Print this page
Παρασκευή, 02 Μαρτίου 2012 01:20

Παγκόσμιος πόλεμος, Α'

Written by
Rate this item
(0 votes)
Παγκόσμιος πόλεμος, Α’. Η πολεμική σύρραξη που διεξήχθη το διάστημα 1914-18 και στην οποία συμμετείχαν οι ισχυρότερες χώρες του κόσμου.
Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της η Ευρώπη δεν είχε φτάσει σε τόσο υψηλό επίπεδο ευημερίας και πολιτισμού όσο στις αρχές του 20ού αι. Οι περισσότερες χώρες είχαν ισχυρή οικονομία, προοδευτική κοινωνική ανάπτυξη, ενώ προχωρούσαν με ολοένα γρηγορότερους ρυθμούς σε διαδικασίες εκδημοκρατισμού. Παράλληλα, η επιστήμη είχε ανοίξει νέους ορίζοντες μέσω της χρήσης του ηλεκτρικού ρεύματος, του τηλεγράφου, του τηλεφώνου, αλλά και του κινηματογράφου. Στις μεταφορές προστέθηκαν νέα μέσα, όπως το αυτοκίνητο και το αεροπλάνο. Η διάδοση του Τύπου, που είχε γίνει πλουσιότερος σε ύλη και φθηνότερος λόγω του ανταγωνισμού, συνέβαλε στην ανάπτυξη του πολιτισμού και της επικοινωνίας, ενώ και τα θεάματα άρχισαν να γίνονται ολοένα πιο προσιτά στα λαϊκά στρώματα.
Τα πολιτικά ζητήματα της εποχής εκείνης αντιμετωπίστηκαν, άλλοτε με μικρότερη και άλλοτε με μεγαλύτερη επιτυχία, μέσω διεθνών συμφωνιών. Μία ολόκληρη ήπειρος, η Αφρική, διαμοιράστηκε ειρηνικά ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις, χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Οι οργανισμοί και οι υπόλοιπες διεθνείς συμφωνίες που έγιναν στα χρόνια αυτά, όπως η Διεθνής Ταχυδρομική Ένωση, η σύμβαση για τα συγγραφικά δικαιώματα, το Διεθνές Γραφείο Υγιεινής κ.ά., δημιούργησαν ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Ωστόσο, ανάμεσα στα κράτη υπήρχαν πάντα αιτίες προστριβών: η Γαλλία είχε ανέκαθεν βλέψεις προς τις ανατολικές περιοχές που είχαν προσαρτήσει οι Γερμανοί· η Γερμανία δεν ήταν ικανοποιημένη από το αποικιακό μερίδιό της· η Ρωσία εποφθαλμιούσε τον Βόσπορο και τα Δαρδανέλια· η Ιταλία διεκδικούσε το Τρεντίνο και την Τεργέστη· η Αυστρία ήθελε να περιορίσει τη Σερβία· η Ρουμανία ζητούσε την Τρανσυλβανία και τη Βεσσαραβία από την Ουγγαρία και τη Ρωσία, αντίστοιχα· η Βουλγαρία αισθανόταν ταπεινωμένη μετά την ήττα της στον Β’ Βαλκανικό πόλεμο.
Καμία χώρα, όμως, δεν προσανατολιζόταν προς έναν πόλεμο, εκτός ίσως από την πάνοπλη Γερμανία του Γουλιέλμου Β’ και τη σύμμαχό της Αυστροουγγαρία (Κεντρικές αυτοκρατορίες). Η Ευρώπη ήταν σε θέση, λοιπόν, να ατενίζει το μέλλον με ασφάλεια, όπως άλλωστε και οι νέοι της εποχής, η λεγόμενη ευτυχισμένη γενιά.

Η κρίση του Ιουλίου του 1914 και η έκρηξη του πολέμου. Ένα έγκλημα έβαλε τέλος στα χρόνια της ευημερίας και της ανάπτυξης. Στις 28 Ιουνίου 1914 ο αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος, διάδοχος του αυστριακού θρόνου, δολοφονήθηκε στο Σαράγιεβο από τον νεαρό Βόσνιο Γκαβρίλο Πρίντσιπ. Μολονότι δεν ήταν φανερή η άμεση συμμετοχή της Σερβίας και της εξτρεμιστικής οργάνωσης Μαύρη Χειρ (Τσέρνα Ρούκα), η αυστροουγγρική κυβέρνηση, υπό την πίεση της λαϊκής αγανάκτησης και με τη βεβαιότητα ότι είχε τη γερμανική υποστήριξη, έστειλε στις 23 Ιουλίου ένα αυστηρότατο τελεσίγραφο στη Σερβία, το οποίο περιλάμβανε 10 εξαιρετικά επαχθείς όρους οι οποίοι, αν γίνονταν δεκτοί, θα καθιστούσαν τη σλαβική χώρα υποτελή της Αυστρίας.
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση του Γουλιέλμου Β’ της Γερμανίας προσέφερε αμέσως απόλυτη υποστήριξη στην Αυστρία. Η έκρηξη του πολέμου έγινε με αλυσιδωτές αντιδράσεις και, παρότι η Σερβία είχε ήδη αποδεχθεί τους 8 από τους 10 όρους του τελεσιγράφου. Η Αυστροουγγαρία έδωσε το πρώτο χτύπημα στις 28 Ιουλίου 1914, κηρύσσοντας τον πόλεμο εναντίον της Σερβίας, την οποία, μάλιστα, αποκάλεσε «χώρα των δολοφόνων».
