Δευτέρα, 05 Μαρτίου 2012 12:51

Ρ, ρ

Written by
Rate this item
(0 votes)
Ρ, ρ. Το δέκατο έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου (αρχ. ρω). Προέρχεται από το σημιτικό resh (= κεφάλι ανθρώπου), που γραφόταν ή . Με το ίδιο περίπου σχήμα (, ) παριστάνεται το ρο στις αρχαιότερες επιγραφές της Θήρας, της Κρήτης, της Αττικής και της Κορίνθου. Άλλα σχήματά του είναι: D (Σάμος, Μίλητος, Ναύκρατις, Κύμη, Αρκαδία, Θεσσαλία κ.ά.), (Αρκαδία, Κέρκυρα), R, (Μήλος, Κέρκυρα, Αμβρακία, Χαλκίς, Ερέτρια). Στο αττικό αλφάβητο, περίπου από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. είχε επικρατήσει η ιωνική μορφή Ρ, η οποία καθιερώθηκε στο ευκλείδειο αλφάβητο και διατηρήθηκε μέχρι σήμερα. Η μορφή R, που απαντά στα δυτικά ελληνικά αλφάβητα, μεταδόθηκε στην Ιταλία και έτσι με το σχήμα αυτό δηλώθηκε ο αντίστοιχος φθόγγος της λατινικής. Ο φθόγγος ρ της αρχαίας ελληνικής προέρχεται από τα r, της ινδοευρωπαϊκής: ινδοευρ. bhero, ελλην. φέρω, ινδοευρ. ρίζα *- ελλην. καρδία, ινδοευρ. *dhvos, ελλην. ορθός.
Από φωνητική άποψη το ρ είναι ημίφωνος φθόγγος, υγρός, ηχηρός και παράγεται όταν η γλώσσα αγγίξει τα φατνία και τεθεί σε τρομώδη κίνηση από τον εξερχόμενο αέρα. Λόγω της ιδιάζουσας αυτής προφοράς, το αρκτικό ρ προσέλαβε στην ελληνική προσθετικά φωνήεντα, συνήθως ε αλλά και α, ο, και έτσι δεν απαντά το κληρονομημένο από την ινδοευρωπαϊκή αρκτικό ρ: ινδοευρ. ρίζα reudh-, ελλην. ερυθρός. Το αρκτικό ρ της ελληνικής προέρχεται από τα συμπλέγματα sr, Fr. Στη νέα ελληνική το ρ, είτε στην αρχή είτε στη μέση λέξης, είναι πάντοτε ηχηρό. Στην αρχαία, όμως, μπορούσε να καταστεί άηχο σε συνεκφορά με δασύ σύμφωνο (χ, φ, θ), όπως αποδεικνύει η λατινική μεταγραφή ελληνικών λέξεων: Chrysippus (= Χρύσιππος). Σε ρ άηχο κατέληξε και το αρχικό sr, όπως φαίνεται από επιγραφές, όπου σημειώνεται ο δασύς φθόγγος Η (= h): phoFaiσι (= ροαίς, Κέρκυρα). Στα χειρόγραφα, το άηχο του ρ δηλώνεται με τη σημείωση δασείας επάνω στο ρ: ρ‘οή. Σύμφωνα με τη διδασκαλία των αρχαίων γραμματικών, το ρ σε συμπλοκή με ψιλό σύμφωνο ψιλούται και με δασύ δασύνεται: ’Ατρ’εύς, θρ‘όνος, και στη μέση λέξης τα διπλά ρ παίρνουν το πρώτο ψιλή και το δεύτερο δασεία (ε’ρ’ρ‘εε). Τα αρκτικά σρ και Fρ εξελίχθηκαν σε ρρh και αργότερα απλοποιήθηκαν σε ρ. Διατήρηση του διπλού ρ είχαμε στη σύνθεση με λέξεις, που έληγαν σε βραχύ φωνήεν (καλλίρροος) καθώς και μετά τη συλλαβική αύξηση των ρημάτων (έρρεον). Το σύμπλεγμα ρσ τράπηκε σε ρ με αναπληρωτική έκταση του προηγούμενου βραχέος φωνήεντος: έφθερσα > έφθειρα (ει = e). Στη λεσβιακή, θεσσαλική κλπ. τράπηκε σε ρρ: αέρσατε, λεσβ. αέρρατε, ιων. αείρατε. Όταν, όμως, ο τόνος βρισκόταν στην αμέσως προηγούμενη συλλαβή, το σύμπλεγμα ρρ διατηρήθηκε και στην Αττική: άρσην > άρρην, θάρσος > θάρρος. Σε ρρ τράπηκε, επίσης, και το σύμπλεγμα vρ: συνρέω > συρρέω.
Εκτός από το ρ, που κληρονομήθηκε από την ινδοευρωπαϊκή, στην αρχαία ελληνική παρατηρείται ανάπτυξη του φθόγγου σε δύο περιπτώσεις: από το λ είτε από ανομοίωση (αλγαλέος > αργαλέος), είτε από μετατροπή σε συμπλέγματα με διάφορα σύμφωνα (τολμάν > τορμάν), φαινόμενο που απαντά και στη νέα ελληνική: ήρθα, αδερφός· από τροπή του σ σε ρ, φαινόμενο που καλείται ρωτακισμός και απαντά σε αρκετές αρχαίες διαλέκτους (Ερέτριας, Ωρωπού, Ήλιδος, λακωνική, κρητική κ.ά.). Στις διαλέκτους αυτές το μεταξύ φωνηέντων ή προ ηχηρού φθόγγου σ τράπηκε αρχικά σε ηχηρό z και έπειτα σε ρ: έχουσι παισίν > έχουρι παιρίν, Μίσγος > Μίργος. Στην ηλειακή και λακωνική παρατηρείται τροπή μόνο του τελικού ς σε ρ ανεξάρτητα του αρχικού φθόγγου της επόμενης λέξης: Κλέανδρορ. Στην τσακωνική, που συνεχίζει την αρχαία λακωνική, το ρ αυτό διατηρήθηκε σε συνεκφορά: καούρ εκάνατε (= καλώς κάνατε). Η ιδιάζουσα προφορά του ρ υπήρξε αιτία ποικίλων φωνητικών αλλοιώσεων, όπως τα παραπάνω προσθετικά φωνήεντα, η ανάπτυξη φωνήεντος (Ερεμής < Ερμής, αράχοντος < άρχοντος, Ελευσίνα), η ανάπτυξη συμφώνου (γαμβρός, ανδρός) και η μετάθεση (Αφορδίτα < Αφροδίτη, δαρχμά < δραχμή, Κρήτη) και τα μεταγενέστερα τράφος < τάφρος, κορκόδειλος < κροκόδειλος, κάτροπτον < κάτοπτρον (απ’ όπου το νεοελληνικό καθρέφτης). 
Στη νέα ελληνική, εκτός από την τροπή του λ σε ρ και τη μετάθεση, παρατηρείται και ανάπτυξη του φθόγγου: κατακυλώ > κατρακυλώ και διαλεκτικά και η αποβολή του (τυΐ < τυρί, δώου < δώρου, Σαμοθράκη).
Read 608 times

More in this category: « Ρύζι

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.