Δευτέρα, 05 Μαρτίου 2012 12:49

ρύπανση

Written by
Rate this item
(0 votes)
ρύπανση (Οικολ.). Η επιβάρυνση του περιβάλλοντος με κάθε παράγοντα, ο οποίος μπορεί να έχει βλαπτικές επιδράσεις στους ζωντανούς οργανισμούς και γενικότερα στο οικοσύστημα· ο παράγοντας αυτός αποκαλείται ρύπος. Στους ρύπους συγκαταλέγονται διάφορα χημικά υλικά, καθώς και ορισμένες μορφές ενέργειας, όπως η θερμότητα, ο ήχος και η ραδιενέργεια. Οι πηγές παραγωγής των ρύπων αναφέρονται ως ρυπαντές. Επειδή συχνά, αντί του όρου ρ., χρησιμοποιείται ο όρος μόλυνση του περιβάλλοντος, πρέπει να σημειωθεί ότι ο όρος μόλυνση είναι δόκιμος μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει μικροβιακή επιβάρυνση του περιβάλλοντος.
Βασικό κριτήριο για να χαρακτηριστεί ένας ρύπος επικίνδυνος για το περιβάλλον δεν είναι μόνο η ποιότητά του, αλλά και ο ρυθμός με τον οποίο συσσωρεύεται σε ένα οικοσύστημα. Ένας παράγοντας που εισάγεται στο οικοσύστημα με μεγαλύτερο ρυθμό από αυτόν με τον οποίο αφομοιώνεται, δηλαδή απομακρύνεται ή αδρανοποιείται από τους ειδικούς περιβαλλοντικούς μηχανισμούς αποκατάστασης της ισορροπίας, είναι περισσότερο επικίνδυνος από έναν άλλον που μπορεί να είναι πιο τοξικός, αλλά αφομοιώνεται με μεγαλύτερο ρυθμό. Ακόμα και ουσίες οι οποίες υπάρχουν φυσιολογικά στο περιβάλλον, όπως το CO2 της ατμόσφαιρας, μπορούν να αποβούν βλαβερές ή και θανατηφόρες, όταν η συγκέντρωσή τους υπερβεί ορισμένα όρια.
Κρατικοί νόμοι και διακρατικές συμφωνίες καθορίζουν τα ανώτατα επιτρεπτά όρια για τις τιμές των διαφόρων ρύπων, ώστε να μην είναι απειλητικοί για το περιβάλλον. Ωστόσο, επειδή οι μετεωρολογικές και γεωλογικές συνθήκες διαφέρουν από οικοσύστημα σε οικοσύστημα, ανάλογα διαφοροποιείται και η ικανότητα των οικοσυστημάτων να απομακρύνουν ή να αδρανοποιούν κάθε είδος ρύπου. Έτσι, σε κάθε οικοσύστημα, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές του, υπάρχει μια καθορισμένη τιμή πέρα από την οποία ένας ρύπος μπορεί να αποβεί βλαπτικός για τους οργανισμούς που ζουν σε αυτό.
Αρκετά φυσικά φαινόμενα, όπως η ηφαιστειακή δραστηριότητα, η αποικοδόμηση της νεκρής οργανικής ύλης στο έδαφος και οι αμμοθύελλες μπορούν να μεταβάλουν τη σύσταση του αέρα, του νερού ή του εδάφους. Ωστόσο, ο κυριότερος παράγοντας ρ. είναι η ανθρώπινη δραστηριότητα (βιομηχανική, γεωργική, αστική). Ιδιαίτερα τοξικοί ρύποι για τη βιόσφαιρα είναι τα διάφορα συνθετικά παρασιτοκτόνα και εντομοκτόνα, καθώς και τα ραδιενεργά απόβλητα. Η σημασία αυτών των ρύπων αυξήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, εξαιτίας της αυξημένης απελευθέρωσής τους στο περιβάλλον. Το κοινό στοιχείο στην επίδραση των ουσιών αυτών στο περιβάλλον είναι ότι, λόγω της σταθερότητάς τους, παραμένουν για πολλά χρόνια στα οικοσυστήματα, με αποτέλεσμα, ακόμη και αν βρίσκονται σε χαμηλές συγκεντρώσεις, να συσσωρεύονται στους ανώτερους καταναλωτές, καθώς περνούν από τον έναν κρίκο της τροφικής αλυσίδας στον επόμενο. 
Ανάλογα με το τμήμα της βιόσφαιρας που πλήττει, η ρ. διακρίνεται σε ατμοσφαιρική, ρ. των υδάτων και ρ. του εδάφους· ωστόσο, η διάκριση αυτή γίνεται κυρίως για μεθοδολογικούς λόγους και δεν πρέπει να θεωρείται απόλυτη, καθώς οι διάφορες μορφές ρ. αλληλοεπηρεάζονται κατά την επίδρασή τους στο περιβάλλον. 
Τα τελευταία χρόνια η ρ. του περιβάλλοντος έχει πάρει επικίνδυνες και, σε πολλές περιπτώσεις, καταστροφικές διαστάσεις για τη γήινη βιόσφαιρα, λόγω της μεγάλης τεχνολογικής προόδου και της ραγδαίας βιομηχανικής ανάπτυξης.

