Print this page
Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012 23:24

Μαλαισία

Written by
Rate this item
(0 votes)
Μαλαισία (Ma­laysia)
Κράτος της νοτιοανατολικής Ασίας. Αποτελείται από δύο γεωγραφικά τμήματα (το ανατολικό και το δυτικό), μεταξύ των οποίων μεσολαβεί η Νότια Κινεζική θάλασσα για περίπου 650 χλμ. Το ανατολικό τμήμα συνορεύει Β με το Μπρουνέι και Ν με την περιφέρεια Καλιμαντάν της Ινδονησίας, ενώ βρέχεται Β και Δ από την Νότια Κινεζική θάλασσα και Α από τις θάλασσες της Σούλου και της Κελέβης (Σουλαουέσι). Το δυτικό τμήμα συνορεύει Β με την Ταϊλάνδη και Ν με τη Σιγκαπούρη, ενώ βρέχεται Δ από τον πορθμό Μαλάκα και Α από τη Νότια Κινεζική θάλασσα.

Πολιτικά στοιχεία
Η Μ. είναι μια παραθαλάσσια χώρα, το δυτικό τμήμα της οποίας αποτελεί το άκρο της ηπειρωτικής μάζας της νοτιοανατολικής Ασίας που ονομάζεται Μαλαϊκή χερσόνησος, ενώ το ανατολικό καλύπτει το βόρειο μέρος του νησιού Βόρνεο. Η γένεσή της καθορίστηκε ιστορικά από την ίδρυση βρετανικών εμπορικών βάσεων στη ζώνη που αποτελεί το αναγκαστικό πέρασμα ανάμεσα στον Ινδικό και στον Ειρηνικό ωκεανό, στο ενδιάμεσο μεταξύ Ινδίας και Κίνας. Η αποαποικιοποίηση, όπως και η αποικιοποίηση, εξελίχθηκαν στα εδάφη αυτά με διαφορετικές μορφές και σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της πολιτικής της Μεγάλης Βρετανίας.
Η Ομοσπονδία της Μεγάλης Μ. δημιουργήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 1963, με τη συνένωση των έντεκα κρατιδίων της ήδη υπάρχουσας Μαλαϊκής Ομοσπονδίας (ανεξάρτητο κράτος από το 1957) και των περιοχών Σαραουάκ, Σαμπάχ και Σιγκαπούρης. Η τελευταία αποσκίρτησε στη συνέχεια από την ομοσπονδία (19 Αυγούστου 1965).
Διοικητική διαίρεση. Η χώρα διαιρείται σε δεκατρία κρατίδια και τρία ομοσπονδιακά εδάφη (σε παρένθεση η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός των κρατιδίων και των ομοσπονδιακών εδαφών το 2000)· τα κρατίδια: Κελάνταν (Kelantan, Κότα Μπαχαρού, 1.313.014), Κένταχ (Kedah, Αλόρ Σετάρ, 1.649.756), Μελάκα (Melaka, Μελάκα, 635.791), Νέγκρι Σεμπιλάν (Negri Sembilan, Σερεμπάν, 859.924), Παχάνγκ (Pahang, Κουαντάν, 1.288.376), Πέρακ (Perak, Ιπόχ, 2.051.236), Περλίς (Perlis, Κανγκάρ, 204.450), Πινάνγκ (Pinang, Τζόρτζταουν, 1.313.449), Σαμπάχ (Sabah, Κότα Κιναμπάλου, 2.603.485) Σαραουάκ (Sarawak, Κουτσίνγκ, 2.071.506), Σελανγκόρ (Selangor, Σαχ Αλάμ, 4.188.876), Τερενγκάνου (Terengganu, Κουάλα Τερενγκάνου, 898.825) και Τζοχόρ (Johor, Τζοχόρ Μπαχρού, 2.740.625)· τα ομοσπονδιακά εδάφη (Βιλαγιάχ Περσεκουτουάν): Κουάλα Λουμπούρ (Wilayah Persekutuan, Κουάλα Λουμπούρ, 1.379.310), Λαμπουάν (Labuan, Βικτόρια, 76.067) και Πουτρατζάγια (Putrajaya, Πουτρατζάγια, δεν υπάρχουν στοιχεία για τον πληθυσμό). Με εξαίρεση τα Μελάκα (πρώην Μαλάκα), Πενάνγκ, Σαμπάχ και Σαραουάκ, καθένα από τα κρατίδια έχει δικό του ηγεμόνα. Ο ηγεμόνας της Περλίς έχει τον τίτλο του ράτζα, της Νεγκρί Σεμπιλάν ονομάζεται γιανγκ ντι περτουάν μπεσάρ και οι άλλοι είναι σουλτάνοι. Η Μελάκα, η Πενάνγκ, η Σαραουάκ και η Σαμπάχ έχουν, αντίθετα, κυβερνήτες που διορίζονται από την κεντρική κυβέρνηση. Η αυτονομία των μεμονωμένων κρατιδίων είναι πολύ ευρεία. Το καθένα έχει δικό του γραπτό σύνταγμα και νομοθετική συνέλευση για θέματα που δεν ανήκουν στην αρμοδιότητα του ομοσπονδιακού κοινοβουλίου (άμυνα, σχέσεις με το εξωτερικό, δικαίωμα υπηκοότητας, κοπή νομίσματος κ.ά.). Κάθε κρατίδιο έχει δικό του εκτελεστικό συμβούλιο ή κυβέρνηση, που διευθύνεται από τον πρωθυπουργό (μέντρι μπεσάρ), εκτός από τα κρατίδια Μελάκα, Πενάνγκ, Σαμπάχ και Σαραουάκ, στην κορυφή της διοικητικής ιεραρχίας των οποίων βρίσκεται ένας αρμόδιος υπουργός.
Πολίτευμα, εκτελεστική και νομοθετική εξουσία. Το πολίτευμα της Μ. είναι συνταγματική μοναρχία ομοσπονδιακού τύπου.
Το σύνταγμα του κράτους θεσπίστηκε το 1957 και έχει τροποποιηθεί αρκετές φορές, με σημαντικότερη αυτή του 1963. Βασίζεται στο σύνταγμα της προηγούμενης Μαλαϊκής Ομοσπονδίας, αλλά περιλαμβάνει άρθρα που προστατεύουν τα ειδικά συμφέροντα των κρατιδίων Σαμπάχ και Σαραουάκ, που διατηρούν σημαντικό βαθμό αυτονομίας στις εσωτερικές τους υποθέσεις. 
Επικεφαλής της ομοσπονδίας είναι ο ανώτατος αρχηγός (γιανγκ ντι περτουάν αγκόνγκ), που εκλέγεται από το συνέδριο των ηγεμόνων. Αυτός ασκεί τα καθήκοντά του για μία πενταετία, και κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής οφείλει να εγκαταλείψει τα καθήκοντα του ηγεμόνα στο κρατίδιό του και να διορίσει έναν αντιβασιλιά. Ταυτόχρονα, με την ίδια διαδικασία εκλέγεται και ο δεύτερος τη τάξει της ομοσπονδίας, που δεν έχει συγκεκριμένες εξουσίες αλλά είναι έτοιμος για τη διαδοχή.
Ο γιανγκ ντι περτουάν αγκόνγκ έχει ευρείες εξουσίες: είναι ανώτατος αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και διορίζει την κυβέρνηση, που αποτελείται από τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς. Διορίζει επίσης, ύστερα από πρόταση του πρωθυπουργού, τους δικαστές του ομοσπονδιακού δικαστηρίου και των ανώτερων δικαστηρίων, μπορεί να αρνηθεί να διαλύσει το κοινοβούλιο ακόμα και εναντίον της θέλησης του πρωθυπουργού και επικυρώνει τους νόμους μετά την έγκρισή τους από το κοινοβούλιο.