Η σοβαρή απόφαση του Φραγκίσκου Ιωσήφ της Αυστρίας κλόνισε βαθύτατα τη βαλκανική ισορροπία, θίγοντας άμεσα τα συμφέροντα και τα αισθήματα της Ρωσίας προς τους συγγενείς της σλαβικούς λαούς. Επιπλέον, ο στρατός της Τουρκίας, η οποία είχε παραδοσιακά εχθρικές σχέσεις με τη Ρωσία, διέθετε Γερμανούς αξιωματικούς ως εκπαιδευτές, ενώ στον θρόνο της Αλβανίας βρισκόταν ένας γερμανικής καταγωγής πρίγκιπας. Ο τσάρος διέταξε μερική επιστράτευση στη Ρωσία, στις 30 Ιουλίου, αλλά την 1η Αυγούστου η Γερμανία πρόλαβε και κήρυξε επίσημα τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας.
Ταυτόχρονα, η Μεγάλη Βρετανία ανέπτυξε εξαιρετική διπλωματική δραστηριότητα υποβάλλοντας διάφορες προτάσεις για τη διευθέτηση της διαφοράς, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι κινήσεις αυτές μάλιστα δημιούργησαν στους Γερμανούς την εντύπωση ότι η Μεγάλη Βρετανία δεν θα εμπλεκόταν στον πόλεμο. Μια γερμανική πρόκληση κινητοποίησε τη Γαλλία, η οποία με τη σειρά της προκάλεσε την αντίδραση της Γερμανίας. Στις 2 Αυγούστου τα γερμανικά στρατεύματα προέλασαν στο Λουξεμβούργο, ενώ στις 3 Αυγούστου η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο και εναντίον της Γαλλίας και εισέβαλε στο ουδέτερο Βέλγιο, με σκοπό να χτυπήσει από τα πλάγια τον γαλλικό στρατό. Στο σημείο αυτό, η Μεγάλη Βρετανία, που είχε ρητά δεσμευθεί να υπερασπίσει το Βέλγιο, διέκοψε τις προσπάθειές της στον διπλωματικό τομέα και εισήλθε και αυτή στον πόλεμο (4 Αυγούστου 1914). Την επομένη κήρυξε και η Αυστροουγγαρία τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας. Παρότι η Αντάντ (βλ. λ.) είχε ήδη εισέλθει στον πόλεμο, η Ιταλία, που είχε σχετικά πρόσφατα επανεπικυρώσει την Τριπλή Συμμαχία, εξακολουθούσε να απέχει και παρέμεινε ουδέτερη έως τις 23 Μαΐου 1915, οπότε κήρυξε τον πόλεμο κατά της Αυστροουγγαρίας. Η Ιαπωνία, που είχε προχωρήσει σε συμμαχία με τη Μεγάλη Βρετανία δύο χρόνια νωρίτερα, κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας στις 15 Αυγούστου 1914. Η Οθωμανική αυτοκρατορία, ορμώμενη και από τις εδαφικές διαφορές που είχε με τη Ρωσία, υπέγραψε στις 2 Αυγούστου 1914 μυστική συμφωνία με τη Γερμανία διαβεβαιώνοντάς την για τη συνεργασία της.Η πολύχρονη ειρήνη, που απολάμβανε η Ευρώπη από το 1871, διακόπηκε με τη δολοφονία του αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου, διαδόχου του αυστριακού θρόνου, στο Σαράγιεβο, στις 28 Ιουνίου 1914.Η παρέλαση του γερμανικού στρατού στις Βρυξέλλες· η εισβολή των γερμανικών δυνάμεων στο Βέλγιο ώθησε τη Μεγάλη Βρετανία να μπει στον πόλεμο.

Ο πόλεμος. Η Γερμανία είχε ένα σημαντικό πλεονέκτημα στο ρωσικό μέτωπο, καθώς η Ρωσία βρισκόταν ακόμα στο στάδιο της επιστράτευσης. Ωστόσο, ο αρχηγός του γερμανικού γενικού επιτελείου στρατού, Χέλμουτ Γιόχαν φον Μόλτκε –ακολουθώντας, σε γενικές γραμμές, το σχέδιο που είχε επεξεργαστεί ο προκάτοχός του Άλφρεντ φον Σλίφεν και το οποίο αφορούσε ανάλογη κρίση– προτίμησε να ξεκαθαρίσει πρώτα τον πόλεμο στο Δυτικό μέτωπο, ώστε στη συνέχεια να στραφεί αποκλειστικά εναντίον της Ρωσίας, η οποία είχε χαρακτηριστεί ως «ο κολοσσός με τα πήλινα πόδια». Οι Γερμανοί, επωφελούμενοι από τους κακούς υπολογισμούς που έκανε το γαλλικό γενικό επιτελείο (εκτίμησαν ότι η Γερμανία θα εισέβαλε με μικρότερες στρατιωτικές δυνάμεις, ενώ έσφαλαν και ως προς την κατεύθυνση που θα ακολουθούσαν τα γερμανικά στρατεύματα μέχρι να φτάσουν στο σημείο της επικείμενης εισβολής), προέλασαν μέχρι το Παρίσι, ενώ η γαλλική κυβέρνηση κατέφυγε στο Μπορντό (2 Σεπτεμβρίου 1914). Παρά τις σοβαρές απώλειες που υπέστη ο γαλλικός στρατός, ο στρατηγός Ζοφρ κατόρθωσε, ύστερα από τη μεγάλη αμυντική μάχη στον ποταμό Μάρνη, τον Σεπτέμβριο του 1914, να αναχαιτίσει τους Γερμανούς και να τους απωθήσει μέχρι το Σομ. Σε αυτή την επιτυχία των Γάλλων συνέβαλε η εμπιστοσύνη που κατάφερε να εμπνεύσει ο στρατηγός Ζοφρ στον στρατό του ο οποίος, παρότι αρχικά βρισκόταν σε δυσχερή θέση, κατόρθωσε τελικά να κερδίσει αυτήν τη μάχη η οποία έπαιξε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του πολέμου.
