Πέμπτη, 01 Μαρτίου 2012 15:04

μυθιστόρημα

Written by
Rate this item
(0 votes)
μυθιστόρημα (Λογοτ.). Λογοτεχνικό είδος τα κύρια χαρακτηριστικά του οποίου είναι η εκτεταμένη πλασματική και αληθοφανής αφήγηση σε γραπτό πεζό λόγο, η οποία αναπαριστά μια σειρά γεγονότων, διαρθρωμένων γύρω από μια πλοκή, με ιστορικό ή φανταστικό πλαίσιο. Με τον γενικό αυτό όρο ταυτίστηκαν κατά καιρούς διάφορα έργα, η σύλληψη και η πραγμάτωση των οποίων διέφεραν μεταξύ τους ανάλογα με την ιστορική εποχή και τα επικρατούντα λογοτεχνικά ήθη.
Ο όρος έκανε την εμφάνισή του 19ο αι. για να αποδώσει τους αντίστοιχους novel (αγγλ.), roman (γαλλ./γερμ.) και romanzo (ιταλ.), ωστόσο προδρομικές μορφές μ. συναντώνται στους αρχαίους μεσογειακούς και ανατολικούς πολιτισμούς. Γύρω στο 2000 π.Χ. υπήρχαν ήδη στην Αίγυπτο της 12ης δυναστείας αφηγήσεις σε πεζό λόγο, με τα γνωρίσματα του σύγχρονου μ.: για παράδειγμα, σύντομα ή σχετικά εκτενή διηγήματα, όπου αναπτύσσονταν φανταστικές ιστορίες, με παρεμβολές πολιτικών και φιλοσοφικών απόψεων και, συχνά, απροκάλυπτης σάτιρας των φαραώ. Στην Αίγυπτο έγινε επίσης η επεξεργασία του κεντρικού πυρήνα των Χιλίων και μίας νυχτών, το οποίο εμφανίστηκε στην Ινδία τον 9o αι. μ.Χ. και έφτασε εκεί διαμέσου της Περσίας. Στην Ινδία επίσης ανιχνεύονται (γύρω στον 7o αι. μ.Χ.) λανθάνουσες μορφές μ. με τα μακροσκελή διηγήματα του Μπάνα. Η αρχαία περσική λογοτεχνία προσέφερε ελάχιστα δείγματα λογοτεχνικής παραγωγής ικανά να ταξινομηθούν στο είδος του μ., όπως είναι Η ιστορία του Ζάρερ και Το βιβλίο με τους άθλους του Αρντασέρ, γιου του Παπάκ. Η Ιαπωνία, αντίθετα, στο μεταίχμιο μεταξύ 10ου και 11ου αι. μ.Χ., δημιούργησε το πλησιέστερο κείμενο προς τη σύγχρονη δυτική αντίληψη για το μ., την Ιστορία του πρίγκιπα Γκέντζι (Γκέντζι μονογκατάρι), της Μουρασάκι Σικίμπου. Κυρίαρχο θέμα του έργου είναι ο έρωτας, δοσμένο όμως με λεπτότατη ψυχολογική ανάλυση, μέσα από τις περιπέτειες ενός πρώιμου Δον Ζουάν με τις κυρίες της αυτοκρατορικής Αυλής. Στην Κίνα, κατά την περίοδο της δυναστείας Γιουάν (1279-1368), το μ. έγινε ένα είδος λαϊκής λογοτεχνίας, το οποίο περιφρονούσαν οι καλλιεργημένες τάξεις. Στον 16o αι. ανήκει το περίφημο Τσιν Π’ινγκ Μέι, ενώ η κινεζική λογοτεχνία του 18ου αι. έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή της με το μ. Το όνειρο του κόκκινου δωματίου.