Ατμοσφαιρική ρύπανση. Έτσι ονομάζεται η αλλοίωση της σύστασης του ατμοσφαιρικού αέρα, η οποία οφείλεται στην παρουσία αέριων, υγρών ή στερεών χημικών ουσιών, οι οποίες είναι συνήθως ξένες ως προς τα φυσιολογικά συστατικά της ατμόσφαιρας και βρίσκονται σε σαφώς αυξημένα επίπεδα. Οι ουσίες αυτές είναι δυνατόν να εισέρχονται στην ατμόσφαιρα είτε εξαιτίας της δραστηριότητας του ανθρώπου (τεχνητές ουσίες), είτε με φυσικό τρόπο, όπως είναι για παράδειγμα οι ουσίες που προέρχονται από τις αναθυμιάσεις των ηφαιστείων, οι κόκκοι άμμου, οι μικροοργανισμοί κλπ. Οι φυσικές ουσίες εισέρχονται κυρίως σε εντοπισμένες περιοχές και σε αμελητέα αναλογία σε σχέση με τις τεχνητές. 
Με βάση τα παραπάνω μπορούν να διακριθούν διάφοροι τύποι ατμοσφαιρικής ρ. όπως: φυσική ή ανθρωπογενής, αέριος (αν ο ρύπος είναι σε αέρια μορφή) ή σωματιδιακή (αν ο ρύπος έχει τη μορφή σωματίων), ραδιενεργός (όπως η οφειλόμενη στο ισότοπο του ιωδίου 131Ι) ή αδρανής (όπως η οφειλόμενη στη γύρη) κλπ. Στην ατμοσφαιρική ρ., εξάλλου, υπάγεται η θερμική ατμοσφαιρική ρ., η οποία οφείλεται στην αύξηση της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος που προκαλείται από τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις και τους σταθμούς πυρηνικής ενέργειας. Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελεί η ρ. των εσωτερικών χώρων, η οποία μπορεί να οφείλεται: σε διάφορα προϊόντα καθημερινής χρήσης (π.χ. καθαριστικά)· στην αυξημένη συγκέντρωση του ραδονίου, ενός ραδιενεργού αερίου που εκλύεται φυσικά από το έδαφος ή από ορισμένα δομικά υλικά των κτιριακών εγκαταστάσεων, κ.ά. 
Οι συνηθέστερες ουσίες που ευθύνονται για την ατμοσφαιρική ρ. είναι τα παράγωγα του θείου και του αζώτου, το μονοξείδιο και το διοξείδιο του άνθρακα, οι υδρογονάνθρακες και διάφορα στερεά σωμάτια. Οι ουσίες αυτές, οι οποίες παράγονται άμεσα από τις μηχανές εσωτερικής καύσης (αυτοκινήτων, αεροπλάνων, εργοστασίων), είναι γνωστές και ως πρωτογενείς ρύποι. Από τους πρωτογενείς ρύπους, το μονοξείδιο του άνθρακα (CO) συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο τοξικών αερίων, καθώς σε υψηλές συγκεντρώσεις ανταγωνίζεται το οξυγόνο για την ειδική θέση σύνδεσης στο μόριο της αιμοσφαιρίνης και έτσι παρεμποδίζει τη μεταφορά οξυγόνου στους ιστούς. Σε μέτριες ποσότητες απορρόφησης από τον ανθρώπινο οργανισμό, το μονοξείδιο του άνθρακα προκαλεί δυσκολία στην αναπνοή, κόπωση, ιλίγγους, κεφαλαλγίες, διαταραχές στην όραση, εμετούς, παροξυσμούς και καταθλιπτικές καταστάσεις. Σε μεγαλύτερες ποσότητες απορρόφησης επέρχεται απώλεια της συνείδησης και σπασμοί, ενώ σε πολύ μεγάλες συγκεντρώσεις υπάρχει καταστολή της αναπνευστικής λειτουργίας με αποτέλεσμα τον θάνατο. Τα οξείδια του αζώτου προκαλούν καταστροφές στους ιστούς των πνευμόνων, ενώ η για μεγάλο χρονικό διάστημα έκθεση σε χαμηλές συγκεντρώσεις τους είναι υπεύθυνη για την πρόκληση εμφυσήματος. Ειδικότερα το μονοξείδιο του αζώτου (ΝΟ), με την παρουσία του οξυγόνου του αέρα, μετατρέπεται σε διοξείδιο του αζώτου (ΝΟ2) και κατόπιν, απορροφώντας υδρατμούς, σε νιτρώδη και νιτρικά οξέα, τα οποία σε σχετικά υψηλές συγκεντρώσεις προκαλούν τον ερεθισμό των αισθητηρίων οργάνων της όρασης και της όσφρησης. Το διοξείδιο του θείου (SO2) είναι ιδιαίτερα σημαντικός ρύπος, ο οποίος εισέρχεται σε σημαντικές ποσότητες στην ατμόσφαιρα από τις διαδικασίες καύσης (το θείο υπάρχει στα καύσιμα ως πρόσμειξη σε ποσοστό 0,1-6%) ή από τις εγκαταστάσεις παραγωγής θειικού οξέος· όταν ενωθεί με το οξυγόνο μετατρέπεται σε ανυδρίτη θειικού οξέος (SO3) και κατόπιν, με την παρουσία υδρατμών, σε θειικό οξύ, το οποίο έχει ισχυρή ικανότητα ερεθισμού του αναπνευστικού συστήματος και μάλιστα σε πολύ μικρές ποσότητες. Άλλες ουσίες βλαβερές για τους ζωικούς και φυτικούς οργανισμούς, ακόμα και σε πάρα πολύ μικρές ποσότητες, είναι οι ενώσεις του φθορίου και του χλωρίου, οι οποίες αποβάλλονται από τη χημική βιομηχανία. Τέλος, μερικοί από τους υδρογονάνθρακες που περιέχονται στους ατμοσφαιρικούς ρύπους, όπως το βενζοπυρένιο, έχουν καρκινογόνο δράση. 