Η διάσκεψη των ηγεμόνων, εκτός από τον διορισμό του αρχηγού του κράτους, συνέρχεται επίσης (με συμβουλευτικό χαρακτήρα) για να συζητήσει για τα κυριότερα συνταγματικά θέματα, με την παρουσία των κυβερνητών.
Την εκτελεστική εξουσία ασκεί η κυβέρνηση, της οποίας προεδρεύει ο πρωθυπουργός, εκπρόσωπος του κόμματος της πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Η κυβέρνηση είναι υπεύθυνη απέναντι στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο. Το όργανο αυτό ασκεί τη νομοθετική εξουσία και αποτελείται από δύο σώματα: τη Γερουσία (Nτεβάν Nεγκάρα) και τη Βουλή των Αντιπροσώπων (Nτεβάν Pακγιάτ). Η πρώτη αποτελείται από 70 μέλη που ασκούν τα καθήκοντά τους για μία εξαετία: 26 από αυτά εκλέγονται από τις νομοθετικές συνελεύσεις των κρατιδίων και 44 διορίζονται από τον γιανγκ ντι περτουάν αγκόνγκ. Η Βουλή των Αντιπροσώπων αποτελείται από 219 μέλη, τα οποία εκλέγονται για θητεία πέντε ετών.Το μέγαρο που στεγάζει την κυβέρνηση της Μαλαισίας, στη νέα διοικητική πρωτεύουσα, Πουτρατζάγια (φωτ. ΑΠΕ).

Κόμματα και κυβέρνηση. Κυρίαρχο φαινόμενο του κομματικού συστήματος της Μ. είναι η ύπαρξη ισχυρών συνασπισμών, ήδη από την εποχή της σύστασης του κράτους. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, σημαντική είναι η παρουσία του πολυφυλετικού Εθνικού Μετώπου (BR), ενός συνασπισμού πολλών κομμάτων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η Εθνική Οργάνωση της Ενωμένης Μ. (UMNO), η οποία σχηματίστηκε το 1946 και μετασχηματίστηκε σε UMNO Baru το 1988. Άλλοι σημαντικοί πολιτικοί σχηματισμοί είναι η Λαϊκή Δύναμη (Gagasan Rakyat), που αποτελείται από επτά κόμματα, και το Κίνημα Μουσουλμανικής Ενότητας, που ιδρύθηκε το 1989 με τη συνένωση τεσσάρων κομμάτων.
Το αξίωμα του μονάρχη κατέχει από τον Δεκέμβριο του 2001 ο ράτζα της Περλίς, Σιέντ Σιραχουντίν, ενώ πρωθυπουργός της ομοσπονδίας από το 1981 μέχρι το 2003 ήταν ο Μοχατίρ μπιν Μοχάμαντ του BR. Από τον Οκτώβριο του 2003 τα πρωθυπουργικά καθήκοντα ανέλαβε ο Αμπντάλα Αχμάντ Μπαντάουι.
Δικαιοσύνη. Η νομοθετική πράξη Courts of Judicature Act του 1964 είχε ως αποτέλεσμα να ιδρυθεί το ομοσπονδιακό δικαστήριο της Μ. και δύο ανώτερα δικαστήρια, ένα στην ηπειρωτική Μ. και ένα στη Βόρνεο. Το ομοσπονδιακό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία επί των διαφορών ανάμεσα στα κρατίδια καθώς και ανάμεσα στην ομοσπονδία και στα κρατίδια και λειτουργεί επίσης ως συνταγματικό δικαστήριο. Τα ανώτερα δικαστήρια αποτελούνται από τους ανώτερους δικαστές και από μερικούς δικαστές κατώτερου βαθμού.
Θρησκεία. Οι σπουδαιότερες θρησκείες της Μ. είναι η μουσουλμανική, η βουδιστική και η ινδουιστική, τις οποίες ασπάζονται αντίστοιχα η μαλαϊκή, η κινεζική και η ινδική κοινότητα. Η μαλαϊκή επικράτηση παρατηρείται και στο θρησκευτικό πεδίο, επειδή ο ισλαμισμός είναι η επίσημη θρησκεία του κράτους, έστω και αν κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να πιστεύει ελεύθερα στη δική του θρησκεία. Ο γιανγκ ντι περτουάν αγκόνγκ είναι ο επικεφαλής της μουσουλμανικής κοινότητας στην ομοσπονδία, ενώ οι ηγεμόνες είναι και θρησκευτικοί αρχηγοί στα αντίστοιχα κρατίδια. Σε πολύ μικρότερο ποσοστό υπάρχουν κομφουκιανοί και ταοϊστές ανάμεσα στους Κινέζους, καθώς επίσης μουσουλμάνοι και σιχ ανάμεσα στους Ινδούς. Οι χριστιανοί αντιπροσωπεύουν περίπου το 6% του πληθυσμού. Στα κρατίδια Σαμπάχ και Σαραουάκ επικρατούν οι τοπικές λατρείες των αυτοχθόνων.Η μαλαϊκή κοινότητα της Μαλαισίας ασπάζεται τον ισλαμισμό· στη φωτογραφία, μουσουλμανικό τέμενος στην Κουάλα Λουμπούρ (φωτ. ΑΠΕ).

Γλώσσα και εθνότητες. Επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η μπαχάσα μελάγιου που βασίζεται στη μαλαϊκή, αλλά χρησιμοποιείται ευρύτατα και η αγγλική. Κατά περιοχές ομιλούνται επίσης η κινεζική και η ταμιλική.
Η σύνθεση του πληθυσμού παρουσιάζει ιδιαίτερη εθνοτική και φυλετική ποικιλία. Οι Μαλαίοι αποτελούν το 47% του συνόλου των κατοίκων, οι Κινέζοι το 32%, ενώ ένα ποσοστό περίπου 9% αντιπροσωπεύουν οι Ινδοί και άλλο τόσο οι αυτόχθονες πληθυσμοί του νησιού Βόρνεο. Το μωσαϊκό συμπληρώνεται από σχετικά ολιγάριθμες κοινότητες Φιλιππινέζων, Ινδονήσιων, Πακιστανών, Ευρωπαίων κ.ά.
Εκπαίδευση. Η εκπαίδευση στη χώρα παρέχεται δωρεάν στις ηλικίες από 6 έως 19 ετών. Η στοιχειώδης εκπαίδευση διαρκεί έξι χρόνια, ενώ οι δύο βασικές γλώσσες διδασκαλίας είναι η αγγλική και η μαλαϊκή. Υπάρχουν, επίσης, σχολές στις οποίες η διδασκαλία γίνεται στην κινεζική και στην ταμιλική. Μετά τη στοιχειώδη εκπαίδευση, ο μαθητής μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σε μέσες, παιδαγωγικές σχολές, τεχνικές-επαγγελματικές καθώς και βιοτεχνικές σχολές. Η ανώτερη εκπαίδευση παρέχεται στα επτά πανεπιστήμια της Μ. καθώς και σε διάφορα άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Το 1995 δαπανήθηκε σχεδόν το 22% του κρατικού προϋπολογισμού στον τομέα της εκπαίδευσης, ωστόσο το 2002 το ποσοστό αναλφαβητισμού στη χώρα ανερχόταν στο 11,3% του συνολικού πληθυσμού.