Στη Δύση, στα ελληνικά και ρωμαϊκά γράμματα κυριάρχησαν άλλα λογοτεχνικά είδη. Οι απαρχές του ελληνικού μ. τοποθετούνται στους όψιμους ελληνιστικούς χρόνους, οπότε χρονολογείται το Μυθιστόρημα του Νίνου (1ος αι. π.Χ.), το οποίο σώζεται αποσπασματικά σε παπύρους· ακέραια σώζονται τα Χαιρέας και Καλλιρρόη του Χαρίτωνα του Αφροδισιέα, Εφεσιακά, Λευκίππη και Κλειτοφών του Αχιλλέα Τατίου, Αιθιοπικά του Ηλιόδωρου και το ερωτικό ψυχολογικό μ. Δάφνις και Χλόη του Λόγγου. Ο Απουλήιος, στο αριστούργημά του Μεταμορφώσεις (Metamorphosi), παλαιότερα γνωστό με τον τίτλο Ο χρυσός γάιδαρος (Asinus aureus, 2ος αι. μ.Χ.), μετέπλασε λαϊκά θέματα εμπνευσμένα από τους μύθους του Αριστείδη του Μιλήσιου και επεξεργασμένα λογοτεχνικά από τον Έλληνα Λούκιο από την Πάτρα.
Στην Κοινωνική ιστορία της τέχνης, ο Άρνολντ Χάουζερ ανάγει τις αρχές του σύγχρονου μ. στην ιπποτική μεσαιωνική ποίηση, που στη Γαλλία εμφανίστηκε με τον όρο roman, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε από την αρχή ως χαρακτηρισμός ενός αφηγηματικού είδους σε λαϊκή γλώσσα (τη ρομανική), σε αντίθεση με τη λόγια γλώσσα (τη λατινική) του Μεσαίωνα. Το roman προϋπέθετε ένα λαϊκό αναγνωστικό κοινό, το οποίο ο Τιμποντέ ταυτίζει με το κοινό των προσκυνητών (Σκέψεις πάνω στο μυθιστόρημα, 1938). Θέμα των αφηγήσεων αυτών (που γνώρισαν τη μεγαλύτερη άνθησή τους στη Γαλλία και από εκεί διαδόθηκαν σε όλη την Ευρώπη) ήταν οι παλιοί κλασικοί μύθοι (Μυθιστόρημα των Θηβών, Μυθιστόρημα της Τροίας, Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου κ.ά.), οι ιστορίες του καρολίγγειου κύκλου, του βρετονικού κύκλου (Κρετιέν ντε Τρουά) καθώς και η εποποιία των ζώων του Μυθιστορήματος της Αλεπούς και το Μυθιστόρημα του Ρόδου (13ος αι.). Στην Ιταλία, η διηγηματογραφία εξελίχθηκε κατά τον 14o αι. με σημαντικότερο δημιουργό τον Βοκάκιο (Filocolo, Ninfale d’Ameto, Elegia di madonna Fiammetta) και αργότερα τον Τζάκοπο Σανατζάρο με την Αρκαδία, το πρώτο ποιμενικό μυθιστόρημα, ενώ σημαντική επιτυχία είχε, στο κλίμα των ανθρωπιστικών αναδιφήσεων του κλασικού πολιτισμού, το έργο του Απουλήιου Firenzuola.
Το σύγχρονο μ., πάντως, συνδέεται με την επαναστατική ανακάλυψη του Γκούτενμπεργκ, την τυπογραφία, και τη γέννηση του βιβλίου. Τότε, μαζί με έναν νέο τύπο αναγνώστη, γεννήθηκε και ένα νέο είδος πεζογραφίας. Ενώ, πράγματι, η γαλλική Αναγέννηση γέννησε (πάνω στη γραμμή της παρωδίας της επικής και ιπποτικής λογοτεχνίας) το σπουδαίο αφηγηματικό έργο Γαργαντούας και Πανταγκριέλ (1532) του Φρανσουά Ραμπελέ, το Λαθαρίλιο ντε Τόρμες (1554) παρουσιάζει ένα από τα πρώτα λαϊκά και αντιηρωικά πρόσωπα με τη μορφή του pίcaro (κατεργάρη), το οποίο στη Ζωή του πίκαρo Γκουθμάν ντε Αλφαράτσε (1599-1604) του Αλεμάν έγινε σύμβολο της φτωχής και εγκαταλελειμμένης ανθρωπότητας. Στη Γερμανία αναπτύχθηκε μια διηγηματογραφία με λαϊκό και ευτράπελο χαρακτήρα, η οποία γνώρισε σημαντική επιτυχία. Για πολύ καιρό, ωστόσο, το μ. θεωρείτο κατώτερο λογοτεχνικό είδος, περιορισμένο στην κατηγορία του divertissement pour dames (= ψυχαγωγία για κυρίες) στις ευρωπαϊκές Αυλές, χαρακτήρα τον οποίο διατήρησε μέχρι τον 18o αι., ενώ πήρε μορφές επικο-βουκολικές (κυρίως στην Ισπανία και στην Ιταλία, και τον 17o αι. στη Γαλλία) και επιτηδευμένες (préciosité), όπως στο έργο του Γάλλου Ντ’ Ιρφέ, της Μαντάμ ντε Σκιντερί κ.