Τα στερεά σωμάτια (καπνός, τέφρα, αιθάλη κλπ.) υπάρχουν στην ατμόσφαιρα σε αρκετά υψηλά ποσοστά και η δράση τους στον ανθρώπινο οργανισμό συνδέεται κυρίως με το μέγεθός τους· μόνο τα σωμάτια με διαστάσεις της τάξης του μικρομέτρου, δηλαδή του χιλιοστού του χιλιοστομέτρου, μπορούν να διεισδύσουν στον οργανισμό από τις αναπνευστικές οδούς και να επικαθίσουν στις κυψελίδες των πνευμόνων· η βλαπτική δράση τους εξαρτάται και από το ποσοστό άλλων ρυπαντικών ουσιών που μπορεί να έχουν απορροφήσει. Μεγάλες ποσότητες στερεών σωματίων απελευθερώνονται στην ατμόσφαιρα από τις βιομηχανίες σιδήρου, με τη μορφή οξειδίων του σιδήρου, και από τις βιομηχανίες τσιμέντου με τη μορφή ασβεστολιθικού κονιορτού. 
Ο μηχανισμός της ατμοσφαιρικής ρ. είναι μια πολύπλοκη διαδικασία, επειδή εξαρτάται στενά από τις θερμικές και δυναμικές διακυμάνσεις της κατώτερης ατμόσφαιρας. Ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ της εξόδου του ρύπου στην ατμόσφαιρα και της πτώσης του στο έδαφος, εξαρτάται από την ικανότητα ανάμειξης του αέρα· η τελευταία, σε γενικές γραμμές, εξαρτάται από τις μεταβολές της θερμοκρασίας σε συνάρτηση με το ύψος, από την παρουσία ή μη ανέμων, από την ακτινοβολία του εδάφους, από το ανάγλυφο της περιοχής κλπ. Για παράδειγμα, η κατακόρυφη κυκλοφορία του αέρα μεταξύ της επιφάνειας του εδάφους και των ψηλότερων στρωμάτων της ατμόσφαιρας (ο θερμός αέρας εγκαταλείπει την επαφή του με το έδαφος και ανέρχεται, παραχωρώντας τη θέση του σε ψυχρότερο αέρα), μπορεί να διακοπεί από την ύπαρξη ενός ή περισσότερων στρωμάτων θερμικής αναστροφής (στρώματα στα οποία η θερμοκρασία αυξάνεται αντί να μειώνεται με το ύψος). Μια τέτοια κατάσταση έχει ως αποτέλεσμα την παγίδευση των ρύπων κοντά στο έδαφος, χωρίς να μπορούν να διασκορπιστούν στα ανώτερα ύψη. Αν η κατάσταση αυτή παραταθεί για πολλές ημέρες, μπορεί να έχει δραματικά επακόλουθα για τον πληθυσμό. Για παράδειγμα, το επεισόδιο που παρατηρήθηκε στο Λονδίνο το 1952, με αποτέλεσμα 4.000 θανάτους, οφείλεται στο ότι μια ισχυρή θερμική αναστροφή παρέμεινε στο έδαφος, από τις 6 έως τις 20 Δεκεμβρίου και πολλαπλασίασε τα τοξικά αποτελέσματα των καπνών και του διοξειδίου του θείου της ατμόσφαιρας· στο Ρότερνταμ, επίσης, τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1971, ο πληθυσμός κατελήφθη από πανικό, εξαιτίας της πυκνής αιθαλομίχλης.
Η συστηματική επιβάρυνση της ατμόσφαιρας ξεκίνησε με την εντατική καύση των ορυκτών καυσίμων (γαιανθράκων και πετρελαίου) που εισήγαγε η Βιομηχανική επανάσταση. Η επιβάρυνση αυτή υποβοηθήθηκε από την ανέγερση μεγάλων βιομηχανικών μονάδων στις πόλεις, σε συνδυασμό με την αλματώδη αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού και την αστικοποίηση. Ακόμη μεγαλύτερη επιδείνωση επέφερε η συνεχής εκπομπή βιομηχανικών αέριων ρύπων από κλιβάνους, λέβητες, θερμικές μηχανές κλπ., κατά τη διάρκεια του 20ού αι. και, επίσης, η μαζική χρήση του αυτοκινήτου. Με το πέρασμα του χρόνου και την ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας, η ατμοσφαιρική ρ. προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά και βιομηχανικά κέντρα. 