Άμυνα. Η Μ. είναι μέλος της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και συνδέεται με τη Μεγάλη Βρετανία με μια στρατιωτική συμφωνία που υπογράφηκε το 1957 από την τότε Μαλαϊκή Ομοσπονδία και επεκτάθηκε το 1963 στη Μ. Η συμφωνία αυτή εγγυάται στη χώρα τη βρετανική στρατιωτική βοήθεια σε περίπτωση ξένης επίθεσης και εξουσιοδοτεί τη Μεγάλη Βρετανία να διατηρεί στρατιωτικές βάσεις στη χώρα. Το 2002, οι μαλαϊκές ένοπλες δυνάμεις αριθμούσαν περίπου 105.000 άτομα.Σύμφωνα με στοιχεία του 2002, οι μαλαϊκές ένοπλες δυνάμεις αριθμούσαν περίπου 105.000 άτομα (φωτ. ΑΠΕ).

Κοινωνική πρόνοια. Σε όλη την επικράτεια της ομοσπονδίας έχει καταρτιστεί μια εργατική νομοθεσία που καθορίζει τις ώρες εργασίας, το ελάχιστο όριο ηλικίας για εργασία, τους όρους των εργατικών συμβάσεων, τις άδειες κλπ. Ο πολυφυλετικός χαρακτήρας των εργαζομένων έχει δημιουργήσει προβλήματα στην οργάνωση εργατικών συνδικάτων σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πρότυπο. Η δωρεάν ιατρική περίθαλψη παρέχεται σε όλη τη Μ., ενώ το 1997 δαπανήθηκε το 7% του ΑΕΠ στον τομέα της υγείας.

Γεωγραφικά στοιχεία και κλίμα

Γεωλογική ιστορία. Η γεωλογική δομή της Δυτικής Μ. αποτελείται από τη νότια απόφυση της μακριάς παλαιοζωικής ορεινής αλυσίδας, που καταλαμβάνει όλη τη χερσόνησο· αυτή αποτελεί την αρχαία βάση, σχηματισμένη κατά τη λιθανθρακοφόρο και την πέρμιο περίοδο του παλαιοζωικού αιώνα, που αποτελείται κυρίως από σχιστώδεις και μαργαϊκούς ασβεστόλιθους. Κατά τον μεσοζωικό αιώνα, η Μ. υπέστη εκτεταμένες και ισχυρές γρανιτικές διεισδύσεις, που προκάλεσαν διαδεδομένα φαινόμενα μεταλλοποίησης. Στην ανύψωση που συντελέστηκε κατά την τριτογενή περίοδο του καινοζωικού αιώνα οφείλονται οι μορφές του σημερινού αναγλύφου, που αποτελείται από εκτεταμένους όγκους που χωρίζονται από πεδιάδες, οι οποίοι έχουν καθορίσει το περίγραμμα της χερσονήσου. Στην Ανατολική Μ., με τη σειρά τους, τα αρχικά παλαιοζωικά εδάφη υπέστησαν την ορεογένεση της τριτογενούς περιόδου, που συνοδεύτηκε από την έξοδο μαγματικών υλικών στο βορειοανατολικό τμήμα.
Γεωμορφολογία. Το έδαφος της Μ. αντιστοιχεί στο πιο νότιο τμήμα της Μαλαϊκής χερσονήσου, ανάμεσα στον ισθμό Κρα στα Β και στον πορθμό της Μαλάκα στα Ν (Δυτική Μ.). Στο έδαφος αυτό προστίθεται –συνδεδεμένο με μια σειρά από αρχιπελάγη και μικρά νησιά, που στην πλειονότητά τους ανήκουν στην Ινδονησία– το βόρειο τμήμα της Βόρνεο, με τα κρατίδια Σαμπάχ και Σαραουάκ. Η χερσονησιωτική περιοχή είναι ενιαία, ορεινή στο κέντρο, και ορίζεται στις παρυφές από πεδιάδες, οι οποίες γίνονται ιδιαίτερα ευρείες στα ΝΑ. Με την προέκτασή της προς τα Ν αποσπάται γεωγραφικά από την περιοχή της χερσονήσου της Ινδοκίνας και ανήκει πια στο νησιωτικό, ινδονησιακό περιβάλλον, έστω και αν, από φυσική πλευρά, είναι συνδεδεμένη με το ηπειρωτικό τμήμα της Ασίας.
Στις βασικές ορεογραφικές γραμμές της δεσπόζει μια κεντρική οροσειρά που τέμνει τη Μ. από τα ΒΔ προς τα ΝΑ, κατά μήκος μιας ακανόνιστης και περίπλοκης ράχης, η οποία προεκτείνεται προς τα Ν με όλο και πιο μέτριους σχηματισμούς μέχρι τον πορθμό της Μαλάκα. Τα μεγαλύτερα ύψη δεν βρίσκονται όμως στην κυριότερη οροσειρά, αλλά στις ανατολικές διακλαδώσεις, που φτάνουν τα 2.187 μ. με την κορυφή Ταχάν.
Οι ακτές έχουν γενικά καθορισμένη διεύθυνση, σε σχέση επίσης με τη δομή της χερσονήσου. Διαφέρουν μόνο στα Ν, όπου υπάρχουν πολυάριθμα νησιά, τα οποία ανήκουν στην Ινδονησία ή στη Σιγκαπούρη. Τα νησιά αυτά αποτελούν στοιχείο ένωσης με τη γειτονική Σουμάτρα (Ινδονησία) και αντιπροσωπεύουν τα λείψανα της γέφυρας που συνέδεε άλλοτε τις δύο γαίες. Γενικά, το παράκτιο περίγραμμα δημιουργήθηκε από τις προσχώσεις που σχημάτισαν οι περιθωριακές πεδιάδες, που γι’ αυτό είναι χαμηλές και αμμώδεις. Εκεί όπου η προσχωσιγενής παράκτια λωρίδα είναι πιο εκτεταμένη υπάρχουν βαλτώδεις ακτές.
Μαζί με το Μπρουνέι, οι περιοχές των κρατιδίων Σαμπάχ και Σαραουάκ αποτελούν ένα συνεχές σύνολο που μόνο περίπλοκες επεμβάσεις και αποικιακές κληρονομιές μπόρεσαν να χωρίσουν, έστω και αν η έκταση του νησιού Βόρνεο, η χαμηλή πυκνότητα του πληθυσμού του και το δύσβατο του εδάφους του δικαιολογούν κατά ένα μέρος την πολιτική διαίρεσή του. Το έδαφος περιλαμβάνει, σε γενικές γραμμές, τη βόρεια πλευρά της Βόρνεο που αντιστοιχεί στα ανάγλυφα τα οποία διακλαδώνονται από τον μακρύ ορεινό υδροκρίτη. Ο τελευταίος έχει διεύθυνση από τα ΝΔ προς τα ΒΑ και διαιρεί το νησί σε δύο τμήματα, με εξαίρεση το εκτεταμένο βαθύπεδο του ποταμού Καπούας στα ΝΔ.
Από την ορεινή αλυσίδα Ιράν, που εκτείνεται στο κεντρικό τμήμα σαν υψίπεδο, ξεκινούν πολυάριθμες μικρότερες αλυσίδες, που διαιρούνται μεταξύ τους από μακριές και ελικοειδείς κοιλάδες, οι οποίες ανοίγονται σε παράκτιες πεδιάδες στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού. Τα πιο εκτεταμένα υψίπεδα του κεντρικού τμήματος, που αποτελούν μέρος της κύριας ράχης, είναι τα Λινάου Μπάλουι και Ουσούν Απάου. Ανάμεσα στα ανάγλυφα ξεχωρίζουν τα όρη Καπούας.