ά. Ο Δον Κιχώτης του Σααβέντρα Θερβάντες και ο προαναφερθείς Γαργαντούας του Ραμπελέ αποτέλεσαν την πρώτη εκδήλωση εξέγερσης εναντίον της επικρατούσας μόδας και, ενώ ο Λεσάζ παρέτεινε την περίοδο του πικαρεσκικού μ. (η οποία παρουσίασε σπουδαία δείγματα και στην Αγγλία και στη Γερμανία) με το Ζιλ Μπλας (1715-35) και η Μαντάμ ντε Λα Φαγιέτ προκάλεσε μια άλλη επανάσταση στην ιστορία του είδους, προτείνοντας ένα είδος ερωτικού μ., στο οποίο υπερίσχυε ο ορθολογισμός και η λεπτή ψυχολογική ανάλυση. Το έργο της Η πριγκίπισσα της Κλεβ (1678) άνοιξε πράγματι τον δρόμο σε νέες αφηγηματικές εμπειρίες, οι οποίες εκδηλώθηκαν πρωταρχικά στη Γαλλία και στην Αγγλία κατά τον 18o αι. Με τους Βολτέρο, Τζόναθαν Σουίφτ, Ντάνιελ Ντεφόε, Ντενί Ντιντερό, Πιερ Καρλέ ντε Μαριβό, Φρανσουά Φενελόν, Ρεστίφ ντε λα Μπρετόν, μαρκήσιο ντε Σαντ, Σάμουελ Ρίτσαρντσον, Χένρι Φίλντινγκ, Τομπάιας Σμόλετ, Πιερ Λακλό και Ζαν Ζακ Ρουσό συνδέθηκε η γρήγορη επικράτηση του μ., το οποίο αναβαθμίστηκε πλέον σε καθολικά αναγνωρισμένο λογοτεχνικό είδος. Για μερικούς, το μ. ήταν καθαρά εκφραστικό μέσο, για άλλους, αντίθετα, αποτελούσε τη μοναδική μορφή μετάδοσης ιδεών και το καταλληλότερο όργανο για τον καθορισμό και την ανάλυση των προβλημάτων της εποχής. Με την εμφάνιση, εξάλλου, των περιοδικών (18ος αι.), το αναγνωστικό κοινό διευρύνθηκε, η σχέση μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη έγινε αμεσότερη και η διάδοση του βιβλίου άγγιξε νέα κοινωνικά στρώματα. Άλλωστε, οι σχέσεις συγγραφέα και αναγνώστη δημιούργησαν νέα προβλήματα, ενώ η επαφή με το κοινό έγινε ακόμη πιο δεσμευτική για τον μυθιστοριογράφο του 18ου αι. Από εκείνη την περίοδο και μετά, το μ. κινήθηκε προς διάφορες κατευθύνσεις, ανάλογα με τον τύπο του αναγνώστη στον οποίο απευθυνόταν, και αποτέλεσε μια πρώτη διαρθρωμένη και σύνθετη μορφή μαζικής επικοινωνίας.
Τον αιώνα αυτό γεννήθηκε επίσης το μ. επιφυλλίδας (μ. σε συνέχειες ή feuilleton, το οποίο δημοσιευόταν σε εφημερίδες, στην επιφυλλίδα, δηλαδή στο κάτω μέρος της σελίδας, σε έναν χώρο ο οποίος προοριζόταν ειδικά για λογοτεχνικά ή κριτικά κείμενα). Ο Ροβινσώνας Κρούσος του Ντεφόε, που εμφανίστηκε τη διετία 1719-20 στην εφημερίδα London Post, ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία του είδους. Επίσης εξελίχθηκε και το καλούμενο μ. ιδεών, όπου ο διαφωτιστής ήρωας προανήγγειλε το χαρακτηριστικό ρομαντικό πρόσωπο του 19ου αι. (ένα από τα τυπικότερα παραδείγματα του οποίου θεωρείται ο Βέρθερος του Γκέτε).
