδονταν πιο φυσικά. Πρωτοπόροι της ερυθρόμορφης τεχνικής ήταν ο Ευθυμίδης, ο Ανδοκίδης, ο Ευφρόνιος και ο Φιντίας (βλ. αντίστοιχα λήμματα).
Η συμβολή όλων των ελληνικών περιοχών υπήρξε σχεδόν ισότιμη κατά την αρχαϊκή περίοδο. Παρ’ όλα αυτά, διακρίνεται καθαρά η πρωτοκαθεδρία της Αττικής, η οποία σταδιακά κατέκτησε την κορυφή σε όλους τους τομείς· ακόμη και στην αγγειοπλαστική ουσιαστικά εκτόπισε κάθε προηγούμενο συναγωνιστή της, όπως την Κόρινθο. Ως εκ τούτου, η θαυμαστή δημιουργία των χρόνων του Περικλή δεν αποτελεί αιφνίδια αναλαμπή χωρίς προδρόμους.
Read 461 times

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.