Οι κυριότερες κοιλάδες, που αντιστοιχούν σε εκτεταμένα τεκτονικά βαθύπεδα, είναι εκείνες του Λουπάρ, που καταλήγει σε έναν μεγάλο παράκτιο μυχό, όπου ανοίγεται ο βαθύς ποταμόκολπος του ποταμού, και, πιο εκτεταμένη από όλες, εκείνη του Ρατζάνγκ, που συγκεντρώνει τα νερά μεγάλου μέρους της πλαγιάς των ορέων Ιράν. Ο Ρατζάνγκ, με τις φερτές ύλες που μεταφέρει, έχει σχηματίσει στους πρόποδες των αναγλύφων μια εκτεταμένη παράκτια πεδιάδα, όπου τα νερά βρίσκουν εμπόδια κατά την αποστράγγισή τους.
Ακόμα πιο τραχιά και ορεινή από τη Σαραουάκ είναι η Σαμπάχ, στην οποία δεσπόζει ο επιβλητικός όγκος του Κιναμπάλου (4.101 μ.). Το ανάγλυφο προς τα Δ ωθεί τα συμπαγή αντερείσματά του μέχρι την ακτή. Στην ανατολική πλευρά, αντίθετα, είναι πιο εκτεταμένο, διακόπτεται από μακριές κοιλάδες και είναι κατακερματισμένο σε μεμονωμένους ηφαιστειακούς όγκους, μερικοί από τους οποίους κάνουν αρκετά περίπλοκο το περίγραμμα της ακτής.
Στην ευθυγράμμισή τους, τα ανάγλυφα του βόρειου τμήματος της Βόρνεο φαίνονται να διακλαδίζονται, συνεχιζόμενα στις δύο ράχες που κλείνουν τη Θάλασσα Σούλου και συνδέονται με το αρχιπέλαγος των Φιλιππίνων.
Το έδαφος καλύπτεται από αδιαπέραστο υγρό δάσος, πλούσιο σε περιζήτητα είδη, μέχρι το ύψος των 2.500 μ. Οι ποταμοί αντιπροσωπεύουν τις οδούς εισόδου στο εσωτερικό και στις εκβολές τους εκτείνονται μεγάλοι μαγκρόβιοι σχηματισμοί.Φωτογραφία του κόλπου του Μπρουνέι στη Μαλαισία από δορυφόρο της ΝΑΣΑ, τον Νοέμβριο του 1985 (φωτ. NASA, earth.jsc.nasα.gov).Φωτογραφία του κρατιδίου Σαμπάχ στη Μαλαισία, από δορυφόρο της ΝΑΣΑ, τον Νοέμβριο του 1994 (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov).
Πανοραμική άποψη του νησιού Σιμπαντάν, στο κρατίδιο Σαμπάχ της Μαλαισίας, το οποίο βρίσκεται κοντά στο νησί της Βόρνεο (φωτ. ΑΠΕ). 

Υδρογραφία. Η ανάπτυξη της υδρογραφίας επηρεάζεται από την ορεογραφία και υποδιαιρείται σε διάφορες λεκάνες, οι πιο εκτεταμένες από τις οποίες εκτείνονται από την κεντρική ορεινή αλυσίδα προς την ανατολική ακτή. Η μεγαλύτερη είναι η λεκάνη του Παχάνγκ, ενός ποταμού με μήκος 460 χλμ., που πηγάζει με την ονομασία Τελόν, διατρέχει την κεντρική οροσειρά με την ονομασία Τζελάι, και, τέλος, διατρέχει την πεδιάδα της Παχάνγκ, όπου ονομάζεται πλέον Παχάνγκ, προτού εκβάλλει, με έναν ευρύ ποταμόκολπο, στη Νότια Κινεζική θάλασσα. Ο Παχάνγκ δέχεται τα νερά πολυάριθμων παραποτάμων, που αποστραγγίζουν μεγάλο μέρος του ανατολικού εδάφους.
Στη δυτική πλευρά, ο μεγαλύτερος ποταμός είναι ο Πέρακ, με συνολικό μήκος 320 χλμ. Πηγάζει από τα ομώνυμα υψώματα, κοντά στα σύνορα με την Ταϊλάνδη, και ρέει με κατεύθυνση από τα Β προς τα Ν. Άλλος αξιόλογος ποταμός είναι ο Τζοχόρ με πολύ ευρύ ποταμόκολπο, που διατρέχει το νότιο τμήμα της Μ. ακολουθώντας τον άξονα κλίσης της χερσονήσου και εκβάλλει μπροστά στη Σιγκαπούρη.
Κλίμα. Η Δυτική Μ., που βρίσκεται νότια του γεωγραφικού πλάτους 7°, εισέρχεται στην ισημερινή λωρίδα, αλλά επηρεάζεται και από τους μουσώνες που πνέουν στον Ινδικό ωκεανό. Ως αποτέλεσμα η χώρα έχει σχεδόν ομοιόμορφες θερμοκρασίες, με μικρές διακυμάνσεις ανάμεσα στις μέσες του Ιανουαρίου και στις μέσες του Ιουλίου. Οι βροχές είναι άφθονες σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, με μέγιστα σημεία κατά την περίοδο Απριλίου-Αυγούστου στις νοτιοδυτικές και δυτικές ζώνες όταν πνέουν οι μουσώνες. Μια σύντομη ξηρή εποχή παρατηρείται στις εσωτερικές περιοχές, κατά μήκος των ανατολικών ακτών. Στη Μ., η εισροή των μουσώνων καταλήγει στην αύξηση των βροχών. Όταν φυσούν από τα βόρεια τεταρτημόρια (Οκτώβριος-Ιανουάριος), οι βροχές μειώνονται τοπικά για μια λίγο ή πολύ μακρά περίοδο. Ανάμεσα στις δύο αυτές περιόδους παρεμβάλλονται δύο εποχές σχετικής ηρεμίας. Συνολικά, οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις σε όλη τη χώρα πλησιάζουν τα 3.000 χιλιοστά, ενώ οι μέσες θερμοκρασίες περιλαμβάνονται μεταξύ 25 και 28°C.
Χλωρίδα και πανίδα. Το ισημερινό κλίμα της Μ., σε συνδυασμό με την επίδραση των μουσώνων που προκαλούν άφθονες βροχές, συντελούν στην ανάπτυξη μιας χλωρίδας πλουσιότατης σε είδη. Τα πλούσια τροπικά δάση εκτείνονται σε μεγάλο τμήμα της χώρας, ανάμεσα στους πρόποδες των βουνών και στο υψόμετρο των 1.800 μ. Σε σχέση τις επιμέρους περιβαλλοντικές συνθήκες διακρίνονται, επίσης, διάφοροι άλλοι τύποι φυτοκοινωνίας: στις παράκτιες ζώνες και στις ποτάμιες λωρίδες σχηματίζονται τα μαγκρόβια δάση· στα πιο εσωτερικά βαθύπεδα φυτρώνουν πολλοί φοίνικες και μπανανιές, ενώ στα υψίπεδα, πάνω από τα 1.800 μ., παρατηρείται μια γενική ελάττωση των ψηλών δέντρων και αύξηση της πυκνότητας του υποορόφου. 
