Δευτέρα, 05 Μαρτίου 2012 14:28

σεισμός

Written by
Rate this item
(0 votes)
σεισμός (Φυσ.-Σεισμολ.). Κατάσταση σφοδρής και ταχύτατης δόνησης μεγάλων ή μικρών τμημάτων του φλοιού της Γης, που προέρχεται από ενδογενή αίτια. Όταν σε μια ζώνη του εσωτερικού της Γης συμβεί μια απρόβλεπτη διατάραξη της ισορροπίας των μαζών, με ταυτόχρονη μετατροπή της δυναμικής ενέργειας σε κινητική, ξεκινούν από το σημείο αυτό δύο είδη εσωτερικών σεισμικών κυμάτων: τα πρωτεύοντα κύματα (κύματα P) και τα δευτερεύοντα κύματα (κύματα S). Τα κύματα P, που φτάνουν πρώτα στην επιφάνεια, είναι διαμήκη κύματα που διαδίδονται μέσα σε στερεά ή τηγμένα πετρώματα. Τα κύματα S είναι εγκάρσια κύματα που φτάνουν δεύτερα στην επιφάνεια και δεν περνούν μέσα από τα τηγμένα πετρώματα του πυρήνα της Γης. Η μέση ταχύτητα διάδοσης ενός σεισμικού κύματος εξαρτάται από τα διάφορα χαρακτηριστικά των πετρωμάτων που διασχίζει (όπως είναι, για παράδειγμα, η πυκνότητά τους) και κυμαίνεται γύρω στα 9,1 χλμ./δευτ. για τα επιμήκη κύματα και γύρω στα 5,5 χλμ./δευτ. για τα εγκάρσια. Οι δονήσεις αυτές διαδίδονται έως την επιφάνεια της Γης, όπου διαμορφώνονται σε επιφανειακά κύματα, που ονομάζονται μακρά γιατί έχουν πολύ μεγάλο εύρος περιόδου, ενώ η ταχύτητα διάδοσής τους είναι σχετικά χαμηλή, αλλά σταθερή. Άσχετα προς την έντασή τους, οι σεισμικές δονήσεις μπορούν να είναι δύο ειδών: οι πρώτες χαρακτηρίζονται από ωθήσεις που προέρχονται από βαθιά και μεταδίδονται σχεδόν κατακόρυφα, ενώ οι δεύτερες χαρακτηρίζονται από ωθήσεις που μεταδίδονται πλάγια προς τα στρώματα. Η κεντρική βαθιά ζώνη, όπου συντελείται η διαταραχή που προκαλεί τον σ., ονομάζεται εστία του σ. Από το σημείο αυτό φαίνεται να ξεκινούν τα σεισμικά κύματα και είναι αυτό στο οποίο έλαβε χώρα η διάρρηξη του φλοιού (ρήγμα). Επίκεντρο ονομάζεται το σημείο της γήινης επιφάνειας το οποίο βρίσκεται στην κατακόρυφο της εστίας. Η σημασία του σεισμικού φαινομένου εξαρτάται γενικά από το βάθος της σεισμικής εστίας· στους συνηθισμένους σ. δεν υπερβαίνει ποτέ το βάθος των 300 χλμ.· σπάνια, στους καταστρεπτικότερους σ., φτάνει το μέγιστο βάθος των 700 χλμ. Τα σεισμικά κύματα που προέρχονται από την εστία του σ. φτάνουν στο επίκεντρο στον μικρότερο χρόνο και με τη μεγαλύτερη δύναμη από όλα τα άλλα σημεία της επιφάνειας της Γης. Οι σεισμικές δονήσεις που συμβαίνουν σε περιοχές κάτω από την επιφάνεια των θαλασσών και των ωκεανών ονομάζονται υποθαλάσσιοι σ. και προκαλούν σφοδρές και απρόοπτες θύελλες και τρομερά σεισμικά κύματα (βλ. λ. τσουνάμι).
