Δευτέρα, 05 Μαρτίου 2012 12:43

Ρωμανός

Written by
Rate this item
(0 votes)
Ρωμανός. Όνομα τεσσάρων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου.

1. Ρωμανός Α’ Λεκαπηνός (870; – Πρώτη Προποντίδας 948). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (920-944). Γόνος οικογένειας χωρικών από την Αρμενία, κατατάχθηκε στον βυζαντινό στρατό και σταδιοδρόμησε, φτάνοντας έως το αξίωμα του δρουγγάριου του στόλου. Αφού εξουδετέρωσε τις στάσεις των στρατηγών Κωνσταντίνου Δούκα (913) και Λέοντος Φωκά (918) ανακηρύχθηκε το 919 βασιλοπάτερ και αντιβασιλιάς, μετά τον γάμο του ανήλικου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου (913-959) με την κόρη του Ελένη, και έναν χρόνο αργότερα έπεισε τον Κωνσταντίνο να τον στέψει συναυτοκράτορα. Η αναρρίχησή του στον θρόνο αποδείχθηκε γεγονός με αποφασιστική σημασία τόσο για τις εξωτερικές όσο και για τις εσωτερικές εξελίξεις στην ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Κατ’ αρχήν θέσπισε το νομοθετικό διάταγμα των Νεαρών (922 και 934), με το οποίο κατοχυρώθηκε η μικρή ιδιοκτησία και τέθηκε φραγμός στις φιλοδοξίες των μεγάλων γαιοκτημόνων, με αποτέλεσμα την αναζωογόνηση της υπαίθρου. Διαδραμάτισε επίσης αποφασιστικό ρόλο στη σύναψη, το 924, συνθήκης ειρήνης με τον τσάρο των Βουλγάρων Συμεών (890-927), ο οποίος είχε φτάσει δύο φορές έως την Κωνσταντινούπολη. Χάρη στη συνθήκη αυτή, η οποία ανανεώθηκε το 927 με τον διάδοχο του Συμεών, Πέτρο (927-969), ο οποίος μάλιστα νυμφεύθηκε την εγγονή του Ρ., Μαρία, τερματίστηκαν για αρκετά χρόνια οι βουλγαρικές επιδρομές και δόθηκε η δυνατότητα ανάληψης επιθετικών πρωτοβουλιών στο ανατολικό σύνορο εναντίον των Αράβων, παρά τις περιορισμένης έκτασης επιδρομές Ούγγρων στη χερσόνησο του Αίμου. Έτσι, ο στρατηγός Ιωάννης Κουρκούας (προσωπική επιλογή του Ρ.), που είχε αναλάβει από το 922 τη διοίκηση του στρατού της Ανατολής, κατόρθωσε να ανακαταλάβει αρκετές πόλεις στην Αρμενία και στην Άνω Μεσοποταμία, μεταξύ των οποίων και τη Μελιτηνή το 934, ενώ το 941 απέκρουσε αιφνιδιαστική ρωσική επιδρομή στη Βιθυνία. Η βασιλεία του Ρ., όμως, τελείωσε άδοξα, καθώς βρέθηκε αντιμέτωπος με τις φιλοδοξίες των γιων του, Στέφανου και Κωνσταντίνου, τους οποίους είχε στέψει συναυτοκράτορες το 924. Φοβούμενοι, ότι μετά τον θάνατο του πατέρα τους θα παραγκωνίζονταν από τον νόμιμο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ Πορφυρογέννητο, στασίασαν και υποχρέωσαν τον Ρ. να παραιτηθεί από τον θρόνο και να αποσυρθεί σε μοναστήρι στη νήσο Πρώτη της Προποντίδας. Δεν κατόρθωσαν, όμως, να καθαιρέσουν και τον Κωνσταντίνο, ο οποίος με την ενίσχυση του λαού της Κωνσταντινούπολης, που έμεινε πιστός σε αυτόν, τους συνέλαβε και τους εξόρισε, μένοντας μόνος αυτοκράτορας.