Η πανίδα της Μ. είναι, επίσης, πλούσια σε αριθμό και ποικιλία ειδών, λόγω της εξάπλωσης των τροπικών δασών. Τα δάση αυτά καταλαμβάνουν πάνω από τη μισή έκταση της χώρας, ωστόσο, σε πολλές περιοχές απειλούνται λόγω της αυξημένης υλοτόμησης και της αποψίλωσης για την εγκατάσταση γεωργικών καλλιεργειών. Τα ζωικά είδη παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες με την πανίδα της υπόλοιπης Ινδοκίνας και της Ινδονησίας. Ανάμεσα στα μεγάλα χαρακτηριστικά ζώα της Μ. συγκαταλέγονται ο ελέφαντας, η λεοπάρδαλη, η τίγρης και ο χαρακτηριστικός ρινόκερος με τα δύο κέρατα, του είδους Dicerorhinus sumatrensis. Κοινός είναι επίσης ο τάπιρος της Μ. (Tapirus indicus), ενώ μια τεράστια ποικιλία από πιθήκους, όπως ο γίβονας λαρ (Hylobates lar), συναντάται στα τροπικά δάση. Οι περιοχές με πιο χαμηλή βλάστηση είναι γεμάτες από αγριόγατες (όπως τα είδη Catopuma temminckii και Catopuma badia), αγριοκούνελα, σκαντζόχοιρους, τυφλοπόντικες και άλλα ζώα που έχουν πλέον εξαφανιστεί σε άλλα μέρη. Αφθονούν επίσης τα πτηνά, πολλά από τα οποία παρουσιάζουν ζωηρά χρώματα, καθώς και τα ερπετά, που λυμαίνονται τις υγρές ζώνες και τα τέλματα. Σε αντίθεση όμως με τη Μυανμάρ ή την Ταϊλάνδη, η Μ. δεν έχει σχεδόν καθόλου δηλητηριώδη ερπετά· ακόμα και τα φίδια, ανάμεσα στα οποία κυριαρχεί ο πύθωνας, είναι συνήθως αβλαβή, με εξαίρεση ορισμένα δηλητηριώδη είδη, όπως η κόμπρα. Ο βάρανος του είδους Varanus salvator φωλιάζει στα ρηχά νερά των ποταμόκολπων και των τελμάτων, ενώ χαρακτηριστικές είναι οι περίφημες ιπτάμενες σαύρες του γένους Draco. Η μικρόσωμη σαύρα τουκάι (Gecko gecko), διατηρείται στους κήπους ως φύλακας, χάρη στην ιδιότητά της να παράγει διαπεραστικούς λαρυγγώδεις ήχους όταν πλησιάζει κάποιος ξένος.
Η πανίδα των παρθένων δασών της Σαμπάχ και ιδιαίτερα της Σαραουάκ αξίζει ιδιαίτερη μνεία λόγω της ασυνήθιστης ποικιλίας της. Περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα είδη που συναντώνται και στην υπόλοιπη Βόρνεο, η οποία από την άποψη της πανίδας είναι το πιο αξιόλογο από τα νησιά της Σούνδης, σε σχέση τόσο με τη θέση του όσο και με την έκτασή του, χάρη στα οποία πολλά είδη εξελίχθηκαν αυτόνομα. Στα τροπικά δάση ζει ο ουραγκοτάγκος, το σπουδαιότερο από τα ζώα της Βόρνεο, και πολλοί άλλοι εκπρόσωποι της δενδρόβιας πανίδας. Η πλούσια πανίδα των πτηνών περιλαμβάνει διάφορα είδη παπαγάλων, εντυπωσιακών φασιανών, δρυοκολαπτών, καθώς και τους χαρακτηριστικούς καλάο.Τροπικό δάσος της Μαλαισίας (φωτ. ΑΠΕ).Ο ουραγκοτάγκος (Pongo pygmaeus) ζει στα τροπικά δάση της Μαλαισίας και είναι από τα είδη που βρίσκονται σε κίνδυνο, καθώς οι πληθυσμοί του έχουν μειωθεί σημαντικά· στην φωτογραφία, ουραγκοτάγκος στον Εθνικό ζωολογικό κήπο της Κουάλα Λουμπούρ (φωτ. ΑΠΕ).Ένας ασιατικός ελέφαντας (Elephas maximus) εκτελεί ακροβατικά στον Εθνικό ζωολογικό κήπο της Μαλαισίας· το είδος αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα χερσαία ζώα στον κόσμο και ζυγίζει μέχρι 6 τόνους (φωτ. ΑΠΕ).

Πληθυσμός
Προέλευση, μεταβολές του πληθυσμού και εθνολογική σύνθεση. Η Μαλαϊκή χερσόνησος, όπως προκύπτει από τα υπολείμματα της ανώτερης και της κατώτερης παλαιολιθικής περιόδου (ευρήματα της Κότα Ταμπάν, της κοιλάδας του Πέρακ και του Γουέλσλεϊ), κατοικήθηκε σταθερά ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους. Σε αυτό, μεγάλο ρόλο έπαιξε η φυσική της θέση ανάμεσα στις ηπειρωτικές περιοχές και στη νοτιοανατολική Ασία, που ευνόησε τις θαλάσσιες συνδέσεις. Ακόμα και σήμερα, στη χερσόνησο βρίσκονται ανθρώπινοι τύποι που μοιάζουν απόγονοι των αρχαιότερων αυστραλοασιατικών πληθυσμών. Πρόκειται για τους Σεμάνγκ, ομάδες Νεγριτών που ζουν στα δάση του εσωτερικού και παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά με τους Αέτα των Φιλιππίνων. Σε αυτή την ομάδα επιβλήθηκαν οι Σενόι και οι Τεμιάρ, που έφτασαν στη χώρα πριν από τη χριστιανική εποχή και εγκαταστάθηκαν στις ευφορότερες εκτάσεις και κατά μήκος των ακτών, ωθώντας προς το εσωτερικό τους ιθαγενείς πληθυσμούς. Μια άλλη ομάδα, οι Σεμάι, κατέβηκε από τον βορρά περίπου την ίδια περίοδο και εγκαταστάθηκε στις δυτικές πλαγιές της κεντρικής οροσειράς. Την ίδια επίσης περίοδο άρχισαν να φτάνουν στην περιοχή οι Μαλαίοι, προερχόμενοι από το νησί Σουμάτρα. Αυτοί είχαν έναν πολιτισμό αρκετά προηγμένο, ήδη από τον 2ο αι. π.Χ., γνώριζαν την τέχνη της αλιείας και κατασκεύαζαν σιδερένια εργαλεία.
Στη συνέχεια, οι Μαλαίοι απορρόφησαν τις φυλές που είχαν προηγουμένως εγκατασταθεί στη νότια Μαλάκα, δημιουργώντας μια σύγχρονη μαλαϊκή φυλή που έχασε κατά ένα μέρος τα χαρακτηριστικά, ακόμα και τα σωματικά, των πρωτομαλαϊκών φυλών που είχαν αφομοιώσει οι άλλες ομάδες της χερσονήσου της Ινδοκίνας. Κατά συνέπεια, οι Μαλαίοι έχουν προκύψει ουσιαστικά από διάφορες διασταυρώσεις.
Στους Μαλαίους προστέθηκαν σχετικά πρόσφατα οι Κινέζοι οι οποίοι, ειδικά από τον 17ο αι. και μετά, παρουσίασαν ισχυρότερες μεταναστευτικές τάσεις, ωθούμενοι από το εμπορικό επιχειρηματικό τους δαιμόνιο. Ακόμα πιο πρόσφατα (μετά το 1850), παρατηρήθηκε επίσης σημαντική συρροή Ινδών, που στρατολογήθηκαν για τις φυτείες του καουτσούκ από τους Άγγλους αποίκους.
Οι ευρωπαϊκές αποικιακές δυνάμεις που κατά καιρούς άσκησαν άμεσο ή έμμεσο έλεγχο στη Μ. και είχαν συμφέρον να φανούν φιλικές προς τους ιθαγενείς υπήρξαν ευνοϊκές για το μαλαϊκό στοιχείο. Εντούτοις, στο τέλος του 19ου αι. ξεκίνησε ένα μεταναστευτικό ρεύμα που διογκώθηκε προοδευτικά έως το 1927. Εκείνη τη χρονιά έφτασαν στη Μ. 403.000 Κινέζοι. Συνολικά, μεταξύ 1928 και 1937 εισήλθαν στη χώρα 2.800.000 Κινέζοι, που εγκαταστάθηκαν κυρίως στα εμπορικά κέντρα της Μελάκα (πρώην Μαλάκα), της Κουάλα Λουμπούρ και της Τζοχόρ Μπαχαρού.
