Παρασκευή, 02 Μαρτίου 2012 01:23

Οντάριο

Written by
Rate this item
(0 votes)
Οντάριο (Ontario). Επαρχία (1.076.395 τ. χλμ., 11.410.046 κάτ. το 2001) του Καναδά, με πρωτεύουσα το Τορόντο (βλ. λ.). Η δεύτερη μεγαλύτερη σε έκταση επαρχία της χώρας εκτείνεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας και συνορεύει με τις καναδικές επαρχίες Κεμπέκ στα Α και Μανιτόμπα στα Δ, καθώς και με τις πολιτείες των ΗΠΑ Μίσιγκαν στα Ν και Μινεσότα στα ΝΔ, ενώ βρέχεται από τον κόλπο Χάντσον και τον όρμο Σεντ Τζέιμς στα Β, τον ποταμό Σεν Λόρενς στα ΝΑ και τις λίμνες Οντάριο, Ίρι, Χιούρον, Σαπίριορ στα Ν και ΝΔ, οι οποίες συνιστούν και ένα φυσικό όριο με τις ΗΠΑ. 
Το έδαφος της επαρχίας διακρίνεται χονδρικά σε δύο περιοχές: η βόρεια και πιο εκτεταμένη περιοχή αποτελεί ως επί το πλείστον τμήμα της λεγόμενης Καναδικής ασπίδας και χαρακτηρίζεται από ένα εκτεταμένο δίκτυο λιμνών, ποταμών και ελών και από εκτεταμένα δάση, ενώ η νότια περιοχή χαρακτηρίζεται από χαμηλά ανάγλυφα και πεδιάδες διαμορφωμένες από τη δράση των παγετώνων της τεταρτογενούς περιόδου του καινοζωικού αιώνα. Την επαρχία διαρρέουν οι ποταμοί Σέβερν, Γουίνισκ, Έκγουον, Αταουάπισκατ, Όλμπανι και Μουζ, οι οποίοι εκβάλλουν στον κόλπο Χάντσον, και οι Τέιμς, Γκραντ, Μισισάγκι, Φρεντς και Οτάβα, οι οποίοι εκβάλλουν στο ποτάμιο σύστημα του Σεντ Λόρενς. Εκτός από τις τέσσερις Μεγάλες Λίμνες στα σύνορα με τις ΗΠΑ, άλλες σημαντικές (επίσης συνοριακές) λίμνες είναι η Λίμνη των Δασών, η Ρέινι, η Σεν Κλερ, καθώς και οι Νίπιγκον και Νίπισινγκ. Το κλίμα είναι ηπειρωτικό ψυχρό, αλλά μετριάζεται προς το θερμότερο στη νότια λωρίδα, χάρη στην επίδραση των Μεγάλων Λιμνών. Οι βροχοπτώσεις, αν και δεν είναι άφθονες, επαρκούν για τη γεωργία, την οποία δυσχεραίνουν ωστόσο οι χαμηλές καλοκαιρινές θερμοκρασίες.
Η οικονομία βασίζεται κυρίως στην εκμετάλλευση των δασών και στην εξόρυξη χρυσού, νικελίου, χαλκού, ουρανίου, αργύρου, κοβαλτίου, αρσενικού, βισμουθίου και άλλων ορυκτών. Η γεωργία είναι πολύ ανεπτυγμένη, κυρίως στην καλλιέργεια καπνού, καλαμποκιού και οπωρολαχανικών. Εξίσου ανεπτυγμένη είναι και η κτηνοτροφία, που παρέχει κυρίως γαλακτοκομικά προϊόντα. Το Ο. έχει τη μεγαλύτερη βιομηχανική ανάπτυξη από όλες τις επαρχίες του Καναδά. Η βιομηχανία στηρίζεται στη μεταλλουργία, στην αυτοκινητοβιομηχανία, στην επεξεργασία ειδών διατροφής, στους τομείς της υφαντουργίας, χημικών προϊόντων, ξυλείας και χαρτοποιίας κ.ά. 
Σημαντικότερες πόλεις, εκτός από την πρωτεύουσα, είναι η πρωτεύουσα της χώρας, Οτάβα (βλ. λ.), χτισμένη στον ομώνυμο ποταμό, το Κίνγκστον, η Χάμιλτον και η Σεντ Κάθρινς στη λίμνη Οντάριο, η Λόντον και η Κίτσενερ στη χερσόνησο που ορίζεται από τις λίμνες Χιούρον, Ίρι και Οντάριο, η Σολτ Σεντ-Μαρί επί του Σεντ Μέρις, απέναντι από την ομώνυμη πόλη της αμερικανικής πολιτείας Μίσιγκαν, το Πορτ Άρθουρ και το Φορτ Γουίλιαμ στη λίμνη Σαπίριορ και η Σάντμπερι, μεγάλο μεταλλουργικό κέντρο νικελίου στα Β της λίμνης Χιούρον.

Ιστορία. Η περιοχή εξερευνήθηκε αρχικά από τον Γάλλο Ετιέν Μπριλέ, το 1610-11, και αμέσως μετά από τον Σαμουέλ ντε Σαμπλέν την περίοδο 1613-15. Πολύ σύντομα άρχισε η αποίκισή της από ομάδες Γάλλων μεταναστών, γουνεμπόρων και Ιησουιτών ιεραποστόλων. Η αντίσταση των αυτόχθονων φυλών (Χιούρον, Ιροκέζοι κ.ά.) κορυφώθηκε το 1649 με την καταστροφή της ιησουίτικης ιεραποστολής στο Φορτ Σεντ-Μαρί. Οι προσπάθειες αποικισμού έγινε πιο έντονες μετά την παραχώρηση του Καναδά από τη Γαλλία στη Μεγάλη Βρετανία (1763), με το τέλος της αγγλογαλλικής σύρραξης στην περιοχή. Το 1867 το Ο. (που την περίοδο 1791-1841 ονομαζόταν Άνω Καναδάς και από το 1841 έως το 1867 Δυτικός Καναδάς) ενώθηκε με το σημερινό Κεμπέκ (έως τότε Κάτω ή Ανατολικός Καναδάς) και με τις επαρχίες Νόβα Σκότια και Νιου Μπρούνσγουικ και απετέλεσαν την πρώτη αποικιακή συνομοσπονδία, υπό το καθεστώς του dominion (κτήσης) του βρετανικού στέμματος.
Read 351 times

More in this category: « Οντάριο Όντενσε »

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.