Εκτός από το επεισόδιο του Λονδίνου το 1952, ανάμεσα στα σημαντικότερα επεισόδια ατμοσφαιρικής ρ. κατά τον 20ό αι. συγκαταλέγονται: η εμφάνιση του φωτοχημικού νέφους στο Λος Άντζελες το 1938, το οποίο προκάλεσε διαταραχές στην αναπνευστική λειτουργία των κατοίκων και καταστροφές στις δασικές εκτάσεις με τις οποίες γειτνιάζει η πόλη, και το ατύχημα στην πόλη Μποπάλ της Ινδίας, το 1984, κατά το οποίο η απελευθέρωση περισσότερων από 40 τόνων μεθυλοϊσοκυανικού οξέος από εργοστάσιο παραγωγής εντομοκτόνων, προκάλεσε τον θάνατο 2.500 ανθρώπων. 
Ο αγώνας κατά της ατμοσφαιρικής ρ., που έχει αρχίσει εδώ και αρκετά χρόνια σε πολλές εκβιομηχανισμένες χώρες, στηρίζεται σε τεχνικά και νομοθετικά μέτρα. Από τεχνικής πλευράς, σήμερα υπάρχουν στη διάθεση του ανθρώπου αποτελεσματικές συσκευές και μέθοδοι για να περιοριστεί η εισαγωγή στην ατμόσφαιρα των βλαβερών ουσιών και να συγκρατηθούν τα στερεά σωμάτια τα οποία αιωρούνται στα αέρια των καπνοδόχων. Για τις εγκαταστάσεις καύσης τείνουν να υιοθετηθούν καύσιμα με χαμηλή περιεκτικότητα θείου ή η κατασκευή πολύ υψηλών καπνοδόχων, έτσι ώστε να διευκολύνεται η διάχυση των θειούχων ενώσεων, επειδή ακριβώς δεν είναι εφικτές –οικονομικά και τεχνικά– οι μέθοδοι αφαίρεσης του θείου από τα καύσιμα. Επίσης, χάρη στη χρήση υλικών και νέων τεχνικών μεθόδων κατασκευής που ενισχύουν τις μονωτικές ικανότητες των κτιρίων, είναι δυνατό να περιοριστούν οι θερμικές απώλειες με αποτέλεσμα την ελάττωση της περιττής κατανάλωσης ενέργειας. Το ποσοστό των στερεών σωματίων που δεν έχουν καεί και εισέρχονται στον αέρα, μπορεί να περιοριστεί πολύ με τη βελτίωση των εγκαταστάσεων καύσης και με αποτελεσματικούς καπνοσυλλέκτες. Όσον αφορά τις τοξικές ουσίες που προέρχονται από τις διάφορες βιομηχανίες, είναι απαραίτητη η συγκράτησή τους με ειδικά φίλτρα ή η μετατροπή τους με χημικά μέσα.

Συνέπειες της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στο περιβάλλον. Διάφορα φαινόμενα, τα οποία έχουν λάβει συμβατικές ονομασίες από τα ΜΜΕ, συνδέονται με το παγκόσμιο πρόβλημα της ρ.
Φαινόμενο του θερμοκηπίου. Ορισμένα αέρια της ατμόσφαιρας, με σημαντικότερα το διοξείδιο του άνθρακα (CO2) και τους υδρατμούς, δεσμεύουν μέρος της υπέρυθρης ακτινοβολίας που εκπέμπεται μετά την πρόσπτωση της ηλιακής ακτινοβολίας στην επιφάνεια της Γης, παίζοντας σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της θερμοκρασίας του πλανήτη. Αν δεν δεσμευόταν η υπέρυθρη ακτινοβολία, η μέση θερμοκρασία της Γης θα ήταν –20°C, αντί της ευνοϊκής για τη ζωή μέσης θερμοκρασίας των 15°C που υπάρχει σήμερα. Τον όρο φαινόμενο του θερμοκηπίου εισήγαγε το 1822 ο Γάλλος μαθηματικός Ζαν Μπατίστ Φουριέ για να περιγράψει τη φυσική αυτή διαδικασία, λόγω της ομοιότητας του μηχανισμού με τον οποίο αυξάνεται η θερμοκρασία σε ένα θερμοκήπιο και στην ατμόσφαιρα. Και στις δύο περιπτώσεις, ο αέρας που θερμαίνεται από τις ηλιακές ακτίνες (που περνούν από το τζάμι και την ατμόσφαιρα, αντίστοιχα) παγιδεύεται με αποτέλεσμα την αύξηση της θερμοκρασίας.
Η υπόλοιπη υπέρυθρη ακτινοβολία διαφεύγει στο Διάστημα και έτσι αποτρέπεται η υπερθέρμανση του πλανήτη. Ωστόσο, εξαιτίας της υπέρμετρης καύσης ορυκτών καυσίμων, η συγκέντρωση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα έχει αυξηθεί. Επίσης, εκτός από το διοξείδιο του άνθρακα, έχουν ελευθερωθεί στην ατμόσφαιρα και άλλες αέριες ενώσεις όπως οι χλωροφλοράνθρακες (προωθητικά αερίων), οι οποίες δρουν σαν αέρια του θερμοκηπίου, δηλαδή δεσμεύουν την υπέρυθρη ακτινοβολία. Η ατμοσφαιρική αυτή ρ. οδήγησε σε έξαρση του φαινόμενου του θερμοκηπίου, με αποτέλεσμα την αύξηση της θερμοκρασίας της Γης. Επειδή η ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα που προστίθεται στην ατμόσφαιρα αυξάνεται με ρυθμό 0,3% τον χρόνο, πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι το 2040 η θερμοκρασία του πλανήτη θα έχει αυξηθεί κατά 5°C. Μια τόσο σημαντική αύξηση θα επιφέρει σοβαρές κλιματολογικές μεταβολές με δραματικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Οι πάγοι των πόλων θα λιώσουν με αποτέλεσμα την ανύψωση της στάθμης της θάλασσας και την απώλεια μεγάλων χερσαίων εκτάσεων, οι οποίες θα καλυφθούν από το νερό. Είναι, επίσης, πιθανό πολλές γόνιμες περιοχές να μετατραπούν σε άγονες, και το αντίστροφο.
