Print this page
Παρασκευή, 02 Μαρτίου 2012 01:19

παγκοσμιοποίηση

Written by
Rate this item
(0 votes)
παγκοσμιοποίηση (Οικον.-Κοινων.). Οικονομικό φαινόμενο το οποίο εμφανίστηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αι. και έλαβε γρήγορα πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις. Υπό τη στενή του έννοια, ο όρος συνδέεται με την αλματώδη αύξηση του διεθνούς εμπορίου προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και των ροών κεφαλαίων για άμεσες ξένες επενδύσεις ή επενδύσεις χαρτοφυλακίου, που έχει ως συνέπεια την ενσωμάτωση σε υψηλό βαθμό των εθνικών οικονομιών σε ένα παγκόσμιο σύστημα. Ο όρος π., που άρχισε να χρησιμοποιείται από τη δεκαετία του 1980, αποτελεί νεολογισμό, καθώς απέδωσε στα ελληνικά τον αντίστοιχο αγγλικό (globalisation). Πολύ συχνά, πάντως, ο όρος χρησιμοποιείται με πολιτικό περιεχόμενο. 
Σε ένα πρώτο επίπεδο ανάλυσης, η π. θεωρείται ένα από τα αποτελέσματα του περιορισμού των δασμολογικών και παραδασμολογικών εμποδίων, καθώς και των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων σε παγκόσμια κλίμακα. Η αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων συνδέεται με τη διεύρυνση και την ενίσχυση του ρόλου των πολυεθνικών επιχειρήσεων, καθώς αυτές πραγματοποιούν κατά κύριο λόγο τέτοιου είδους επενδύσεις, την ολοκλήρωση (ενοποίηση) των διεθνών κεφαλαιαγορών και τη συνακόλουθη αύξηση των ροών κεφαλαίων σε επενδύσεις χαρτοφυλακίου (μετοχές, ομόλογα, καταθέσεις και άλλα χρηματοοικονομικά προϊόντα). Η π. των αγορών δίνει τη δυνατότητα πρόσβασης σε περισσότερες και μεγαλύτερες αγορές, και επομένως σε κεφάλαια, τεχνολογία, εργατικό δυναμικό, φθηνότερες εισαγωγές και μεγαλύτερες εξαγωγικές αγορές.
Η λειτουργία του εν λόγω συστήματος απαιτεί αφενός την ίδρυση νέων ή την ενίσχυση των παλαιών υπερεθνικών θεσμικών οργάνων με διευρυμένες αρμοδιότητες, αφετέρου την απώλεια μέρους της εθνικής κυριαρχίας των κρατών. Η δημιουργία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), διαδόχου της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT), το 1995, εκτός από ουσιαστική, είχε και συμβολική σημασία, τουλάχιστον για τους πολέμιους της π. Ωστόσο, ο ΠΟΕ είναι ένα μόνο από τα πολυάριθμα υπερεθνικά όργανα που διαχειρίζονται τις σχέσεις στο νέο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Θεσμικά όργανα, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανασυγκρότηση (ΟΟΣΑ), η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS) ή διεθνή φόρουμ, όπως η ομάδα των οκτώ ισχυρότερων κρατών G8 (πρώην G7 μέχρι την είσοδο της Ρωσίας), αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία. Επιπλέον, στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και η ενιαία αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και οι διάφορες ζώνες ελευθέρων συναλλαγών (NAFTA, EFTA, Νοτιοαμερικανική Κοινότητα Εθνών κ.ά.) (βλ. λ. Διεθνές Νομισματικό Ταμείο· Νοτιοαμερικανική Κοινότητα Εθνών· ΟΟΣΑ· Παγκόσμια Τράπεζα· Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου).
Η π. έχει τις ρίζες της στις αρχές της δεκαετίας του 1980, κυρίως ως συνέπεια της πολιτικής βούλησης για την επικράτηση των νεοφιλελεύθερων οικονομικών απόψεων, ενώ στην εξέλιξή της συνέβαλε αποφασιστικά και η τεχνολογική πρόοδος στις μεταφορές και στις επικοινωνίες. Καταλυτικό ρόλο έπαιξε επίσης η κατάρρευση των καθεστώτων του αποκαλούμενου υπαρκτού σοσιαλισμού στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, που αφενός έδωσε τέλος στον Ψυχρό Πόλεμο, και αφετέρου οδήγησε σε κρίση την αριστερά στις δυτικές χώρες. Το βασικό επιχείρημα υπέρ της π. στηρίζεται στις κλασικές οικονομικές θεωρίες που ανέπτυξαν, μεταξύ άλλων, ο Άνταμ Σμιθ και ο Ντέιβιντ Ρικάρντο τον 18ο και 19ο αι., σύμφωνα με τις οποίες το ελεύθερο διεθνές εμπόριο είναι επωφελές για όλους όσοι συμμετέχουν σε αυτό χάρη στις ευεργετικές συνέπειες του ανταγωνισμού και του διεθνούς καταμερισμού της παραγωγής με βάση το συγκριτικό πλεονέκτημα.