Οι Κινέζοι είναι η πιο πολυάριθμη εθνική ομάδα της χώρας μετά τους Μαλαίους. Οι μεικτοί γάμοι κατέστησαν στο μεταξύ πιο περίπλοκη την εθνολογική εικόνα και αφορούν όχι μόνο Μαλαίους και Κινέζους αλλά και τις υπόλοιπες εθνικές ομάδες, ιδιαίτερα τους Ινδούς. Οι τελευταίοι, μαζί με τους σχετικά ολιγάριθμους Πακιστανούς, απασχολούνται κυρίως στις φυτείες. 
Το πρωτομαλαϊκό στοιχείο έχει εξαφανιστεί σχεδόν τελείως από την περιοχή. Οι Νεγρίτες και οι Σενόι έχουν ελαττωθεί πλέον σε μερικές χιλιάδες και ζουν στα βουνά και στα δάση του εσωτερικού.
Η ιστορία των κρατιδίων της Σαραουάκ και της Σαμπάχ συνδέεται με εκείνη του Μπρουνέι, που εμφανίζεται για πρώτη φορά τον 5ο αι. μ.Χ. Η πρώτη χριστιανική (καθολική) αποστολή και ο πρώτος ευρωπαϊκός εμπορικός οίκος εγκαταστάθηκαν στις αρχές του 17ου αι. και αμέσως μετά άρχισε η διείσδυση Άγγλων, Πορτογάλων και Ισπανών.
Δημογραφική ανάπτυξη και κατανομή του πληθυσμού. Τα ισχυρά μεταναστευτικά ρεύματα προς τη Μ. ανακόπηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Ο πληθυσμός ολόκληρης της χώρας ήταν 17.566.982 το 1991, ενώ το 2004 ανήλθε σε 23.522.482 κατ., με πυκνότητα 71,3 κατ. ανά τ. χλμ. και ετήσια πληθυσμιακή αύξηση 1,83%. Την ίδια χρονιά ο δείκτης θνησιμότητας ήταν εξαιρετικά χαμηλός (0,5%), ενώ ο αντίστοιχος των γεννήσεων, παρότι βρίσκεται σε ελαφρώς προοδευτική μείωση, είναι εντυπωσιακά υψηλός (2,3%). Το προσδόκιμο ζωής ήταν 74,81 χρόνια για τις γυναίκες και 69,29 χρόνια για τους άνδρες. 
Η κατανομή του πληθυσμού στη Μαλαϊκή χερσόνησο, όπως εξάλλου και στην ανατολική Μ., είναι αρκετά άνιση. Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις πληθυσμού παρατηρούνται στην Πενάνγκ, στο κρατίδιο της Μελάκα και στη Σελανγκόρ, ενώ οι μικρότερες στις ορεινές και στις ελώδεις περιοχές μερικών παράκτιων πεδιάδων. Ο πληθυσμός είναι διαφορετικά κατανεμημένος στα κρατίδια Σαμπάχ και Σαραουάκ. Στο δεύτερο, οι κάτοικοι είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους συγκεντρωμένοι στην περιοχή της πρωτεύουσας Κουτσίνγκ. Η εθνολογική σύνθεση παρουσιάζει και εδώ αρκετή ποικιλία: η πιο πολυάριθμη ομάδα είναι των ιθαγενών Νταγιάκ, ενώ το υπόλοιπο του πληθυσμού αποτελείται από Κινέζους, Μαλαίους, Μελανησίους και άλλες εθνότητες. Η δημογραφική αύξηση της Σαραουάκ τις τελευταίες δεκαετίες ήταν σημαντική. Οι κάτοικοι της Σαμπάχ είναι και αυτοί άνισα κατανεμημένοι στο έδαφος της περιοχής τους. Οι πιο πυκνοκατοικημένες ζώνες βρίσκονται γύρω στην πρωτεύουσα, την Κότα Κιναμπάλου, καθώς και κατά μήκος των ακτών. Η πλειονότητα του πληθυσμού αποτελείται από μουσουλμάνους μαλαϊκής καταγωγής και το υπόλοιπο από Κινέζους, Ευρωπαίους και διάφορες άλλες ασιατικές εθνότητες.
Οικισμοί της υπαίθρου. Μεγάλο μέρος του μαλαϊκού πληθυσμού ζει συγκεντρωμένο σε μικρά χωριά, που βρίσκονται συνήθως σε κοντινή απόσταση από τη θάλασσα, κοντά στα μεγάλα δάση ή στις κοίτες των ποταμών. Πρόκειται γενικά για ομάδες κατοικιών όπου το παραδοσιακό στοιχείο (καλύβα από φύλλα, κλαδιά και ξύλο) συνδυάζεται με το νεότερο, που συχνά εκφράζεται με ευτελή σπιτάκια από κυματιστή λαμαρίνα και άλλα υλικά επιλεγμένα τυχαία. Αλλά το χαρακτηριστικότερο στοιχείο είναι οι πασσαλόπηκτες κατοικίες στις οποίες δένονται οι βάρκες. Πολυάριθμες, τέλος, είναι οι οικογένειες που ζουν κατά μήκος των ποταμών σε πλωτά σπίτια, ακριβώς όμοια με τα ινδοκινεζικά σαμπάν.
Σύνθετες όψεις παρουσιάζουν, εξάλλου, οι μόνιμες εγκαταστάσεις στις φυτείες, όπου οι ίδιοι οι εργάτες προσθέτουν παραδοσιακά στοιχεία και δικά τους χαρακτηριστικά άλλων περιοχών. Πρόκειται συνήθως για τυχαίες κατασκευές δίπλα σε στοιχεία πιο σύγχρονα που χρησιμεύουν για γραφεία ή για κατοικίες Ευρωπαίων.
Πόλεις. Η Μαλαϊκή χερσόνησος, παρά την ευνοϊκή γεωγραφική θέση της πάνω στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς προς την Άπω Ανατολή, μόλις πρόσφατα είδε να αναπτύσσονται στο έδαφός της αξιόλογα αστικά κέντρα. Στο παρελθόν υπήρχαν εκεί μόνο μικρά ψαροχώρια όπου οι κοινότητες των ψαράδων πραγματοποιούσαν τις εμπορικές τους συναλλαγές με τους κατοίκους του εσωτερικού.
Εξάλλου, η περιοχή είναι από μια πλευρά περιφερειακή σε σύγκριση με τη χερσόνησο της Ινδοκίνας, ενώ σε σχέση με τη γειτονική Ινδονησία οι εμπορικές δραστηριότητες ήταν πάντα συγκεντρωμένες κατά το μεγαλύτερο μέρος τους στη Σιγκαπούρη. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί η πειρατεία που για αιώνες συνηθιζόταν στις θάλασσες της νοτιοανατολικής Ασίας, δυσκολεύοντας τη διακίνηση του εμπορίου και μαστίζοντας τις παράκτιες περιοχές.
Η πρωτεύουσα Κουάλα Λουμπούρ έχει λάβει διαστάσεις και λειτουργικές ιδιότητες μητρόπολης. Οι υπόλοιπες σημαντικές πόλεις της χώρας είναι (για περισσότερες πληροφορίες βλ. αντίστοιχα λήμματα): Ιπόχ, Μελάκα (πρώην Μαλάκα), Κότα Κιναμπάλου και Τζόρτζταουν.Τζαμί στην πόλη Πουτρατζάγια της Μαλαισίας (φωτ. ΑΠΕ).