Πάντως, αν και είναι απαραίτητο να μειωθούν σε παγκόσμιο επίπεδο οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, προς το παρόν καμία πρόβλεψη δεν μπορεί να είναι απόλυτα ακριβής. Κι αυτό γιατί δεν είναι ακόμη κατανοητή η πολυπλοκότητα των ατμοσφαιρικών φαινομένων και ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο αλληλεπιδρούν οι παράγοντες που ευθύνονται για την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη με τους μηχανισμούς που την εξισορροπούν. Ακτιβιστές της Γκρίνπις (Greenpeace) σε εκδήλωση διαμαρτυρίας προς την κυβέρνηση της Αυστραλίας· η Αυστραλία και οι ΗΠΑ είναι οι μοναδικές ανεπτυγμένες χώρες οι οποίες αρνήθηκαν να υπογράψουν το πρωτόκολλο του Κιότο για τον περιορισμό της εκπομπής αερίων που επιδεινώνουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου (φωτ. ΑΠΕ).
Φωτοχημικό νέφος. Ειδικός τύπος νέφους, που προκαλείται από τα προϊόντα της φωτοχημικής αντίδρασης των πρωτογενών ρύπων με το οξυγόνο της ατμόσφαιρας. Στην Ελλάδα εντοπίστηκε για πρώτη φορά στον ουρανό της Αθήνας το πρωί της 23ης Σεπτεμβρίου 1979 από το Πανελλήνιο Κέντρο Οικολογικών Ερευνών (ΠΑΚΟΕ). Οι ειδικοί επιστήμονες το ονομάζουν νέφος τύπου Λος Άντζελες, επειδή μοιάζει πολύ με το φωτοχημικό φαινόμενο που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1938 στην πρωτεύουσα της Καλιφόρνια. Αυτός ο τύπος νέφους είναι γνωστός και ως φωτοχημική αιθαλομίχλη (για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. λ. αιθαλομίχλη).Το φωτοχημικό νέφος αποτελεί μια μορφή ατμοσφαιρικής ρύπανσης, η οποία προκαλείται από τα προϊόντα της αντίδρασης των πρωτογενών ρύπων της ατμόσφαιρας με το φως· στη φωτογραφία διακρίνεται το φωτοχημικό νέφος πάνω από την πόλη της Αθήνας (φωτ. ΑΠΕ).
Όξινη βροχή. Φαινόμενο κατά το οποίο το pH της βροχής είναι αρκετά όξινο, με τιμή μικρότερη και από 5 (το φυσιολογικό pH της βροχής είναι γύρω στο 5,6). Η μείωση του pH της βροχής και γενικά των κατακρημνίσεων (χιόνι, χαλάζι) οφείλεται στην αυξημένη παρουσία οξειδίων του αζώτου και διοξειδίου του θείου στην ατμόσφαιρα. Τα οξείδια αυτά παράγονται και φυσικά από την ηφαιστειακή δραστηριότητα και τις διεργασίες αποικοδόμησης των οργανικών ουσιών από τα βακτήρια και τους μύκητες του εδάφους, αλλά κυρίως τεχνητά από την εντατική καύση των υγρών καυσίμων. Τα αέρια αυτά αφού πρώτα μετατραπούν, με την επίδραση των υδρατμών της ατμόσφαιρας, σε νιτρικό και θειικό οξύ αντίστοιχα, επιστρέφουν στην επιφάνεια της Γης διαλυμένα στο νερό της βροχής, στο χιόνι, στην ομίχλη ή στο χαλάζι (όξινα κατακρημνίσματα).
Η όξινη βροχή μπορεί να προκαλέσει καταστροφή του φυλλώματος των δένδρων, μείωση της γονιμότητας του εδάφους και θανάτωση των φυτικών και ζωικών οργανισμών των υδάτινων οικοσυστημάτων. Το ίδιο όμως φαινόμενο προκαλεί καταστροφές στα ιστορικά αρχιτεκτονικά μνημεία και στα έργα τέχνης που είναι κατασκευασμένα από μάρμαρο, γιατί τα οξέα που περιέχονται στη βροχή διαβρώνουν τις εξωτερικές επιφάνειές τους (γυψοποίηση των μαρμάρων). 
Το φαινόμενο της όξινης βροχής δεν εκδηλώνεται μόνο πάνω από περιοχές στις οποίες η ατμόσφαιρα έχει επιβαρυνθεί με μεγάλες συγκεντρώσεις των οξειδίων αυτών, αλλά και πάνω από περιοχές στις οποίες τα οξείδια έχουν μεταφερθεί με τον άνεμο.