Οι Ρώσοι, προκειμένου να ενισχύσουν το γαλλικό μέτωπο που βρισκόταν υπό πίεση και, παρότι απροετοίμαστοι, εξαπέλυσαν επίθεση κατά της μικρής γερμανικής στρατιωτικής δύναμης που κάλυπτε το μέτωπο στην Ανατολική Πρωσία. Πράγματι, η γερμανική δύναμη υποχώρησε, αφήνοντας ακάλυπτη την Ανατολική Πρωσία. Τότε, ο απόστρατος Πρώσος αξιωματικός Πάουλ φον Χίντενμπουργκ ανέλαβε την αρχηγία των στρατευμάτων στον τομέα αυτόν· εκμεταλλευόμενος κατάλληλα την τέλεια γνώση του εδάφους, και με τη βοήθεια ενός αυτοσχέδιου επιτελείου που απαρτιζόταν από νεαρούς σε ηλικία αξιωματικούς, προκάλεσε δύο σοβαρές ήττες στους Ρώσους, στο Τάνενμπεργκ και στα Μαζουριανά έλη. Αυτές οι επιτυχίες έκαναν διάσημους τον Χίντενμπουργκ και τον επιτελάρχη του, Λούντεντορφ. Ωστόσο, τη χρονική περίοδο που οι Γάλλοι νικούσαν τα γερμανικά στρατεύματα στην πρώτη μάχη του Μάρνη, οι Ρώσοι σημείωναν λαμπρή νίκη εναντίον των Αυστριακών στο Λέμπεργκ (σημερινό Λβιβ Ουκρανίας).
Στο μεταξύ, η Ιαπωνία είχε ήδη εμπλακεί στον πόλεμο, στέλνοντας στη Γερμανία ένα τελεσίγραφο, στις 15 Αυγούστου 1914. Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθεί εκ νέου η ευρωπαϊκή επιρροή στην Κίνα. Τα ιαπωνικά στρατεύματα κατέλαβαν γρήγορα το Κιαοτσόου και τα νησιά Μάρσαλ. Η Οθωμανική αυτοκρατορία, ύστερα από επίμονες πιέσεις των Γερμανών, και ιδιαίτερα μετά τον βομβαρδισμό της Οδησσού, στάθηκε στο πλευρό των Γερμανών. Η στάση αυτή επέφερε ένα σκληρό πλήγμα στην Αντάντ και κυρίως στη Ρωσία, η οποία, ενώ ήδη βρισκόταν υπό πίεση, έβλεπε με ανησυχία να δημιουργείται ένα νέο μέτωπο στον Καύκασο. Ήταν πλέον η σειρά των Δυτικών να βοηθήσουν τη Ρωσία επιχειρώντας, χωρίς επιτυχία, να καταλάβουν τα Δαρδανέλια (Φεβρουάριος 1915 – Ιανουάριος 1916). Η είσοδος, όμως, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στον πόλεμο απειλούσε σοβαρά και τη Βρετανική αυτοκρατορία και ο βρετανικός στρατός, που αντιμετώπισε τις αλλεπάλληλες επιθέσεις των Τούρκων στη Μεσοποταμία, τελικά παραδόθηκε τον Απρίλιο του 1916.
Τους πρώτους μήνες του πολέμου, η Ρώμη αποτέλεσε το κέντρο ενός σκληρού διπλωματικού παιχνιδιού μεταξύ των αντιπροσώπων των εμπόλεμων δυνάμεων και της ιταλικής κυβέρνησης Σαλάντρα που, τελικά, έπειτα από τις αναβολές των Αυστριακών, υπέγραψε με την Αντάντ το σύμφωνο του Λονδίνου (26 Απριλίου 1915). Το σύμφωνο αυτό παραχωρούσε στην Ιταλία το Τρεντίνο μέχρι το Μπρένεφ, την Τεργέστη, την Ίστρια και τις Δαλματικές ακτές μέχρι το Πούντα Πλάνκα (εκτός από το Φιούμε), αλλά και κάποια εδάφη στην Αφρική, που δεν καθορίστηκαν επακριβώς. Έτσι, στις 23 Μαΐου 1915 η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Αυστροουγγαρίας· η κήρυξη του πολέμου εναντίον της Γερμανίας έγινε αργότερα, στις 27 Αυγούστου 1916. Οι εχθροπραξίες ξεκίνησαν την επομένη. Ήταν η σειρά του Φραγκίσκου Ιωσήφ να αντιμετωπίσει και δεύτερο μέτωπο. Ο ιταλοαυστριακός πόλεμος, σε αντιδιαστολή με τα άλλα μέτωπα, είχε καθαρά εθνικό χαρακτήρα. Τόσο οι αμυνόμενοι Αυστριακοί όσο και οι επιτιθέμενοι Ιταλοί ήταν βέβαιοι πως πολεμούσαν για εδάφη που θεωρούσαν ότι τους ανήκαν.