Τα ενδογενή αίτια που καθορίζουν τους σ. είναι ποικίλης φύσης και με βάση αυτά διακρίνονται τα είδη των σ. Οι τεκτονικοί σ. οφείλονται, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, σε εσωτερικά ρήγματα των στερεών μαζών του γήινου φλοιού, τα οποία εκδηλώνονται όταν οι ελαστικές τάσεις υπερβούν το όριο ελαστικότητας των μαζών αυτών, οπότε επέρχεται απότομη διάρρηξη. Μερικές φορές ίσως να οφείλονται και σε αποκατάσταση της στατικής ισορροπίας του γήινου φλοιού. Οι ηφαιστειογενείς σ. προηγούνται ή συνοδεύουν μια ηφαιστειακή έκρηξη και είναι συνήθως τοπικού χαρακτήρα. Οι εγκατακρημνισιγενείς σ. οφείλονται σε κατακρήμνιση μαζών μέσα σε σπήλαια ή κενά, που έχουν διαβρωθεί υπογείως. Οι σ. αυτοί είναι τοπικού χαρακτήρα και σπάνια διαπιστώνονται (βλ. λ. εγκατακρημνισιγενής σεισμός).
Οι σεισμικές δονήσεις έχουν πάντα ελάχιστη διάρκεια (λίγα δευτερόλεπτα), αλλά πολλές φορές επαναλαμβάνονται με τόση ταχύτητα, ώστε δημιουργούν την εντύπωση μιας παρατεταμένης δόνησης. Έχει παρατηρηθεί ότι στην περίπτωση αυτή η ισχυρότερη δόνηση δεν είναι ποτέ η τελευταία και πολύ σπάνια η πρώτη. Μετά τις κύριες δονήσεις, αυτές που ακολουθούν έχουν συνεχώς μικρότερη ένταση και λέγονται μετασεισμοί, ενώ διαρκούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Βουή, υπόκωφοι κρότοι σαν βροντές και αιφνίδιες εκρήξεις προηγούνται ή συνοδεύουν ή και ακολουθούν τους σ. Τα φαινόμενα αυτά δύσκολα εξηγούνται και αποδίδονται στη διατάραξη των πετρωμάτων που διαρρηγνύονται. Μερικές φορές συνοδεύουν τη δόνηση τυπικά φωτεινά φαινόμενα, που μπορεί να οφείλονται σε ηφαιστειακές εκδηλώσεις. Κατά μέσο όρο, κάθε χρόνο καταγράφονται 8.000-10.000 σεισμικές δονήσεις, στην πραγματικότητα όμως ο αριθμός τους είναι αρκετά μεγαλύτερος, γιατί πολλές από αυτές περνούν απαρατήρητες, κυρίως αν πρόκειται για υποθαλάσσιους σ.
Επειδή η ένταση των σεισμικών φαινομένων ποικίλλει πάρα πολύ, υπάρχουν κλίμακες έντασης των σ., που επιτρέπουν την κατάταξή τους. Τα παραδεκτά κριτήρια είναι ποικίλα, γι’ αυτό υπάρχουν διάφορες κλίμακες έντασης των σ.
Στην πράξη χρησιμοποιείται συχνότερα η κλίμακα Ρόσι-Φορέλ, διορθωμένη από τον Μερκάλι και συμπληρωμένη αργότερα από τον Κανκάνι, και η κλίμακα Ρίχτερ (βλ. λ. Ρίχτερ, κλίμακα). Οι σεισμικές δονήσεις κατατάσσονται σε 12 βαθμούς, που διακρίνονται ανάλογα με τα όρια επιτάχυνσης (κατά χιλιοστό ανά δευτερόλεπτο), καθώς και από τις ζημιές που προκαλούν στην επιφάνεια της Γης. Οι ζημιές αυτές, όταν πρόκειται για οικοδομές, εξαρτώνται από τον τρόπο που είναι χτισμένες. Σπίτια χτισμένα πρόχειρα, όπως στα χωριά, ή με πολύ χοντρούς τοίχους, πλήττονται ευκολότερα από τις σεισμικές δονήσεις και καταρρέουν. Αντίθετα, οικοδομές χτισμένες με οπλισμένο σκυρόδεμα είναι πολύ ανθεκτικότερες. Γι’ αυτό σήμερα, οι οικοδομές χτίζονται με αντισεισμικά κριτήρια, δηλαδή αφού γίνει πρώτα αντισεισμικός υπολογισμός με βάση τους συντελεστές σεισμικότητας της περιοχής, ο οποίος εξαρτάται και από τη γεωλογική δομή της.