Τρύπα του όζοντος. Ένα πολύ σημαντικό περιβαλλοντικό πρόβλημα που σχετίζεται με την ατμοσφαιρική ρ. είναι η εξασθένιση της στοιβάδας του όζοντος, ή τρύπα του όζοντος, όπως είναι περισσότερο γνωστό. Αυτό το φαινόμενο αναλύεται σε ξεχωριστό λήμμα (βλ. λ. όζοντος, τρύπα). 

Ρύπανση των υδάτων. Έτσι ονομάζεται κάθε φυσική, χημική ή βιολογική μεταβολή που καθιστά το νερό ακατάλληλο για τους οργανισμούς που ζουν σε αυτό ή το χρησιμοποιούν. Η επιβάρυνση του υδάτινου περιβάλλοντος ξεκίνησε από την εποχή που τα λύματα των πρώτων οικισμών του ανθρώπου απελευθερώνονταν στα γειτονικά ποτάμια, στις λίμνες και στις θάλασσες. Αρκετά αργότερα, με τη δημιουργία των πόλεων και τη συγκέντρωση των πληθυσμών σε αυτές, αυξήθηκε η ποσότητα των παραγόμενων οργανικών λυμάτων. Σε αυτά προστέθηκαν τοξικές ουσίες, οι οποίες αποτελούν παραπροϊόντα χημικών κατεργασιών, όπως η βυρσοδεψία και η μεταλλουργία. Στην αρχαία Ρώμη, η χρησιμοποίηση του μολύβδου στην κατασκευή αγωγών ύδρευσης επιβάρυνε το πόσιμο νερό σε βαθμό ώστε να ανιχνεύονται σήμερα υψηλές συγκεντρώσεις του μετάλλου στον σκελετό των αρχαίων Ρωμαίων. Πολλές από τις επιδημίες (χολέρα, τυφοειδής πυρετός, δυσεντερίες) που μαστίζουν τον άνθρωπο οφείλονται στη μόλυνση του νερού από μικροβιακούς παράγοντες. Το πρώτο επιστημονικά καταγεγραμμένο περιστατικό ρ. πόσιμου νερού ήταν η επιδημία χολέρας στο Λονδίνο του 1854, όπου 616 άνθρωποι πέθαναν εξαιτίας του μολυσμένου νερού μιας δημόσιας βρύσης. Το σημαντικότερο περιστατικό ρ. του νερού κατά τον 20ό αι. σημειώθηκε στον κόλπο της Μιναμάτα στην Ιαπωνία, όπου μια βιομηχανική μονάδα απελευθέρωνε από τη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1960 μεγάλες ποσότητες υδραργύρου στη θάλασσα. Ο υδράργυρος, αφού ενσωματώθηκε στα φύκη του κόλπου, πέρασε μέσω της τροφικής αλυσίδας στα ψάρια και στη συνέχεια στους κατοίκους του γειτονικού χωριού. Λόγω της δηλητηρίασης από τον υδράργυρο, έως το 1960 είχαν νοσήσει 116 άτομα και είχαν πεθάνει 43. 
Μεταβολές στην ποιότητα του νερού, που το καθιστούν ακατάλληλο για τους οργανισμούς, μπορούν να προκληθούν με διάφορους τρόπους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ρ. του νερού ξεκινά από την αστική και βιομηχανική δραστηριότητα της ξηράς. Τα σημαντικότερα προβλήματα που σχετίζονται με τη ρ. των υδάτων είναι η θερμική ρ., η αύξηση του μικροβιακού του φορτίου, ο ευτροφισμός (βλ. λ.) και η επιβάρυνσή του με τα παραπροϊόντα της βιομηχανίας. 
Η θερμική ρ. προκαλείται από την απόρριψη θερμού νερού από τις ψυκτικές εγκαταστάσεις των πυρηνικών αντιδραστήρων και των εργοστασίων που χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα, σε ένα υδάτινο οικοσύστημα. Η δραστηριότητα αυτή μπορεί να προκαλέσει αύξηση της θερμοκρασίας του νερού και επακόλουθη ελάττωση της συγκέντρωσης του οξυγόνου που βρίσκεται διαλυμένο σε αυτό, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο ασφυξίας των υδρόβιων οργανισμών. 
Η αύξηση του μικροβιακού φορτίου του νερού, η οποία μπορεί να γίνει αιτία για τη διάδοση σοβαρών νοσημάτων, οφείλεται στα αστικά λύματα που καταλήγουν μέσω των αγωγών αποχέτευσης στα υδάτινα οικοσυστήματα. Τα λύματα αυτά περιέχουν παραπροϊόντα του ανθρώπινου μεταβολισμού (περιττώματα, ούρα), καθώς και διάφορες ουσίες καθημερινής χρήσης, όπως απορρυπαντικά, προϊόντα καθαρισμού κ.ά. 