Το ιταλικό πολεμικό σχέδιο, το οποίο απέβλεπε στη διαπεραίωση του στρατού πέρα από τον ποταμό Ιζόντσο και στην κάθοδο προς την κόγχη της Λουμπλιάνα, απέτυχε. Με την προσπάθεια να κερδίσει έδαφος προς όλες τις κατευθύνσεις, ο ιταλικός στρατός κατάφερε να περάσει το Τρεντίνο, αλλά, αφού έφτασε και σε μερικά σημεία ξεπέρασε τον Ιζόντσο, αναχαιτίστηκε από ισχυρές αμυντικές θέσεις του εχθρού και επιδόθηκε σε έναν πόλεμο χαρακωμάτων κατά τη διάρκεια του οποίου έχασαν τη ζωή τους εκατοντάδες χιλιάδες Ιταλοί στρατιώτες.
Οι Γάλλοι, στο διάστημα αυτό, εξαπέλυσαν πολλές επιθέσεις που δεν άλλαξαν ουσιαστικά τη γραμμή του μετώπου, αλλά προκάλεσαν τρομακτικές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. Στο Ανατολικό μέτωπο, οι Ρώσοι, που είχαν ηττηθεί στο Γκόρλιτσε (2 Μαΐου 1915), αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφήνοντας στους επιτιθέμενους μεγάλες περιοχές της Πολωνίας, της Λιθουανίας και της Κουρλάνδης.
Τον ίδιο χρόνο (1915), η Βουλγαρία, παρασυρόμενη από τις εντυπωσιακές νίκες των Γερμανών τόσο εναντίον των Ρώσων όσο και εναντίον των Βρετανών στα Δαρδανέλια, αποφάσισε να μπει στον πόλεμο (5 Οκτωβρίου) στο πλευρό των Κεντρικών αυτοκρατοριών. Στο μεταξύ, οι δυνάμεις των Κεντρικών αυτοκρατοριών, λίγους μήνες νωρίτερα (22 Ιουλίου), με μια επιδέξια διπλωματική ενέργεια κατόρθωσαν να πείσουν την Τουρκία να παραχωρήσει στη Βουλγαρία ορισμένα εδάφη τα οποία επέτρεπαν στη δεύτερη, μεταξύ άλλων, να έχει πρόσβαση στο Αιγαίο. Αμέσως μετά την είσοδο της Βουλγαρίας στον πόλεμο, οι Δυτικοί σύμμαχοι, σε μια προσπάθεια να ενισχύσουν τη Σερβία που βρισκόταν πλέον σε άμεσο κίνδυνο, έστειλαν στην περιοχή στρατιωτικές δυνάμεις οι οποίες αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη, καθώς είχαν ήδη έλθει σε συνεννόηση με τη μέχρι τότε ουδέτερη ελληνική κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου. Ακολούθησε μια συνδυασμένη επίθεση κρατών (Βουλγαρία, Οθωμανική αυτοκρατορία, Αυστροουγγαρία) εναντίον της Σερβίας, η οποία την προηγούμενη χρονιά είχε κατορθώσει να αποκρούσει τρεις προσπάθειες εισβολής του αυστριακού στρατού. Οι επιθέσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα τη διάλυση του σερβικού στρατού και την κατάκτηση της Σερβίας (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1915). Η κυβέρνηση και τα απομεινάρια του σερβικού στρατού κατέφυγαν στην Αλβανία και από εκεί στην Κέρκυρα.
Το 1916 οι Κεντρικές αυτοκρατορίες επανήλθαν δυναμικά στο Δυτικό μέτωπο. Στις 21 Φεβρουαρίου 1916, η Γερμανία επιτέθηκε εναντίον του Βερντέν, άξονα του γαλλικού μετώπου, και οι Αυστριακοί εναντίον των Ιταλών στο υψίπεδο του Αζιάγκο. Οι Γερμανοί δεν κατόρθωσαν τελικά να εισδύσουν στο Βερντέν. Σημαντικό ρόλο στην αναχαίτιση της γερμανικής επίθεσης έπαιξαν οι αποφάσεις του Γάλλου στρατηγού Ανρί Φιλίπ Πετέν, ενώ η μάχη του Βερντέν χαρακτηρίστηκε ως μία από τις αγριότερες του πολέμου. Ωστόσο, ούτε οι αυστριακές επιθέσεις κατά των Ιταλών στέφθηκαν με ιδιαίτερη επιτυχία, με αποτέλεσμα οι Αυστριακοί να αναγκαστούν να υποχωρήσουν στις γραμμές απ’ όπου ξεκίνησαν, εγκαταλείποντας μάλιστα και την Γκορίτσια (Αύγουστος 1916). Σχεδόν την ίδια περίοδο, στο Ανατολικό μέτωπο οι Ρώσοι επιτέθηκαν στη Βουκοβίνα (4 Ιουνίου 1916) σημειώνοντας λαμπρή νίκη. Η επιτυχία αυτή έπεισε τη Ρουμανία, η οποία έως τότε αμφιταλαντευόταν, να συμμετάσχει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ (27 Αυγούστου 1916), με την ελπίδα να ικανοποιήσει τις διεκδικήσεις της για εδάφη τα οποία βρίσκονταν υπό αυστριακή κατοχή. Αμέσως μετά ξεκίνησαν οι πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στον ρουμανικό στρατό και στα στρατεύματα των Κεντρικών αυτοκρατοριών (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1916). Ο ρουμανικός στρατός, αν και αρχικά σημείωσε κάποιες επιτυχίες, υπέστη τρομακτικές απώλειες και ό,τι απέμεινε από αυτόν κατέφυγε στη Μολδαβία. Η ήττα των Ρουμάνων δημιούργησε νέα προβλήματα στις συμμαχικές δυνάμεις, καθώς οι πλούσιες γεωργικές περιοχές και οι πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας πέρασαν στον έλεγχο των Κεντρικών αυτοκρατοριών. Στα τέλη του 1916, ο Γερμανός καγκελάριος Μπέτμαν Χόλβεγκ, σε μια προσπάθεια να κάμψει το ηθικό των αντιπάλων του, διατύπωσε, με ύφος νικητή, προτάσεις για τη σύναψη ειρήνης, με όρους ομολογουμένως ασαφείς, καθώς ακόμα και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τόμας Γούντροου Γουίλσον, ο οποίος εκλήθη ως μεσολαβητής, δεν κατόρθωσε να εξακριβώσει υπό ποιες προϋποθέσεις οι Γερμανοί θα προσέφεραν ειρήνη. Οι προτάσεις του Χόλβεγκ είχαν ελάχιστη απήχηση στη δυτική κοινή γνώμη, αλλά τόνωσαν την αυτοπεποίθηση των Γερμανών στρατιωτών και του γερμανικού λαού.