Νυχτερινή άποψη της Κουάλα Λουμπούρ, πρωτεύουσας της Μαλαισίας (φωτ. ΑΠΕ).


Οικονομία
Η Μ. θεωρείται μία από τις πιο ανεπτυγμένες χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας. Στις πρόσφατες δεκαετίες εφαρμόστηκαν διάφορα προγράμματα ανάπτυξης που περιλάμβαναν πολλές αλλαγές: ανάμεσά τους, η φιλελευθεροποίηση της πολιτικής για επενδύσεις, η ιδιωτικοποίηση πολλών κρατικών επιχειρήσεων, οι τροποποιήσεις της φορολογικής νομοθεσίας κ.ά. Το 2003 το ΑΕΠ της χώρας έφτανε τα 207.800 εκατ. δολ. ΗΠΑ και η μέση ετήσια κατά κεφαλήν αγοραστική δύναμη τα 9.000 δολ. Ο πληθωρισμός το ίδιο έτος υπολογιζόταν στο 1,1% και η ανεργία στο 3,6%. Ο πρωτογενής τομέας συνεισφέρει κατά 7,3% στο ΑΕΠ, η βιομηχανία κατά 33,55% και οι υπηρεσίες κατά 59,1%, σύμφωνα με στοιχεία του 2003.
Η εφαρμογή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής από το 1970 κατέστησε βαθμιαία την οικονομία της Μ. μία από τις δυναμικότερες της νοτιοανατολικής Ασίας. Παρά την εντυπωσιακή όμως ανάπτυξη και την αύξηση της μέσης ετήσιας κατά κεφαλήν αγοραστικής δύναμης, οι πληθυσμοί της υπαίθρου, και κυρίως των κρατιδίων Σαμπάχ και Σαραουάκ, εξακολουθούν να διαβιούν υπό συνθήκες ένδειας. Η πολιτική εθνικής ανάπτυξης που εγκαινιάστηκε το 1991 μετά την ολοκλήρωση της Νέας Οικονομικής Πολιτικής είχε ως στόχο τη μεταμόρφωση της Μ. σε ένα πλήρως εκβιομηχανισμένο κράτος έως το 2020. Η δυναμική της ανάπτυξης ανακόπηκε, εντούτοις, κατά τη διάρκεια της κρίσης του 1997 που έπληξε ολόκληρη τη νοτιοανατολική Ασία.
Το εσωτερικό εμπόριο άρχισε να αναπτύσσεται μόλις από τον 19ο αι. με τη σταθερή ευρωπαϊκή διείσδυση και την ανάπτυξη της οικονομίας των φυτειών και των μεταλλείων. Όσον αφορά το εξωτερικό εμπόριο, οι εξαγωγές παρουσιάζουν ικανοποιητικό ρυθμό αύξησης και διαφοροποίησης. Παλαιότερα κυριαρχούσαν το ελαστικό κόμμι και ο κασσίτερος, αλλά πλέον η αναλογία τους έχει μειωθεί προς όφελος εκείνης των επεξεργασμένων προϊόντων. Το εμπορικό ισοζύγιο είναι ενεργητικό, γιατί υπάρχει συνεχής ζήτηση στις παγκόσμιες αγορές για τις πρώτες ύλες που προσφέρει η Μ. Οι κυριότεροι εμπορικοί εταίροι της χώρας είναι οι ΗΠΑ, η Σιγκαπούρη, η Ιαπωνία, η Κίνα κ.ά.
Ο τουρισμός τα πρόσφατα χρόνια έχει γνωρίσει μεγάλη ανάπτυξη και παρέχει σημαντικά έσοδα στη χώρα. Τελικός προορισμός των επισκεπτών είναι κυρίως η Μαλαϊκή χερσόνησος.
Γεωργία και δασικός πλούτος. Οι καλλιέργειες καλύπτουν περίπου το 14% της εδαφικής επιφάνειας της Δυτικής Μ., το 3,2% της Σαμπάχ και το 3,5% της Σαραουάκ, ενώ η υπόλοιπη χώρα καλύπτεται σχεδόν παντού από δάση και ζούγκλα. Οι αγροτικές περιοχές καταλαμβάνουν τη δυτική παράκτια λωρίδα και τη νοτιοανατολική άκρη, προχωρώντας στο εσωτερικό κατά μήκος των κυριότερων υδάτινων ρευμάτων. Κύρια καλλιέργεια είναι το ρύζι, που αποτελεί και τη διατροφική βάση των κατοίκων. Στη Σαμπάχ και στη Σαραουάκ με την καλλιέργεια του ρυζιού ασχολούνται κυρίως οι Μαλαίοι αλλά και οι Νταγιάκ. Άλλες αξιόλογες καλλιέργειες είναι η μανιόκα, οι γλυκοπατάτες, το καλαμπόκι, οι μπανάνες, τα τροπικά φρούτα (κυρίως ο ανανάς) και τα κηπευτικά. Μεγάλη εξάπλωση ανάμεσα στις φυτοκαλλιέργειες έχουν οι κοκκοφοίνικες στην περιοχή Πέρακ και στις νότιες περιοχές. Καλλιεργείται επίσης πολύ η Elaeis guineensis (ελαιοφοίνικας), που καθιστά τη Μ. κορυφαία χώρα στην παγκόσμια παραγωγή λαδιού.
Για τη βιομηχανική επεξεργασία των προϊόντων αυτών, με σκοπό την παραγωγή μαργαρίνης, σαπουνιών και άλλων παραγώγων, έχουν κατασκευαστεί στη χώρα αρκετά εργοστάσια. Ο μεγαλύτερος πλούτος της μαλαϊκής γεωργίας είναι οι φυτείες της εβέας που εκτείνονται στη δυτική Μ., στη Σαμπάχ και στη Σαραουάκ, ανάμεσα στην ακτή και στα ορεινά ανάγλυφα. Από το 1953 τέθηκε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα για την αντικατάσταση των παλιών δέντρων με νέες ποικιλίες, πιο παραγωγικές και ικανές για πολλαπλάσια απόδοση. Μικρότερης σημασίας είναι η παραγωγή σε καφέ, τσάι, κακάο, καπνό, αραχίδες, πιπέρι (στη Σαραουάκ) και κάνναβι της Μανίλα (Σαμπάχ).
Η εκμετάλλευση του δασικού πλούτου, που ξεκίνησε χρόνια πριν από την άφιξη των Ευρωπαίων, γίνεται με τρόπο ορθολογικό έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ο συνεχής εφοδιασμός των βιομηχανιών με ξυλεία, και ταυτόχρονα να μην αποψιλώνεται ο φυτικός πλούτος, που θα αλλοίωνε τη σύνθεση του εδάφους. Το 2002 η παραγωγή ξυλείας έφτασε τα 16,5 εκατ. κ.μ.Ο μεγαλύτερος πλούτος της μαλαϊκής γεωργίας είναι οι φυτείες της εβέας, που εκτείνονται στη Δυτική Μαλαισία, στη Σαμπάχ και στη Σαραουάκ
Κτηνοτροφία και αλιεία. Η κτηνοτροφία δεν είναι πολύ διαδεδομένη στη Μ. Κυριαρχεί η εκτροφή χοίρων και οικόσιτων ζώων, ενώ οι βούβαλοι και τα βοοειδή υπάρχουν σε πιο περιορισμένο αριθμό.