Το μ. εισήλθε έτσι στη μεγάλη ρεαλιστική περίοδό του (19ος αι.), με την πολυμορφία την οποία διατήρησε έως τις ημέρες μας. Σημαντικότεροι εκπρόσωποι του είδους ήταν, ανάμεσα σε άλλους, στη Γαλλία, οι Σταντάλ, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Βικτόρ Ουγκό, Γκιστάβ Φλομπέρ και, αργότερα, ο νατουραλιστής Εμίλ Ζολά· στην Αγγλία, οι Γουίλιαμ Θακερέι, Τζέιν Όστιν και Τσαρλς Ντίκενς· στην Ιταλία, ο Μαντσόνι· στη Ρωσία, οι Νικολάι Γκόγκολ, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Λέον Τολστόι· και, στη Γερμανία, ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκέτε και οι Νοβάλις και Τικ. Ταυτόχρονα, στις ΗΠΑ, οι Έντγκαρ Άλαν Πόε, Χένρι Μέλβιλ, Ναθάνιελ Χόθορν και Μαρκ Τουέιν πειραματίζονταν σε νέες αφηγηματικές μορφές, ακολουθούμενοι από τον Χένρι Τζέιμς και, πιο πρόσφατα ακόμη, από τους ρεαλιστές συγγραφείς της δεκαετίας του 1930 Έρνεστ Χεμινγουέι, Γουίλιαμ Φόκνερ κ.ά. 
Φτάνοντας στο κατώφλι της σύγχρονης εποχής, προέκυψε ένας άλλος αποφασιστικός παράγοντας στην εξέλιξη του ευρωπαϊκού μ., η ανάπτυξη της τακτικής λογοτεχνικής κριτικής σε εφημερίδες και περιοδικά, η οποία, μαζί με την εξέλιξη του μ. σε συνέχειες, αποτέλεσαν νέα σημεία σύνδεσης με τον αναγνώστη και βοήθησαν την αγορά να εξαπλωθεί με ακόμη πιο λαϊκές μορφές (πλάι στο μ. επιφυλλίδας), όπως είναι το μ. περιπέτειας, η ροζ λογοτεχνία, έως τα σύγχρονα αστυνομικά, επιστημονικής φαντασίας και πολιτικής φαντασίας μ.
Το μ. στον 20ό αι., εκτός από τα γνωστά είδη στα οποία είχε εξελιχθεί (φανταστικό, εξωτικό, αναλυτικό), αφενός διεύρυνε τα όρια της αναλυτικής έρευνας και της γλώσσας με τους Μαρσέλ Προυστ, Τζέιμς Τζόις, Φραντς Κάφκα, Ρόμπερτ φον Μούζιλ και Ίταλο Σβέβο, αφετέρου προώθησε τη συνθετική και κριτική παρουσίαση της κοινωνίας (Τόμας Μαν). Ανάμεσα στα δύο αυτά ρεύματα και στους νέους τύπους, ανταποκρινόμενους στον εξατομισμό της σύγχρονης συνείδησης που αναζητούν οι διάφορες πρωτοποριακές τάσεις και, μεταξύ άλλων, οι συγγραφείς της ομάδας του λεγόμενου νέου γαλλικού μ., συνέχισε να κινείται το σύγχρονο μ., εμπλουτιζόμενο από τα νέα και σύνθετα προβλήματα που γέννησαν η τεχνολογική επανάσταση και η επιστήμη της ψυχανάλυσης.