Πάντως, η σοβαρότερη πηγή ρ. του νερού είναι η βιομηχανική δραστηριότητα. Στα απόβλητα των βιομηχανιών περιέχεται πλήθος χημικών ουσιών, όπως βαρέα μέταλλα (μόλυβδος, υδράργυρος, ψευδάργυρος κ.ά.), οργανικοί διαλύτες και παράγωγα του πετρελαίου, οι οποίες όταν εισάγονται στα υδάτινα οικοσυστήματα διαταράσσουν την ισορροπία τους και εγκυμονούν κινδύνους για τη ζωή των υδρόβιων οργανισμών. Ιδιαίτερα τα βαρέα μέταλλα και οι σύνθετες οργανικές ουσίες που δεν διαλύονται στο νερό μπορούν να περάσουν στον άνθρωπο, μέσω των τροφικών αλυσίδων, και να επιδράσουν τοξικά στον οργανισμό του.
Η εντατική γεωργική δραστηριότητα, με τη χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, συντελεί στη ρ. του νερού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι παραγόμενοι ρύποι, αφού απορροφηθούν από το έδαφος, καταλήγουν στους υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες.
Επιβάρυνση των ωκεανών γίνεται και με τα πετρελαιοειδή, τα οποία απελευθερώνονται εξαιτίας διαρροών στους αγωγούς μεταφοράς τους και ναυτικών ατυχημάτων σε τάνκερ. Πολλά από τα προϊόντα του πετρελαίου είναι τοξικά όταν καταναλωθούν από τους ζωικούς οργανισμούς που ζουν στα υδάτινα οικοσυστήματα ή προκαλούν βλάβες στο φτέρωμα ή στο τρίχωμά τους, επιδράσεις οι οποίες συχνά αποβαίνουν θανατηφόρες. Η διαρροή αγωγών μεταφοράς πετρελαίου και δεξαμενόπλοιων προκαλούν τη ρύπανση των ωκεανών, με καταστροφικές συνέπειες για τη θαλάσσια ζωή· στη φωτογραφία, προσπάθειες καθαρισμού πετρελαιοκηλίδας στις ακτές της βορειοδυτικής Ισπανίας (φωτ. ΑΠΕ). Οικολογική καταστροφή με χιλιάδες νεκρά ψάρια σε παραπόταμο του Πηνειού, από απόβλητα βιομηχανίας της περιοχής (φωτ. ΑΠΕ).

Ρύπανση του εδάφους. Ο άνθρωπος αποθέτει στο έδαφος οικιακά απορρίμματα, βιομηχανικά και ραδιενεργά απόβλητα, τα οποία δρουν με παρόμοιο τρόπο όπως και στα υδάτινα οικοσυστήματα. Το πρόβλημα της διάθεσης, της απόρριψης και της αποθήκευσής τους γίνεται ολοένα και πιο έντονο. Για παράδειγμα, αποτελεί κοινή τακτική η ταφή των ραδιενεργών αποβλήτων σε μη κατοικημένες περιοχές του πλανήτη και, ακόμα περισσότερο, η δημιουργία χωματερών έξω από τις πόλεις, στις οποίες αποτίθενται τα διάφορα στερεά αστικά απορρίμματα. Πολλές από τις ουσίες που εισάγονται στο έδαφος δεν μπορούν να διασπαστούν από τους μικροοργανισμούς και παραμένουν αναλλοίωτες, επιβαρύνοντας σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία των οικοσυστημάτων. Παράδειγμα αποτελούν τα πλαστικά και τα μη βιοδιασπώμενα εντομοκτόνα, όπως το DDT. Η ρ. του εδάφους, αν και είναι εξίσου σημαντική με τη ρ. των υδάτων και του αέρα, άργησε να γίνει αντιληπτή γιατί προχωρά με πολύ αργούς ρυθμούς.Το πρόβλημα της διάθεσης και της αποθήκευσης των απορριμμάτων στις μεγάλες πόλεις γίνεται ολοένα και πιο έντονο· στη φωτογραφία, η χωματερή των Άνω Λιοσίων Αττικής στην οποία το ύψος των απορριμμάτων έχει υπερβεί το επιτρεπτό όριο (φωτ. ΑΠΕ).

Ραδιενεργός ρύπανση. Όλες οι μορφές ζωής, ανάμεσά τους και ο άνθρωπος, έχουν εξελιχθεί συνυπάρχοντας με τη φυσική ραδιενέργεια που υπάρχει στο περιβάλλον (κοσμική ακτινοβολία, ραδιενεργά κοιτάσματα), έτσι ώστε να μην αντιμετωπίζουν ιδιαίτερο πρόβλημα. Από τότε όμως που στις φυσικές πηγές ραδιενέργειας προσετέθησαν νέες τεχνητές πηγές (πυρηνικά όπλα, πυρηνικές δοκιμές και αντιδραστήρες) αυξήθηκαν οι ποσότητες των ραδιενεργών στοιχείων στο περιβάλλον, με καταστροφικές συνέπειες.
Από τις ενδείξεις που έχουν συγκεντρωθεί μετά τη ρίψη των ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, κυρίως όμως από τις μελέτες που διεξήχθησαν για τις συνέπειες των πυρηνικών δοκιμών της δεκαετίας του 1950 και των πυρηνικών ατυχημάτων (1978, Πενσιλβάνια, ΗΠΑ· 1986, Τσέρνομπιλ, Σοβιετική Ένωση, σημερινή Ουκρανία), έχει διαγνωστεί ένα μεγάλο μέρος από τους κινδύνους που εγκυμονεί η έκλυση ραδιενέργειας στο περιβάλλον και στην υγεία του ανθρώπου.