Κατά τη διάρκεια του 1917, έτος με καθοριστική σημασία για την εξέλιξη του πολέμου, οι Δυτικές δυνάμεις ήρθαν αντιμέτωπες με πολλά δυσάρεστα γεγονότα, όπως τις αποτυχημένες επιθέσεις στο γαλλικό μέτωπο, την αποχώρηση της Ρωσίας από τον πόλεμο (15 Δεκεμβρίου) εξαιτίας της Οκτωβριανής επανάστασης, τη χωριστή ειρήνη της Ρουμανίας (7 Μαΐου) και την ιταλική ήττα του Καπορέτο (Οκτώβριος-Νοέμβριος). Ωστόσο, οι συμμαχικές δυνάμεις δεν πτοήθηκαν από αυτές τις δυσάρεστες εξελίξεις, ενώ η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο, στις 6 Απριλίου 1917, είχε ως αποτέλεσμα να ανανεωθούν οι προμήθειες των Δυτικών, οι οποίοι διέθεταν πλέον ένα συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντι στους αντιπάλους τους. Η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο (που ανακηρύχτηκε συνασπισμένη και όχι σύμμαχος των εμπολέμων χώρα) είχε προετοιμαστεί σταδιακά κατά τη διάρκεια της εμπόλεμης περιόδου. Η καταβύθιση ορισμένων συμμαχικών εμπορικών πλοίων στα οποία επέβαιναν Αμερικανοί πολίτες (Lusitania, Μάιος 1915· Sussex, Μάρτιος 1916 κ.ά.) όξυναν τις σχέσεις μεταξύ Γερμανών και Αμερικανών. Η αποφασιστική όμως στροφή σημειώθηκε όταν η γερμανική Ανώτατη Διοίκηση στράφηκε (Ιανουάριος 1917) κατά των λεγόμενων δικαιωμάτων των ουδετέρων, δηλώνοντας ότι στο εξής θα θεωρούσε εχθρικά όλα τα πλοία, ανεξαρτήτως εθνικότητας, τα οποία θα έπλεαν σε εχθρικά ύδατα. Στις 3 Φεβρουαρίου, οι ΗΠΑ διέκοψαν τις διπλωματικές σχέσεις τους με τη Γερμανία. Ο πόλεμος όμως δεν είχε ξεκινήσει ακόμα· στην πραγματικότητα, καμία αμερικανική κυβέρνηση δεν θα επιθυμούσε να εμπλακεί ο λαός της σε πόλεμο στο πλευρό της τσαρικής Ρωσίας, η οποία αποτελούσε για τους Αμερικανούς σύμβολο της οπισθοδρομικότητας και της απολυταρχίας. Η κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος (Μάρτιος 1917) και οι αγγλικές αποκαλύψεις για ένα σχέδιο γερμανομεξικανικής συμφωνίας για μεταφορά του πολέμου στο βορειοαμερικανικό έδαφος (το λεγόμενο τηλεγράφημα Τσίμερμαν) διέλυσαν και τους τελευταίους δισταγμούς των Αμερικανών.