2. Ρωμανός Β’ (Κωνσταντινούπολη 939 – Κωνσταντινούπολη 963). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (959-963). Γιος και διάδοχος του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου (913-959) και εγγονός του Ρωμανού Α’ (1.), στο διάστημα της σύντομης βασιλείας του ευτύχησε στην επιλογή των συνεργατών του, καθώς ο παρακοιμώμενος Ιωσήφ Βρίγγας, σύμφωνα με τους ιστορικούς της εποχής, διηύθυνε με εξαιρετικό τρόπο την εσωτερική πολιτική της αυτοκρατορίας, ενώ οι στρατηγοί –και μετέπειτα αυτοκράτορες– Νικηφόρος Φωκάς και Ιωάννης Τσιμισκής σημείωσαν αρκετές επιτυχίες εναντίον των Αράβων με αποκορύφωμα την ανακατάληψη της Κρήτης από τον πρώτο το 961. Για τον αιφνίδιο θάνατο του Ρ. αρκετοί υποπτεύθηκαν τη δεύτερη σύζυγό του, Θεοφανώ, χωρίς όμως να υπάρχουν αποδείξεις.Ο Ρωμανός Β’ και ο Κωνσταντίνος Β’ Πορφυρογέννητος σε χρυσό βυζαντινό νόμισμα της εποχής.


3. Ρωμανός Γ’, ο Αργυρός (968; – Κωνσταντινούπολη 1034). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (1028-34). Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της Κωνσταντινούπολης και έπαρχος της πρωτεύουσας του Βυζαντίου, έγινε αυτοκράτορας χάρη στον γάμο του με την κόρη του Κωνσταντίνου Η’ (1025-28), Ζωή, λίγο πριν τον θάνατο του τελευταίου. Κατήργησε τις νομοθετικές ρυθμίσεις του Ρωμανού Α’ Λεκαπηνού (1.) και του Βασίλειου Β’ Βουλγαροκτόνου (976-1025) υπέρ των μικροϊδιοκτητών γης, με αποτέλεσμα να ενισχυθούν οι μεγαλοϊδιοκτήτες και σταδιακά να εξαφανιστεί η μικρή ιδιοκτησία με δυσάρεστα αποτελέσματα για το μέλλον της αυτοκρατορίας. Το 1030 εκστράτευσε ο ίδιος εναντίον του εμιράτου του Χαλεπιού, αλλά ηττήθηκε στη μάχη του Αζάζ. Όμως, δύο χρόνια αργότερα ο στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης ανακατέλαβε την Έδεσσα της Συρίας και το 1033 οι Βυζαντινοί κατέλαβαν και το φρούριο της Ανακουφής στην Ιβηρία. Τον ίδιο χρόνο, μάλιστα, ο στόλος της αυτοκρατορίας συνέτριψε στο Αιγαίο πειρατικό στόλο των Σαρακηνών. Πέθανε ενώ έκανε μπάνιο, είτε εξαιτίας πνιγμού είτε εξαιτίας δηλητηρίασης, και για τον θάνατό τουαρκετοί ιστορικοί της εποχής κατηγόρησαν τη σύζυγό του Ζωή, η οποία αμέσως μετά παντρεύτηκε τον εραστή της Μιχαήλ, ο οποίος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας ως Μιχαήλ Δ’ ο Παφλαγών (1034-41).