Οι κλίμακες έντασης του σ. χρησιμεύουν για να προσδιορίζονται οι ισοσεισμικές καμπύλες, δηλαδή οι γραμμές που ενώνουν όλα τα σημεία της επιφάνειας της Γης, όπου οι σ. εκδηλώνονται με την ίδια ένταση. Η καμπύλη που περιγράφει τη ζώνη όπου ο σ. είχε τη μεγαλύτερη ένταση περικλείει το επίκεντρο του σ. Γίνεται επίσης προσπάθεια να χαραχτούν και ομόσειστες καμπύλες, που να περιλαμβάνουν όλα τα σημεία απ’ όπου το σεισμικό κύμα πέρασε κατά την ίδια χρονική στιγμή. Επάνω στη Γη υπάρχουν περιοχές πρακτικά χωρίς σεισμικότητα και άλλες με πολύ μεγάλη σεισμικότητα. Από τις σεισμικές ζώνες, ιδιαίτερα πρέπει να σημειωθούν ο κύκλος γύρω από τον Ειρηνικό ωκεανό (ηφαιστειακός δακτύλιος του Ειρηνικού), η αλπικο-καυκασο-ιμαλαϊκή ζώνη (που διασχίζει την Ασία), η οποία εκτείνεται από την Ισπανία και τη βόρεια Αφρική έως τις Φιλιππίνες στον Ειρηνικό, η στενή υποθαλάσσια λοφοσειρά του Ατλαντικού που εκτείνεται από το αρχιπέλαγος Σβάλμπαρντ έως την Ανταρκτική και, τέλος, η υποθαλάσσια λοφοσειρά που διασχίζει τον Ινδικό ωκεανό από τις ακτές της Αραβικής χερσονήσου έως τον Ανταρκτικό. 

Οι σεισμοί στην Ελλάδα. Η σεισμική δράση στον ελληνικό χώρο και στις γύρω από αυτόν περιοχές είναι έντονη. Η Ελλάδα έρχεται πρώτη σε σεισμικότητα σε όλη την Ευρώπη και έκτη παγκοσμίως. Στον ευρύτερο ευρασιατικό χώρο, εξαιρουμένης της Ιαπωνίας (δηλαδή από 34° έως 42° Β και από 19° έως 29° Α), γινόταν και θα γίνεται με μεγάλη πιθανότητα ένας σ. μεγέθους 6,5 Ρίχτερ ή μεγαλύτερος κάθε χρόνο. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας είναι τέτοια που δικαιολογεί την έντονη σεισμικότητα, καθώς βρίσκεται σε σημείο όπου συγκλίνουν η Αφρικανική με την Ευρασιατική λιθοσφαιρική πλάκα.
Όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία των δύο τελευταίων αιώνων, περίπου 900 οικοδομές καταστρέφονται κατά μέσο όρο τον χρόνο από τους σ. στην Ελλάδα. Από τα στοιχεία του ίδιου χρονικού διαστήματος προκύπτει ότι ο ετήσιος αριθμός των νεκρών από τους σ. στη χώρα μας είναι κατά μέσο όρο πενήντα άτομα και ο αριθμός των τραυματιών υπερτριπλάσιος. Πέρα από αυτά, οι σ. έχουν κατ’ επανάληψη αναστείλει τον συνηθισμένο ρυθμό της κοινωνικής ζωής των Ελλήνων προκαλώντας φόβο, ψυχολογική αναστάτωση, νευρική υπερδιέγερση και, στο παρελθόν, σοβαρές επιδημίες από έλλειψη μέσων καθαριότητας.