Πολλοί αναλυτές του φαινομένου υποστηρίζουν ότι η διεθνής οικονομία παρουσίαζε μια ανάλογη εικόνα από το 1870 έως τις αρχές του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Ορισμένοι μάλιστα χαρακτηρίζουν την παρούσα φάση ως το τρίτο κύμα ενός φαινομένου που ξεκίνησε τότε. Οι ίδιοι εντοπίζουν το ανάλογο πρώτο κύμα στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αι. και υποστηρίζουν ότι το πυροδότησε η τεράστια για την εποχή πρόοδος στις μεταφορές (σιδηρόδρομοι, ατμόπλοια, άνοιγμα διώρυγας του Σουέζ). Πολλοί ισχυρίζονται μάλιστα ότι η π. είχε προχωρήσει τότε σε υψηλότερο βαθμό συγκριτικά με τη σημερινή εποχή, καθώς σε εκείνη τη χρονική περίοδο το μερίδιο του διεθνούς εμπορίου σε σχέση με το παγκόσμιο ΑΕΠ αυξήθηκε σε μεγάλο βαθμό. Παράλληλα παρατηρήθηκε σημαντική μετανάστευση πληθυσμών αφενός από την Ευρώπη προς τη Βόρεια Αμερική κ.α., αφετέρου από την Κίνα και την Ινδία προς τη νοτιοανατολική Ασία. Υπολογίζεται ότι περίπου το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού μετανάστευσε αυτήν την περίοδο. Με τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο το φαινόμενο της π. παρουσίασε κάμψη λόγω της επιστροφής στον προστατευτισμό. Δασμοί και άλλου είδους εμπόδια περιόρισαν το διεθνές εμπόριο, το οποίο, ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ, επέστρεψε στο επίπεδο που βρισκόταν το 1870.
Στην περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και έως το 1980 δόθηκε αρχικά έμφαση στην ανοικοδόμηση των χωρών που καταστράφηκαν από τον πόλεμο και στη συνέχεια στην ανάπτυξη του εμπορίου μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών της Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής και της Ιαπωνίας. Οι περισσότεροι υπερεθνικοί θεσμοί που προαναφέρθηκαν, όπως το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα, ο ΟΟΣΑ, η πρόγονος του ΠΟΕ, GATT, δημιουργήθηκαν εκείνη την περίοδο. Ταυτόχρονα επήλθε η αποαποικιοποίηση, δηλαδή η διάλυση τόσο των μεγάλων αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών της Βρετανίας και της Γαλλίας, όσο και των μικρότερων όπως του Βελγίου, της Ολλανδίας και της Πορτογαλίας, με τη δημιουργία ανεξάρτητων κρατών, ενώ ο κόσμος βρέθηκε βαθιά διαιρεμένος εξαιτίας του Ψυχρού Πολέμου, μεταξύ των δύο μεγάλων αντίπαλων συνασπισμών, με πόλους τις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση. Ο ρόλος του Τρίτου Κόσμου στο διεθνές εμπόριο περιορίστηκε στην προσφορά πρώτων υλών (μεταλλευμάτων ή αγροτικών), ενώ η κατάργηση των δασμών και η ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου έγινε με μικρά αλλά σταθερά βήματα μέχρι να αποκτήσει κατακλυσμιαίους ρυθμούς κατά τη δεκαετία του 1980.
Η π., εκτός από την οικονομική και εμπορική σημασία, έχει επίσης σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις. Οι διαστάσεις αυτές αξιολογούνται από διάφορες ομάδες –ανάλογα με την ιδεολογική τους κατεύθυνση– ως θετικές ή αρνητικές. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, σημαντικό μέρος της εθνικής κυριαρχίας των κρατών έχει μεταφερθεί στους υπερεθνικούς οργανισμούς, γεγονός που συνοδεύτηκε από θεμελιώδεις μετασχηματισμούς της πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος στις διεθνείς σχέσεις. Οι δημοκρατικοί θεσμοί διακυβεύονται, καθώς σημαντικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται πλέον σε εθνικό επίπεδο όπου η εκπροσώπηση των πολιτών, τουλάχιστον στις ανεπτυγμένες χώρες, είναι κατοχυρωμένη με δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά σε υπερεθνικά όργανα. Παράλληλα, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις είναι αφενός πολύ ισχυρές, αφετέρου, εκ φύσεως, έχουν τη δυνατότητα να διαφεύγουν από τον έλεγχο των κρατικών αρχών. Ωστόσο, οι πολίτες ανά περιπτώσεις κρίνουν την π. με διαφορετικό τρόπο, αφού για παράδειγμα τις περισσότερες φορές αντιμετώπισαν θετικά την επίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον εκσυγχρονισμό των εθνικών θεσμών. Επιπλέον, ο εθνικός και ο τοπικός πολιτισμός ανταγωνίζονται τον παγκόσμιο πολιτισμό που δημιουργείται μέσα από τις οικονομικές σχέσεις, ενώ η π. των καταναλωτικών προτύπων αποτελεί απλώς την πιο προφανή και εύληπτη πτυχή αυτού του ανταγωνισμού. Έτσι, πολυεθνικές εταιρείες με ισχυρά εμπορικά σήματα αποτελούν συχνά τον συμβολικό στόχο των πολεμίων της π.