Το νεοελληνικό μυθιστόρημα. Στη νεοελληνική λογοτεχνία, το μ. εμφανίστηκε στα μέσα του 19ου αι. Το 1855 δημοσιεύτηκε ο Θάνος Βλέκας του Παύλου Καλλιγά. Ο σημαντικός αυτός νομομαθής και λόγιος είναι ο πρώτος ο οποίος επιχείρησε να συμπεριλάβει σε μια πλατύτερη σύνθεση τις πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις της εποχής του, συναρθρωμένες σε έναν επινοημένο μύθο. Περίπου την ίδια εποχή διαδόθηκε ένα λαϊκότερο είδος, το οποίο κάλυπτε τις ανάγκες του λεγόμενου σήμερα ιστορικού μ., τροφοδοτημένο κυρίως από την πλούσια δεξαμενή της τουρκοκρατίας και της Επανάστασης του 1821. Κυριότεροι εκπρόσωποι του είδους αυτού, το οποίο έθελξε γενιές αναγνωστών, είναι ο Στέφανος Ξένος και ο Κωνσταντίνος Ράμφος. Στα τέλη του 19ου αι. ο Γεώργιος Βιζυηνός εγκαινίασε τις ψυχολογικές προεκτάσεις στην ελληνική πεζογραφία. Στο κατώφλι του 20ού αι. τοποθετούνται, ανήκοντας κατά ένα μέρος στη γενιά του 1880, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, οι οποίοι καλλιέργησαν το είδος της ηθογραφικής πεζογραφίας, ο καθένας με τον τρόπο του (πιο εξωστρεφώς ο πρώτος, πιο εσωτερικά ο δεύτερος).
Από τις αρχές του 20ού αι., αντίστοιχα προς τις τάσεις οι οποίες είχαν διαμορφωθεί στην Ευρώπη, εμφανίστηκε και στην Ελλάδα μια μεγαλύτερη ποικιλία μορφών του μ. Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης έδωσε στο έργο του έντονο κοινωνικό χρώμα, ενώ το ίδιο έκανε, αλλά με λιγότερο προκλητικό τρόπο και με ευρύτερη θεματολογία, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. Η λεγόμενη γενιά του 1930 αποτέλεσε νέο σταθμό στα νεοελληνικά γράμματα, είτε ανανεώνοντας ουσιαστικά τη γλώσσα είτε διευρύνοντας τα όρια της ηθογραφικής πεζογραφίας προς τον μικρασιατικό ελληνισμό είτε, τέλος, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους των προβληματισμών της προς τα αστικά κέντρα (Ηλίας Βενέζης, Γιώργος Θεοτοκάς, Μ. Καραγάτσης, Στρατής Μυριβήλης, Κοσμάς Πολίτης, Παντελής Πρεβελάκης, Άγγελος Τερζάκης κ.ά.), ενώ μια ομάδα καλλιέργησε ιδιαίτερα τον λεγόμενο εσωτερικό μονόλογο (Στέλιος Ξεφλούδας, Άλκης Γιαννόπουλος, Γιώργος Δέλιος, Νικόλαος-Γαβριήλ Πεντζίκης, η ονομαζόμενη σχολή της Θεσσαλονίκης). Ιδιαίτερες περιπτώσεις των ελληνικών γραμμάτων αυτής της περιόδου είναι ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Γιάννης Σκαρίμπας.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, το ελληνικό μ. (και γενικά η πεζογραφία) ανανεώθηκε ριζικά, ως συνέπεια της ηρωικής και τραγικής ιστορικής εμπειρίας (αλβανικό μέτωπο, Κατοχή, Αντίσταση) αλλά και λόγω ενός αποφασιστικότερου ανοίγματος της ελληνικής λογοτεχνίας προς την Ευρώπη. Αξιόλογοι πεζογράφοι της εποχής αυτής, ανάμεσα στους οποίους και αρκετές γυναίκες, ήταν οι Λουκής Ακρίτας, Γιάννης Μπεράτης, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Έλλη Αλεξίου, Μέλπω Αξιώτη, Ανδρέας Φραγκιάς. Στα νεότερα χρόνια μια πλειάδα πεζογράφων (Γιάννης Μαγκλής, Αντώνης Σαμαράκης, Μένης Κουμανταρέας, Θανάσης Βαλτινός, Μάρω Δούκα και πολλοί άλλοι) εμπλούτισαν τη νεοελληνική λογοτεχνία με σημαντικά μυθιστορήματα (για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. τόμο Ελλάδα, Πεζογραφία του 20ού αι.).Ο πεζογράφος Ηλίας Βενέζης υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς του 1930.
Ο νομικός και πολιτικός Παύλος Καλλιγάς, δημοσιεύοντας το 1855 το πεζογράφημά του «Θάνος Βλέκας», έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη του νεοελληνικού μυθιστορήματος.Ο κορυφαίος συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης έγραψε μερικά από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Read 1044 times Last modified on Πέμπτη, 01 Μαρτίου 2012 15:04

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.