Το 1918, η Γερμανία και η Αυστροουγγαρία, έχοντας επικρατήσει στο Ανατολικό μέτωπο, στόχευαν να πραγματοποιήσουν μια μεγάλη τελική επίθεση στο Δυτικό μέτωπο, χρησιμοποιώντας όλες τις δυνάμεις που διέθεταν. Η Αυστρία σχεδίαζε μεγάλη επίθεση εναντίον της Ιταλίας που, σύμφωνα με τα σχέδια του επιτελείου της, θα οδηγούσε στην κατάληψη της Λομβαρδίας. Η αυστριακή επίθεση άρχισε στις 15 Ιουνίου 1918, αλλά –αντίθετα από τις προβλέψεις της Βιέννης– αναχαιτίστηκε από τους Ιταλούς σε μια αποφασιστική μάχη που διήρκεσε 8 ημέρες (μάχη του Πιάβε, 15-23 Ιουνίου) και έληξε με πλήρη αποτυχία του επιτιθέμενου, καθώς τα αυστριακά στρατεύματα απωθήθηκαν στις αρχικές τους θέσεις. Η ιταλική νίκη έκρινε την έκβαση του πολέμου, ενώ και οι βιαιότατες επιθέσεις (μάχες της Πικαρδίας, της Φλάνδρας και του Μάρνη) που εξαπέλυσαν οι Γερμανοί στο γαλλικό μέτωπο αναχαιτίστηκαν από τις αγγλογαλλικές δυνάμεις. Αμέσως μετά, η Αντάντ προχώρησε σε μια σφοδρή αντεπίθεση, η οποία, υπό την ηγεσία του Γάλλου στρατηγού Φερντινάν Φος, ανάγκασε τους Γερμανούς να υποχωρήσουν και να εγκαταλείψουν το γαλλικό έδαφος. Ενώ στη δυτική Ευρώπη η Αντάντ είχε πλέον την πρωτοβουλία των κινήσεων, στον νοτιοανατολικό τομέα τέθηκαν εκτός μάχης η Βουλγαρία και η Τουρκία, οι οποίες ζήτησαν ανακωχή, στις 29 Σεπτεμβρίου και στις 31 Οκτωβρίου, αντίστοιχα. Οι επιχειρήσεις εναντίον της Βουλγαρίας, όπως προαναφέρθηκε, ξεκίνησαν με την αποστολή συμμαχικού εκστρατευτικού σώματος στη Θεσσαλονίκη (Οκτώβριος 1915). Το 1916, με την ανασυγκρότηση του σερβικού στρατού, οι Σύμμαχοι ανακατέλαβαν το Μοναστήρι (σημερινή ΠΓΔΜ) και ενώθηκαν με τις ιταλικές δυνάμεις της Αλβανίας (Φεβρουάριος 1917). Με αναπτερωμένο το ηθικό από τη μεγάλη γερμανική ήττα στον Μάρνη (Σεπτέμβριος 1918), οι Σύμμαχοι (Αγγλία, Γαλλία, Σερβία και Ελλάδα, η οποία είχε ήδη εισέλθει στον πόλεμο) πραγματοποίησαν στις 15 Σεπτεμβρίου 1918 αστραπιαία επίθεση, η οποία ύστερα από 15 ημέρες (29 Σεπτεμβρίου 1918) υποχρέωσε τη βουλγαρική κυβέρνηση να συνθηκολογήσει άνευ όρων.
Με τους Συμμάχους να έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία, η συνθηκολόγηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (που αναφερόταν και ως «ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης») ήταν πλέον ζήτημα χρόνου. Από την άλλη πλευρά, μετά την καταστροφή του Κουτ-ελ-Αμάρα, ένα νέο αγγλικό εκστρατευτικό σώμα έφτασε στη Μεσοποταμία (Μάιος 1916), κατέλαβε το 1917 τη Βαγδάτη, τη Σαμάρα και το Τικρίτ και κατόρθωσε την οριστική συντριβή των Τούρκων στο Ραμαντιέ (Σεπτέμβριος 1917). Οι Βρετανοί σημείωσαν μεγάλες επιτυχίες στην Παλαιστίνη όπου, αφού έδιωξαν τους Τούρκους από τα αιγυπτιακά σύνορα, κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ (1917). Η τελευταία επίθεση που εξαπολύθηκε από τους Βρετανούς στον τομέα αυτόν (Σεπτέμβριος 1918) συνέπεσε με την επίθεση στα βουλγαρικά εδάφη εναντίον της Τουρκίας και οδήγησε σύντομα στην οριστική συντριβή της δεύτερης (ανακωχή του Μούδρου, 31 Οκτωβρίου). Την ίδια εποχή (24 Οκτωβρίου 1918) ξεκίνησε η ιταλική επίθεση εναντίον του αυστριακού στρατού, ο οποίος βρισκόταν ήδη υπό διάλυση και, ύστερα από συγκρούσεις μίας εβδομάδας (μάχη του Βιτόριο Βένετο) συνθηκολόγησε. Η στρατιωτική ήττα επιτάχυνε την αποσύνθεση ολόκληρης της αυτοκρατορίας και την εμφάνιση εθνικών κρατών επάνω στα ερείπια της πρώην αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας εγκατέλειψε την Αυστρία και ζήτησε καταφύγιο στην Ελβετία.
Λίγο αργότερα κατέρρεε και η γερμανική αντίσταση. Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β’ έφυγε στην Ολλανδία και η προσωρινή γερμανική κυβέρνηση ζήτησε ανακωχή, την οποία οι Σύμμαχοι παραχώρησαν στις 11 Νοεμβρίου 1918 (ανακωχή της Ρετόντ). Έπειτα από επίπονες διαπραγματεύσεις στο Παρίσι μεταξύ αντιπροσώπων των νικητριών δυνάμεων, στις οποίες συμμετείχε αυτοπροσώπως, και όχι πάντα επιτυχώς, ο Αμερικανός πρόεδρος Γουίλσον, υπογράφηκαν οι συνθήκες ειρήνης με τη Γερμανία στις Βερσαλίες (28 Ιουνίου 1919, ημέρα κατά την οποία συμπληρώνονταν ακριβώς 5 χρόνια από τη δολοφονία του αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου στο Σαράγιεβο), με την Αυστρία στο Σεν Ζερμέν-αν-Λε (10 Σεπτεμβρίου 1919), με τη Βουλγαρία στο Νεϊγί (27 Νοεμβρίου 1919), με την Ουγγαρία στο Μεγάλο Τριανόν (4 Ιουνίου 1920) και, τέλος, με την Τουρκία στις Σέβρες (10 Αυγούστου 1920).Ο Γουλιέλμος Β’ επισκέπτεται, κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, τα στρατεύματα του στρατηγού Καρλ φον Μπίλοβ στο Ανατολικό μέτωπο.Το 1916 οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά άρμα μάχης στο μέτωπο.