Πάντως, η π. δεν είχε μόνο θετικές οικονομικές συνέπειες, όπως ήθελε η θεωρία. Το κατά κεφαλήν εισόδημα των κατοίκων των 20 πλουσιότερων χωρών του κόσμου, για παράδειγμα, το οποίο το 1960 ήταν 15 φορές υψηλότερο από το αντίστοιχο εισόδημα των κατοίκων των 20 φτωχότερων χωρών, έφτασε το 2000 να είναι 30 φορές υψηλότερο, καθώς οι πλουσιότερες χώρες αναπτύχθηκαν με ταχύτερο ρυθμό από τις φτωχότερες. Στις τελευταίες, το κατά κεφαλήν εισόδημα των κατοίκων στο διάστημα μεταξύ 1960-2000 έμεινε αμετάβλητο ή υπέστη μείωση, ενώ οι γνώμες διίστανται για το αν η διεύρυνση αυτού του χάσματος οφείλεται τελικά στην π. Αλλά και εντός των ανεπτυγμένων χωρών διευρύνθηκαν οι ανισότητες, και σε πολλές περιπτώσεις τα φτωχότερα στρώματα έχασαν σημαντική απώλεια του εισοδήματός τους ή αντιμετώπισαν το φάσμα της ανεργίας, καθώς οι εργοδότες αναζητούν φτηνότερο εργατικό δυναμικό ανάμεσα στους μετανάστες ή ακόμη και σε άλλα μέρη του πλανήτη.

Το κίνημα της αντιπαγκοσμιοποίησης. Οι αρνητικές συνέπειες της π. οδήγησαν στη δημιουργία ενός κινήματος, το οποίο ονομάστηκε Κίνημα κατά της Παγκοσμιοποίησης ή Κίνημα της Αντιπαγκοσμιοποίησης και απαρτίζεται από ένα ετερόκλητο πλήθος ανθρώπων με διαφορετικά αιτήματα και ιδεολογίες. Με την ευρεία έννοια, σε αυτό ανήκουν οι διαδηλωτές της Γένοβας 2001, το αναρχικό Μαύρο Μπλοκ κ.ά. Οι οπαδοί της αντιπαγκοσμιοποίησης προέρχονται τόσο από τους κύκλους των διανοουμένων ή της εργατικής τάξης, την άκρα αριστερά και τα οικολογικά κινήματα, όσο και από την ακροδεξιά και τους εθνικιστικούς και θρησκευτικούς κύκλους, ή από τα εργατικά συνδικάτα. Οι πρώτοι ζητούν το τέλος, την επιβράδυνση ή τη μεταρρύθμιση της π. και την ενίσχυσή της προς μια άλλη περισσότερο κοινωνική και λιγότερο εμπορική κατεύθυνση, αντιπαραθέτοντας στην οικονομικά νεοφιλελεύθερη π. τον πολιτικό και κοινωνικό διεθνισμό· οι δεύτεροι προκρίνουν τη διάσωση της εθνικής ταυτότητας και των επιμέρους αξιών και παραδόσεων. Γενικά, πάντως, το κίνημα της αντιπαγκοσμιοποίησης αντιμετωπίζεται ως ένα αριστερό κίνημα και διαχωρίζεται από κάποιες ακροδεξιές εκφάνσεις, όπως το γαλλικό κόμμα Εθνικό Μέτωπο του Ζαν-Μαρί Λεπέν, και από τον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Πρόκειται για ένα κίνημα που προσπαθεί με διάφορους τρόπους, αλλά κυρίως μέσα από τον ακτιβισμό να αποκτήσει οργανωμένη μορφή. Στη δημιουργία του κινήματος συνέβαλαν οι μαζικές διαδηλώσεις που διατάραξαν την υπουργική σύνοδο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στο Σιάτλ των ΗΠΑ (29 Νοεμβρίου – 3 Δεκεμβρίου 1999). Μετά από περίπου ενάμιση χρόνο (20-22 Ιουλίου 2001) ανάλογες διαδηλώσεις στη σύνοδο αρχηγών-κρατών του G8 στη Γένοβα της Ιταλίας επιβεβαίωσαν τη δύναμη και τη μαζικότητα του κινήματος. Μικρότερες αλλά δυναμικές εκδηλώσεις συνοδεύουν σχεδόν όλες τις σημαντικές συνόδους των διεθνών οργανισμών. Οι μεγαλειώδεις διαδηλώσεις που έγιναν στις αρχές του 2003 κατά της επικείμενης αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ, αν και δεν περιορίζονταν στο κίνημα της αντιπαγκοσμιοποίησης, επιβεβαίωσαν την ανάγκη των πολιτών για συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα μετά από μια μακρά περίοδο σχετικής αποχής.Νέοι διαδηλώνουν ενάντια της παγκοσμιοποίησης στην Ουάσινγκτον, με αφορμή τη σύνοδο της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τον Σεπτέμβριο του 2002 (φωτ. ΑΠΕ).
Read 345 times

Latest from