Η ενέργεια που εναποτίθεται στα κύτταρα από τη ραδιενεργό ακτινοβολία προκαλεί μεταβολές στη δομή του γενετικού τους υλικού (μεταλλάξεις) και, συνεπώς, μεταβολές στο σύνολο των κυτταρικών λειτουργιών. Αν οι μεταβολές αυτές συμβούν στα σωματικά κύτταρα ενός ανθρώπου που εκτέθηκε στην ακτινοβολία, η διαταραχή που προκαλείται στην υγεία του περιορίζεται σε αυτόν. Αν, αντίθετα, οι μεταβολές συμβούν στα γεννητικά του κύτταρα (ωάρια και σπερματοζωάρια), τότε μεταβιβάζονται στους απογόνους του.
Από τα ραδιενεργά ισότοπα που απελευθερώνονται στο περιβάλλον, περισσότερο επικίνδυνα για την υγεία του ανθρώπου είναι το στρόντιο-90 (90Sr), το ιώδιο-131 (131I) και το καίσιο-137 (137Cs). Τα ισότοπα αυτά, καθώς εισχωρούν στον οργανισμό του ανθρώπου μέσω του αέρα που αναπνέει, του νερού που πίνει και της τροφής που καταναλώνει, ενσωματώνονται σε συγκεκριμένα όργανα και ιστούς, στους οποίους προκαλούν μόνιμες αλλοιώσεις.
Αρκετές από τις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες αναζήτησαν την επίλυση του ενεργειακού προβλήματός τους, με την κατασκευή σταθμών πυρηνικής ενέργειας. Το ατύχημα όμως του Τσέρνομπιλ (βλ. λ.) και η αμφίβολη οικονομική αποδοτικότητα των αντιδραστήρων, έχουν σταθεί αιτίες για την αναστολή ή ματαίωση της κατασκευής νέων μονάδων. Πρόβλημα αποτελεί, επίσης, η διάθεση των ραδιενεργών αποβλήτων, τα οποία παραμένουν ενεργά για εκατοντάδες χρόνια. Το πυρηνικό ατύχημα στο Τσέρνομπιλ της Ουκρανίας, στις 26 Απριλίου 1986, θεωρείται το χειρότερο στην ιστορία της ανθρωπότητας· στην φωτογραφία, τμήμα του πυρηνικού σταθμού στο Τσέρνομπιλ (φωτ. ΑΠΕ).

Ηχορύπανση. Ο θόρυβος αποτελεί μια μορφή ρ. χαρακτηριστική των αστικών και βιομηχανικών ζωνών που επηρεάζει όχι μόνο την ακοή του ανθρώπου, αλλά και το σύνολο των λειτουργιών του. Η συνεχής έκθεση του ανθρώπου σε ήχο εντάσεων μεγαλύτερο από 85 ντεσιμπέλ, όπως είναι για παράδειγμα ο θόρυβος σε έναν δρόμο με έντονη κυκλοφορία ή κατά την απογείωση ενός αεροσκάφους (150 ντεσιμπέλ), είναι ικανή να προκαλέσει απώλεια της ακοής. Ο έντονος ήχος επηρεάζει επίσης την ψυχική υγεία των ανθρώπων, καθώς αυξάνει την επιθετικότητά τους, προκαλεί άγχος και μειώνει την ικανότητα συγκέντρωσής τους. Επιπλέον, αυξάνει την αρτηριακή πίεση με κίνδυνο πρόκλησης καρδιαγγειακών διαταραχών και αυξάνει την έκκριση των γαστρεντερικών υγρών, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για την εμφάνιση έλκους.

Φωτορύπανση. Μια σχετικά πρόσφατη κατηγορία ρ. είναι η φωτορύπανση, η οποία αποτελεί κυρίως συνέπεια του υπερβολικού ή του λανθασμένου φωτισμού των πόλεων. Σύμφωνα με μία μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Αμερική, το 30% του εξωτερικού φωτισμού είναι άχρηστο, επειδή –κυρίως λόγω κακής κατασκευής και τοποθέτησης– στοχεύει προς τον ουρανό. Οι συνέπειες της φωτορύπανσης έχουν πολλαπλές διαστάσεις. Ο φωτισμός του ουράνιου θόλου περιορίζει σημαντικά την πυκνότητα των άστρων του νυκτερινού ουρανού που είναι ορατά από τους κατοίκους των πόλεων, δημιουργώντας προβλήματα στις παρατηρήσεις των αστεροσκοπείων. Επιπλέον, παίζει σημαντικό ρόλο στη διατάραξη της ισορροπίας των οικοσυστημάτων, καθώς πολλά ζώα, και ιδιαίτερα τα μεταναστευτικά πουλιά, αποπροσανατολίζονται εξαιτίας του έντονου φωτισμού. Τέλος, η φωτορύπανση υποδεικνύει και μια τεράστια σπατάλη ενέργειας, η οποία χρησιμοποιείται για τη διατήρηση άχρηστου φωτισμού. 
Η διαφορά αυτού του τύπου ρ. από αυτούς που αναφέρθηκαν παραπάνω είναι ότι δεν υφίσταται ως γεγονός με διάρκεια, αλλά θα μπορούσε να απαλειφθεί με έναν απλό περιορισμό της χρησιμοποιούμενης τεχνητής φωτεινής ενέργειας.
Read 680 times

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.