Οι Αγγλογάλλοι αναχαίτισαν τη γερμανική επίθεση στον Μάρνη (Σεπτέμβριος, 1914) με μια αντεπίθεση, η οποία στην πραγματικότητα έκρινε την τύχη του A’ Παγκοσμίου πόλεμου.Γερμανοί στρατιώτες με αντιασφυξιογόνες μάσκες (1915). Αμερικανικά στρατεύματα αποβιβάζονται στη Γαλλία, τον Ιούνιο του 1917, για να ενισχύσουν την άμυνα της «γραμμής Βερντέν».Οι Βρετανοί πανηγυρίζουν στο Λονδίνο, στις 11 Νοεμβρίου 1918, την υπογραφή της παύσης των εχθροπραξιών του Α’ Παγκοσμίου πολέμου (φωτ. ΑΠΕ).

Ο πόλεμος στις θάλασσες. Κατά τη διάρκεια του πολέμου σημειώθηκαν ελάχιστες ναυτικές συγκρούσεις αποφασιστικής σημασίας, εξαιτίας της υπεροχής των στόλων της Αντάντ έναντι των στόλων των Κεντρικών αυτοκρατοριών, αλλά και λόγω των στρατηγικών επιδιώξεων των δύο αντιπάλων. Εκτός από τη ναυμαχία της Γιουτλάνδης, μία από τις σημαντικότερες ναυτικές συγκρούσεις ήταν εκείνη που κατέληξε στην καταστροφή μιας μοίρας γερμανικών καταδρομικών (8 Δεκεμβρίου 1914). Τον Νοέμβριο, το αγγλικό Ναυαρχείο έστειλε στον νότιο Ατλαντικό δύο καταδρομικά μάχης να καταδιώξουν –μαζί με άλλες μονάδες που βρίσκονταν ήδη στον τομέα αυτόν– μια γερμανική μοίρα η οποία, μερικές ημέρες νωρίτερα (2 Δεκεμβρίου), είχε βυθίσει δύο βρετανικά καταδρομικά στα ανοιχτά των ακτών της Χιλής. Οι Βρετανοί διέκριναν τη γερμανική μοίρα που αποτελείτο από πέντε καταδρομικά, την παρακολούθησαν και, με την υπεροχή που είχαν σε ταχύτητα και οπλισμό, βύθισαν μέσα σε λίγες ώρες τα τέσσερα από τα πέντε καταδρομικά της, εξαλείφοντας με αυτόν τον τρόπο τη σοβαρή απειλή εναντίον των θαλάσσιων μεταφορών της Αντάντ.
Στον αποκλεισμό των γερμανικών ακτών από την Αντάντ, οι Γερμανοί απάντησαν με τον λεγόμενο πειρατικό πόλεμο στον οποίο συμμετείχαν μεμονωμένα πλοία παντός τύπου, έχοντας τη μορφή εμπορικών και με παραπλανητική σημαία ουδέτερων κρατών, και τα οποία πραγματοποιούσαν αιφνίδιες επιθέσεις. Σύντομη αλλά ένδοξη ήταν η δράση του ελαφρού καταδρομικού Emden στο Ινδικό αρχιπέλαγος και σχεδόν απίστευτη η δράση του Wolf –ενός μικρού αργού πλοίου (ταχύτητας 10 κόμβων)– το οποίο από το 1916 έως το 1918 έκανε τον γύρο του κόσμου με αφετηρία και τέρμα το Κίελο, ρίχνοντας νάρκες στο Κέιπ Τάουν, στο Ντάρμπαν, στη Σιγκαπούρη, στη Βομβάη, στο Σίδνεϊ κ.α. Στη Μεσόγειο, στις αρχές των εχθροπραξιών, εντυπωσιακό ρόλο έπαιξαν 2 γερμανικά καταδρομικά, το Goeben και το Breslau, τα οποία πωλήθηκαν στο τουρκικό ναυτικό, διατηρώντας ωστόσο γερμανικά πληρώματα. Όσον αφορά τον αγγλικό και τον γαλλικό στόλο, τμήματά τους χρησιμοποιήθηκαν στην προσπάθεια κατάληψης και αποκλεισμού των Δαρδανελίων.Το γερμανικό υποβρύχιο U-9, το οποίο τον Σεπτέμβριο του 1914 βύθισε τρία αγγλικά καταδρομικά. 

Ο πόλεμος στον αέρα. Τα αεροπλάνα χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά ως πολεμικό μέσο σε αυτό τον πόλεμο. Πραγματοποίησαν, ωστόσο, ελάχιστες βομβαρδιστικές επιχειρήσεις και κατά κύριο λόγο επιδόθηκαν σε αναγνωριστικές πτήσεις, αλλά και πολυβολισμούς από αέρος για την υποστήριξη του πεζικού. Όλες οι εμπόλεμες χώρες παρουσίασαν πιλότους οι οποίοι απέκτησαν φήμη και δόξα. Περίφημοι, μεταξύ άλλων, ήταν ο Γερμανός Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν, ο οποίος σημείωσε 81 νίκες σε αερομαχίες, ο Γάλλος Ρενέ Φονκ με 75, ο Άγγλος Έντουαρντ Μάνοκ με 73 και ο Καναδός Μπίλι Μπίσοπ με 72 νίκες.Αερομαχία στο Δυτικό μέτωπο, κατά τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο.