4. Ρωμανός Δ’, ο Διογένης (; – Πρώτη Προποντίδας 1072). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (1068-71). Έμπειρος στρατιωτικός, που είχε διακριθεί στους πολέμους εναντίον των Πετσενέγων, αναρριχήθηκε στον θρόνο σε μια κρίσιμη συγκυρία για την αυτοκρατορία, ύστερα από τον γάμο του με τη χήρα του Κωνσταντίνου Ι’ Δούκα (1059-67), αυτοκράτειρα Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα (1067), και παρά τις έντονες αντιρρήσεις της βυζαντινής αριστοκρατίας με προεξάρχοντες τον καίσαρα Ιωάννη Δούκα και τον Μιχαήλ Ψελλό. Ήταν η περίοδος που η Μικρά Ασία υπέφερε από τις επιδρομές των Σελτζούκων Τούρκων, η Βαλκανική χερσόνησος δοκιμαζόταν από τις επιδρομές των Πετσενέγων, των Κουμάνων και άλλων λαών, ενώ οι βυζαντινές κτήσεις στην Κάτω Ιταλία έπνεαν τα λοίσθια απέναντι στους Νορμανδούς του Ροβέρτου Γυϊσκάρδου. Ο Ρ. στηρίχθηκε σε μισθοφόρους (Νορμανδούς, Φράγκους, Πετσενέγους κ.ά.), για να δημιουργήσει άμεσα στρατό ικανό να αντιμετωπίσει την προέλαση των Σελτζούκων, και πραγματοποίησε δύο εκστρατείες εναντίον τους, το 1068 και το 1069, χωρίς όμως να πετύχει αποφασιστικά αποτελέσματα, αν και ανέκτησε πρόσκαιρα την Ιεράπολη. Στο μεταξύ, η ανάγκη εξεύρεσης πόρων για τη συντήρηση του μισθοφορικού στρατεύματος τον οδήγησε στην απόφαση για υποτίμηση της περιεκτικότητας σε χρυσό και άργυρο των βυζαντινών νομισμάτων, κάτι που μελλοντικά επέδρασε αρνητικά στην οικονομία της αυτοκρατορίας. Το 1071 εκστράτευσε για τρίτη φορά εναντίον των Σελτζούκων, αλλά ο στρατός του υπέστη δεινή ήττα στη μάχη του Μαντζικέρτ κοντά στη λίμνη Βαν (σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς, λόγω προδοσίας του Ανδρόνικου Δούκα) και ο ίδιος αιχμαλωτίστηκε. Ο Τούρκος ηγεμόνας Αλπ Αρσλάν (1063-72), όμως, τον απελευθέρωσε, αφού υπέγραψε μαζί του συνθήκη για απελευθέρωση των Τούρκων αιχμαλώτων, πληρωμή ετήσιας χρηματικής αποζημίωσης στους Σελτζούκους και παροχή βυζαντινής στρατιωτικής βοήθειας στην εκστρατεία τους εναντίον του χαλιφάτου των Φατιμιδών της Αιγύπτου. Όμως, ο Ρ. δεν πρόλαβε να ικανοποιήσει τους όρους της συνθήκης, καθώς στην Κωνσταντινούπολη είχε ήδη ανακηρυχθεί αυτοκράτορας ο πρωτότοκος γιος του Κωνσταντίνου Ι’ Δούκα, Μιχαήλ Ζ’ Δούκας (1071-78), ο οποίος, αφού έκλεισε τη μητέρα του Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα και τους δύο ετεροθαλείς ανήλικους αδελφούς του (παιδιά του Ρ. και της Ευδοκίας) σε μοναστήρι, συνέλαβε τον Ρ., τον τύφλωσε και τον υποχρέωσε επίσης να γίνει μοναχός στη νήσο Πρώτη της Προποντίδας, όπου πέθανε τον επόμενο χρόνο. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε τους Σελτζούκους σε νέες επιδρομές εναντίον της βυζαντινής Μικράς Ασίας, καθώς θεώρησαν ανενεργή τη συνθήκη του Ρ. με τον Αλπ Αρσλάν, ενώ οι δυναστικές έριδες έδωσαν τη δυνατότητα στους Νορμανδούς να ολοκληρώσουν την κατάκτηση της βυζαντινής Κάτω Ιταλίας με την κατάληψη το 1071 και του Μπάρι, του τελευταίου προγεφυρώματος της αυτοκρατορίας στην περιοχή.
Read 299 times

More in this category: « Ρωμανός Ρωμανός »

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.