Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012 12:14

Απολογία Σωκράτους

Written by
Rate this item
(0 votes)
Απολογία Σωκράτους. Σύγγραμμα του Πλάτωνα, το οποίο πιθανότατα γράφτηκε το 397 ή 396 π.Χ. και αποτελεί μία ελεύθερη απόδοση του δικανικού λόγου που εκφώνησε ο Σωκράτης το 399 π.Χ. στο δικαστήριο της Ηλιαίας, αντιμετωπίζοντας την κατηγορία ότι δεν πίστευε στους θεούς της πόλης, αλλά εισήγαγε καινά δαιμόνια και διέφθειρε με τις διδασκαλίες του τους νέους. Είναι το μοναδικό μη διαλογικό έργο του Πλάτωνα. 
Αν και ο Πλάτων ήταν παρών στη δίκη, η οποία έλαβε χώρα δύο ή τρία χρόνια νωρίτερα, δεν σημαίνει ότι με το έργο του κατέγραψε πιστά τα λεγόμενα του φιλοσόφου, αλλά αντίθετα προσπάθησε να αποδώσει τον χαρακτήρα του Σωκράτη μέσω λεγομένων που άρμοζαν στην ιδιοσυγκρασία του τελευταίου. Υπάρχει επίσης η άποψη που αναφέρει ότι το έργο πρέπει να γράφτηκε από τον Πλάτωνα μετά τον θάνατο του Αριστοφάνη (388 π.Χ.), καθώς στις Νεφέλες ο Σωκράτης παρουσιαζόταν ως σοφιστής και αερολόγος. Πρόσθετο επιχείρημα είναι και η συγγραφή του Μενέξενου από τον Πλάτωνα το 386 π.Χ., ένα έργο στο οποίο υπάρχουν επίσης στοιχεία ρητορικού λόγου. 
Έπειτα από την κατηγορία των Άνυτου, Μέλητα και Λύκωνος εναντίον του Σωκράτη, ο φιλόσοφος εκφώνησε ουσιαστικά τρεις λόγους, προσπαθώντας τόσο να απολογηθεί όσο και να αναιρέσει τις κατηγορίες· το τρίτο μέρος του λόγου του έχει άμεση σχέση με την ψηφοφορία του δικαστηρίου και την απόφασή του.
Στο πρώτο τμήμα του λόγου του (1-24), ο Σωκράτης κάνει διάκριση ανάμεσα στις παλιές, αόριστες κατηγορίες (πως εξέταζε τα επουράνια πράγματα και πως παρουσίαζε «τον ήσσονα λόγον ως μείζονα») και στην πρόσφατη κατηγορία της ασέβειας· απαντώντας στις πρώτες αιτιάσεις, λέει πως δεν είναι ούτε σοφιστής ούτε φυσικός φιλόσοφος. Η μοναδική του σοφία συνίσταται στη γνώση πως δεν ξέρει τίποτα. Εξ αφορμής ενός χρησμού της Πυθίας, η οποία και είχε πει πως ο Σωκράτης είναι «ανδρών απάντων σοφώτατος», προσπάθησε επίμονα να βρει έναν άνθρωπο σοφότερό του, αλλά δεν το κατόρθωσε. Πήγε σε εκείνους που είχαν τη φήμη του σοφού (τους πολιτικούς, τους ποιητές, τους ειδικούς σε μια τέχνη) και, διαπιστώνοντας πως δεν ήταν σοφοί, προσπάθησε να τους το αποδείξει, προκαλώντας για τον λόγο αυτό την εχθρότητά τους και δίνοντας αφορμή στις αόριστες κατηγορίες. Κατόπιν (25-28), ο Σωκράτης στρέφεται προς τον κατήγορό του Μέλητο και του υποβάλλει ερωτήσεις σχετικά με τις κατηγορίες του, ενώ παράλληλα λέει στους δικαστές του πως παραμένει αμετανόητος, γιατί υπήρξε πάντα δίκαιος και δεν φοβάται τον θάνατο, όπως το έχει αποδείξει στην Ποτίδαια, στην Αμφίπολη και στο Δήλιο, με την τόλμη του στην υπόθεση των στρατηγών των Αργινουσών που δεν έθαψαν τους νεκρούς, καθώς και στην περίπτωση της άρνησής του να εκτελέσει τη διαταγή των Τριάκοντα Τυράννων για τη σύλληψη του Λέοντος του Σαλαμίνιου. Ο θάνατός του, λέει, δεν θα βλάψει αυτόν, αλλά τους Αθηναίους, οι οποίοι έχουν το θείο δώρο να διαθέτουν έναν άνθρωπο που τους αφυπνίζει από την ολιγωρία τους και τους παρακινεί προς την αρετή. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι δεν διδάσκει τους νέους απ’ αμοιβή, αλλά εκείνοι επιδιώκουν τις συζητήσεις του και τον έλεγχο των δοκησίσοφων, ενώ παρακινεί τους γονείς των νέων που είναι παρόντες στη δίκη να μαρτυρήσουν γι’ αυτό. Τερματίζοντας τον λόγο του, αναφέρει πως δεν έφερε τα παιδιά του, όπως συνηθίζεται, στο δικαστήριο, για να συγκινήσει τους δικαστές με τις ικεσίες τους, όχι από περιφρόνηση προς αυτούς, αλλά από αξιοπρέπεια.
Μετά την ψηφοφορία, στην οποία από τους 501 δικαστές οι 281 ψήφισαν υπέρ της ενοχής του, δόθηκε πάλι ο λόγος στον Σωκράτη, για να αντιπροτείνει εκείνος την ποινή που έπρεπε να του επιβληθεί. Ο Σωκράτης, αφού λέει πως περίμενε την καταδίκη του, δηλώνει πως, ως ευεργέτης των Αθηνών, θα έπρεπε να ανταμειφθεί με ισόβια σίτιση στο πρυτανείο, δηλαδή καλύτερα και από τους ολυμπιονίκες. Τις ποινές της εξορίας και της φυλάκισης τις θεωρεί ασυμβίβαστες με τον χαρακτήρα του. Ο ίδιος θα μπορούσε να πληρώσει πρόστιμο μίας μνας, με τη βοήθεια όμως του Πλάτωνα και άλλων φίλων του, θα μπορούσε να μαζέψει 30.
Ο υπερήφανος τόνος του Σωκράτη είχε ως συνέπεια να προστεθούν άλλοι 80 στους εχθρούς του και να επικυρωθεί η θανατική ποινή. Στον ύστατο λόγο του, ο Σωκράτης (29-33) λέει πως καταδικάστηκε επειδή δεν θέλησε να εξευτελίσει τον εαυτό του με ικεσίες. Προφητεύει πως οι δικαστές του θα επικριθούν στο μέλλον πολύ δριμύτερα απ’ ό,τι κατηγορήθηκε αυτός. Σε εκείνους που πρότειναν την αθώωσή του, λέει πως ο θάνατος δεν είναι κακό, γιατί είτε μοιάζει με ύπνο χωρίς όνειρα είτε είναι ταξίδι στον Άδη, όπου μπορεί κανείς να συναντήσει ήρωες και σοφούς ποιητές, όπως ο Ησίοδος και ο Όμηρος. Έτσι ελπίζει να εξακολουθήσει τον ελεγκτικό τρόπο της εξέτασης του εαυτού του και των άλλων. Τελικά προτρέπει τους δικαστές να μη φοβούνται το θάνατο και τους παρακαλεί, σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών του, να προτρέπουν και αυτοί τους γιους τους στην αρετή. «Είναι η ώρα», καταλήγει, «να απέλθομεν, εγώ μεν για να πεθάνω, εσείς δε για να ζήσετε. Μόνο ο θεός γνωρίζει ποιος από τους δύο δρόμους είναι προτιμότερος».
Ο τόνος της μεγαλοψυχίας και της γενναιότητας που διέπει όλη την Απολογία είναι γνήσια σωκρατικός. Αν ο Σωκράτης ήθελε να ακολουθήσει τον συνηθισμένο απολογητικό τρόπο και να παραιτηθεί της φιλοσοφικής αναζήτησης, θα πετύχαινε την αθώωσή του. Ο θάνατός του λοιπόν –οφειλόμενος στον ταπεινό φθόνο του αθηναϊκού όχλου εναντίον της ανώτερης προσωπικότητας του φιλοσόφου– αποτελεί έμπρακτη επαλήθευση και επιβεβαίωση της διδασκαλίας του.
Read 89 times

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.