Η Ελλάδα στον πόλεμο. Ο πόλεμος είχε εξαρχής αρνητικές συνέπειες για την Ελλάδα. Οι συνέπειες αυτές, μάλιστα, είχαν αντίκτυπο σε ολόκληρη τη μετέπειτα ιστορία της χώρας. Από την αρχή τέθηκε το φλέγον ζήτημα για το αν η χώρα θα έπρεπε να συμμετάσχει στον πόλεμο και στο πλευρό ποιας δύναμης. Οι διαφωνίες στο ζήτημα αυτό, στις οποίες προστέθηκαν και οι πιέσεις από τους δύο εμπολέμους, την Αντάντ και τις Κεντρικές αυτοκρατορίες, προκάλεσαν οξύτατες θλιβερές συγκρούσεις που έμειναν στην ελληνική ιστορία γνωστές ως εθνικός διχασμός. Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος υποστήριζε εξαρχής την είσοδο στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, την οποία θεωρούσε βέβαιη νικήτρια, ενώ ο γερμανικής καταγωγής βασιλιάς Κωνσταντίνος επέμενε στη διατήρηση ουδετερότητας εκ μέρους της Ελλάδας. Ο ελληνικός λαός χωρίστηκε σε βασιλικούς και βενιζελικούς. Η απόβαση στρατευμάτων των Αγγλογάλλων για τον ανεφοδιασμό και την ενίσχυση της Σερβίας στη Θεσσαλονίκη (Οκτώβριος 1915), η είσοδος της Βουλγαρίας στον πόλεμο (14 Οκτωβρίου 1915) στο πλευρό των Κεντρικών αυτοκρατοριών, η κατάληψη της Καβάλας από γερμανικά και βουλγαρικά στρατεύματα και η παράδοση ολόκληρου ελληνικού σώματος στρατού που μεταφέρθηκε στη Γερμανία (Σεπτέμβριος 1916), όξυναν την κρίση, και ο Βενιζέλος σχημάτισε χωριστή προσωρινή κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη (9 Οκτωβρίου) η οποία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας (23 Νοεμβρίου 1916). Στις 11 Ιουνίου 1917 οι Αγγλογάλλοι αξίωσαν την παραίτηση του Κωνσταντίνου, τον οποίο κατηγόρησαν ως γερμανόφιλο. Ο βασιλιάς μετέβη στην Ελβετία, ο Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση στην Αθήνα και στις 2 Ιουλίου 1917 η Ελλάδα συμμετείχε επίσημα στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.
Η ενεργητική συμμετοχή της Ελλάδας ενίσχυσε το συμμαχικό μέτωπο της Βαλκανικής και επέτρεψε την προετοιμασία της αντεπίθεσης. Οι πρώτες αντεπιθέσεις με αξιόλογες, αν και τοπικές, επιτυχίες σημειώθηκαν αμέσως (φθινόπωρο του 1917), με συμμετοχή και ελληνικών μονάδων στο πλευρό των αγγλογαλλικών και των σερβικών, που είχαν στο μεταξύ ανασυγκροτηθεί στο ελληνικό έδαφος. Τον Μάιο του 1918, αμιγώς ελληνικές δυνάμεις σημείωσαν την πρώτη αξιόλογη συμμαχική επιτυχία με την ανακατάληψη του Σκρα, η οποία είχε ως σπουδαιότερη συνέπεια την πτώση του ηθικού των Βουλγάρων. Έτσι, όταν στις 15 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε η μεγάλη συμμαχική επίθεση στο Μακεδονικό μέτωπο, οι επιτυχίες διαδέχονταν η μία την άλλη. Τα σερβικά στρατεύματα, ενισχυμένα από ελληνικά και γαλλικά, απελευθέρωναν τα πρώτα τμήματα του εθνικού τους εδάφους και στις 21 Σεπτεμβρίου έφταναν στο Μοναστήρι, ενώ στις 18 του ίδιου μήνα, μια άλλη επίθεση ελληνικών και αγγλικών δυνάμεων ανατολικότερα είχε διασπάσει το γερμανοβουλγαρικό μέτωπο προς τον Στρυμόνα. Το αποτέλεσμα ήταν άμεσο. Οι Βούλγαροι αντιλήφθηκαν ότι η ήττα ήταν πλέον αναπόφευκτη και, για να αποφύγουν την κατάληψη βουλγαρικών εδαφών από ελληνικά και σερβικά στρατεύματα, έσπευσαν να υπογράψουν ανακωχή στις 29 Σεπτεμβρίου, ενώ το βουλγαρικό παράδειγμα ακολούθησε πρώτη η Τουρκία. Οι επιτυχίες αυτές σήμαναν την αρχή του τέλους των Κεντρικών αυτοκρατοριών.
Η νίκη των Συμμάχων επέφερε σημαντικά, αλλά πρόσκαιρα οφέλη στην Ελλάδα. Στο πλαίσιο της συνθήκης των Σεβρών, που υπογράφηκε μεταξύ των Συμμάχων και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στη γαλλική πόλη Σέβρες (28 Ιουλίου – 10 Αυγούστου 1920), τα Δαρδανέλια περιήλθαν στον έλεγχο διεθνούς επιτροπής, ενώ ολόκληρη η Ανατολική Θράκη και η χερσόνησος της Καλλίπολης ενώθηκαν με την Ελλάδα. Ωστόσο, μετά την ήττα του ελληνικού στρατού και τη Μικρασιατική Καταστροφή, η συνθήκη ακυρώθηκε στη συνδιάσκεψη της Λοζάνης (1922).Συμμαχικές δυνάμεις της Αντάντ αποβιβάζονται στη Θεσσαλονίκη, τον Οκτώβριο του 1915, καταργώντας ντε φάκτο την ελληνική ουδετερότητα στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο (φωτ. από έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).
Read 665 times

Latest from