Οι χώροι διάδοσης των σεισμικών κυμάτων επηρεάζουν σημαντικά τα αποτελέσματα των σ., γιατί ορισμένοι από τους χώρους αυτούς αποσβένουν τα κύματα περισσότερο, ενώ άλλοι (γεωλογικά παλαιότεροι, μικρής θερμοκρασίας) λιγότερο. Έχει παρατηρηθεί, για παράδειγμα, ότι οι μεγάλοι σ. σημαντικού βάθους (70-150 χλμ.) του Νότιου Αιγαίου (12 Οκτωβρίου 1856, 26 Ιουνίου 1926) έχουν προκαλέσει σημαντικές ζημιές σε μεγάλες αποστάσεις προς την κατεύθυνση της Μεσογείου (Κάιρο, Μέση Ανατολή) επειδή τα σεισμικά κύματα διαδίδονται στην Ανατολική Μεσόγειο (γεωλογικά παλιά μάζα) με μικρή απόσβεση, ενώ προς την κατεύθυνση του Αιγαίου σε πολύ μικρότερες αποστάσεις δεν προκάλεσαν σοβαρές βλάβες, επειδή προς την κατεύθυνση αυτή τα κύματα υφίστανται έντονη απόσβεση από τη θερμή μάζα υλικού που έχει εντοπιστεί κάτω από το Νότιο Αιγαίο. Είναι φανερό ότι η μάζα αυτή έσωσε την Αθήνα κατ’ επανάληψη από μεγάλους σ. Η σεισμικότητα μιας περιοχής είναι τόσο μεγαλύτερη όσο συχνότεροι είναι οι σ. που γίνονται στην περιοχή αυτή και όσο μεγαλύτερα είναι τα μεγέθη των σ. αυτών. Για παράδειγμα, στην περιοχή των Ιόνιων νησιών γίνονται δύο σ. μεγέθους 4,5 ή μεγαλύτεροι τον χρόνο ανά 10.000 τ. χλμ., σε περιόδους κανονικού ρυθμού σεισμικής δράσης. Το αντίστοιχο μέτρο για τη σεισμική ζώνη Πατραϊκού-Κορινθιακού-Σαρωνικού είναι 1,6 και για τη ζώνη του Ευβοϊκού 1,1. 
Το πιο σημαντικό συμβάν της νεότερης ιστορίας στη χώρα μας, ήταν αυτό της Κεφαλονιάς τον Αύγουστο του 1953, με μέγεθος 7,2 της κλίμακας Ρίχτερ. Τα καταστροφικά αποτελέσματά του έφθασαν μέχρι τη Ζάκυνθο και την Ιθάκη. Συνολικά θρηνήσαμε πάνω από 400 νεκρούς, ενώ σημειώθηκαν πάνω από 25.000 καταρρεύσεις σπιτιών. Άλλοι σημαντικοί σ. της μεταπολεμικής ιστορίας ήταν: της 19ης Φεβρουαρίου 1968 (μεγέθους 7,2 της κλίμακας Ρίχτερ) στο Βόρειο Αιγαίο πέλαγος, που έπληξε τον Άγιο Ευστράτιο· της 20ής Ιουνίου 1978 (μεγέθους 6,6), που έπληξε τη Θεσσαλονίκη (σχεδόν 50 νεκροί)· της 24ης Φεβρουαρίου 1981 (μεγέθους 6,7), με επίκεντρο τις Αλκυονίδες νήσους του Κορινθιακού κόλπου, ο οποίος έπληξε την Αθήνα και την Κόρινθο (16 νεκροί)· της 13ης Σεπτεμβρίου 1986 (μεγέθους 6,0) που έπληξε την Καλαμάτα, με 20 νεκρούς και 1.500 καταρρεύσεις οικοδομών· της 15ης Ιουνίου 1995 (μεγέθους 6,5) που έπληξε το Αίγιο, με 26 νεκρούς και εκτεταμένες υλικές καταστροφές· της 7ης Σεπτεμβρίου 1999 (μεγέθους 5,9, αλλά μικρού βάθους), με επίκεντρο την Πάρνηθα, που έπληξε την Αθήνα (143 νεκροί) προκαλώντας ζημιές σε 70.000 κτίρια· της 14ης Αυγούστου 2003 (μεγέθους 6,4) που έπληξε τη Λευκάδα, ευτυχώς χωρίς θύματα.Ερείπια από τον φονικό σεισμό της Χίου, που σημειώθηκε τον Ιούλιο του 1949 (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).Ερείπια του εργοστασίου της «Ρικομέξ», όπου βρήκαν τραγικό θάνατο δεκάδες εργαζόμενοι ύστερα από τον σεισμό μεγέθους 5,9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ με επίκεντρο την Πάρνηθα, τον Σεπτέμβριο του 1999 (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Εικόνα καταστροφής ύστερα από τον σεισμό μεγέθους 7,2 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ που συγκλόνισε τα νησιά του Ιονίου, τον Αύγουστο του 1953 (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).
Read 838 times

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.