Η αλιεία, αντίθετα, ήταν ανέκαθεν πολύ διαδεδομένη και οι Μαλαίοι θεωρούνται από τους καλύτερους ναυτικούς και κατασκευαστές πλοιαρίων σε όλη τη μουσωνική Ασία. Το ψάρεμα γίνεται κυρίως με παραδοσιακό τρόπο, αλλά υπάρχει επίσης και ένας μεγάλος αλιευτικός στόλος με σύγχρονα μέσα και εγκαταστάσεις για τη διατήρηση των προϊόντων αλιείας. Τα συνολικά ετήσια αλιεύματα ήταν 640.000 τόνοι το 1992, ενώ το 2001 ανήλθαν στους 1,39 εκατ. τόνους.Ψαράδικο σπίτι σε οικισμό της Μαλαισίας.
Βιομηχανία, ορυκτός πλούτος και ενέργεια. Στον βιομηχανικό τομέα έχει δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στα πενταετή προγράμματα. Κύριος σκοπός των προγραμμάτων αυτών ήταν η βιομηχανική διαφοροποίηση των εξαγωγών και η απορρόφηση του εργατικού δυναμικού, με στόχο τη μείωση της ανεργίας. Τα τελευταία τριάντα χρόνια η μαλαϊκή βιομηχανία αναπτύχθηκε εξαιρετικά γρήγορα, βασισμένη στην αρχή σε μερικές πρώτες ύλες ευρείας εξαγωγής (ελαστικό κόμμι, κασσίτερος, ξυλεία). Αργότερα επένδυσε σε χημικές και πετρελαιοχημικές πρώτες ύλες, καθώς και σε πρώτες ύλες διατροφής που είχαν σκοπό να καλύψουν τις εσωτερικές ανάγκες, και τέλος, σε βιομηχανίες που απευθύνονταν αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά στις ξένες αγορές (όπως η ηλεκτρονική, τα ηλεκτρικά μηχανήματα, τα υποδήματα και τα υφάσματα).
Ο βιομηχανικός τομέας, στο σύνολό του, διαφοροποιήθηκε σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Αναπτύχθηκαν οι τομείς των βιομηχανιών ειδών διατροφής, χημικών και πετροχημικών προϊόντων, οικοδομικών υλικών, ξυλείας, υφασμάτων και ειδών ένδυσης. Η χώρα διαθέτει επιπλέον ναυπηγεία, εργοστάσια μηχανουργίας και μεταλλομηχανουργίας, και ιδιαίτερα εργοστάσια σιδηροδρόμων, εγκαταστάσεις για τη συναρμολόγηση αυτοκινήτων και τρακτέρ.
Από τις μεταλλευτικές πηγές, ο κασσίτερος κατέχει πρωταρχική σημασία, παρά τη σχετική ύφεση του κλάδου τα τελευταία χρόνια. Η παραγωγή το 2002 ήταν 4.215 τόνοι. Τα πλουσιότερα κοιτάσματα κασσίτερου βρίσκονται στην περιοχή Πέρακ και κοντά στην Κουάλα Λουμπούρ, ενώ κοιτάσματα δευτερεύουσας σημασίας βρίσκονται στο Τζοχόρ και στο Παχάνγκ.
Η παραγωγή σιδήρου ήταν για λίγα χρόνια σε κάμψη, αλλά τα αποθέματα εμφανίζονται τεράστια. Ο βωξίτης εξορύσσεται στην Τελόκ Ραμούντα και στο Τζοχόρ. Υπάρχουν εξάλλου περιορισμένες ποσότητες μαγγανίου, βολφραμίου, αντιμονίου, χρυσού (Σαραουάκ), φωσφάτων και άνθρακα.
Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο παίζουν σημαντικό ρόλο στη μαλαϊκή οικονομία. Η εξόρυξη πετρελαίου ξεκίνησε το 1929 στο Μπρουνέι, επεκτάθηκε στη Σαραουάκ (κοιτάσματα του Μίρι) και αργότερα στη Σαμπάχ. Η παραγωγή το 1994 ήταν περίπου 250 εκατ. βαρέλια.
Οι κύριες πηγές ενέργειας της Μ. είναι το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Ακολουθούν σε σπουδαιότητα ο άνθρακας και η υδροηλεκτρική ενέργεια. Η σημασία του φυσικού αερίου για την ενεργειακή κάλυψη της χώρας αυξάνει σταδιακά, σε αντίθεση με αυτήν του πετρελαίου, καθώς το τελευταίο εξάγεται σχεδόν στο σύνολό του.Η Μαλαισία έχει αναπτύξει σε σημαντικό βαθμό τη βιομηχανία ειδών ένδυσης· στη φωτογραφία, στιγμιότυπο από «Εβδομάδα Μόδας» στην Κουάλα Λουμπούρ (φωτ. ΑΠΕ).

Συγκοινωνίες και μεταφορές. Το σύστημα των εσωτερικών συγκοινωνιών της Μ. θεωρείται ικανοποιητικό, με εξαίρεση τις δασικές περιοχές. Ένας βασικός σιδηροδρομικός άξονας ενώνει τη Σιγκαπούρη με το Μπάτεργουορθ και συνδέεται στην Παντάνγκ Μπεζάρ με το ταϊλανδικό δίκτυο. Η θαλάσσια διακίνηση είναι έντονη με κυριότερους σταθμούς τα λιμάνια Κλανγκ (ή Κελάνγκ), Τζόρτζταουν και Μελάκα. Η τοπική διακίνηση πραγματοποιείται ακόμα με τα παραδοσιακά σκάφη πράχο. Οι αεροπορικές συγκοινωνίες εξυπηρετούνται από τα αεροδρόμια της Τζόρτζταουν, της Κουάλα Λουμπούρ, της Κότα Κιναμπάλου και της Κουτσίνγκ.Το παραδοσιακό σκάφος «πράχο» αποτελεί το βασικό μέσο συγκοινωνίας στις νησιωτικές περιοχές της Μαλαισίας (φωτ. ΑΠΕ). 
Τμήμα του αεροδρομίου της Κουάλα Λουμπούρ (φωτ. ΑΠΕ).
Νόμισμα και τράπεζες. Επίσημο νόμισμα της Μ. είναι το ρινγκίτ ή μαλαϊκό δολάριο (1 ευρώ = 4,9328 ρινγκίτ το 2005), που υποδιαιρείται σε 100 σεν. 
Κεντρική τράπεζα της χώρας είναι η Bank Negara Malaysia, που ιδρύθηκε το 1959. Υπάρχουν δεκάδες ιδιωτικές τράπεζες που διατηρούν στενές σχέσεις με τα μεγαλύτερα οικονομικά και εμπορικά κέντρα του κόσμου.Χαρτονόμισμα των 100 ρινγκίτ της Μαλαισίας, που εκδόθηκε το 2001.
Οι Δίδυμοι Πύργοι «Πετρόνας» στην πρωτεύουσα της Μαλαισίας, Κουάλα Λουμπούρ, αποτελούν σύμβολο της πόλης και ήταν τα ψηλότερα κτίρια του κόσμου έως το 2003 (φωτ. ΑΠΕ). 
Η οικονομία της Μαλαισίας εντάσσεται στις πιο δυναμικά αναπτυσσόμενες της νοτιοανατολικής Ασίας· στη φωτογραφία, εσωτερική άποψη του χρηματιστηρίου της χώρας (φωτ. ΑΠΕ).
Τμήμα της παραλίας Τσενάγκ στο νησί Λάνγκουι της Μαλαισίας, το οποίο αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή τουριστικά θέρετρα της χώρας (φωτ. ΑΠΕ). 


Ιστορία
Ο αρχαϊκός μαλαϊκός πολιτισμός. Τα ιστορικά γεγονότα της Μ. συνδέονται στενά έως τον 19ο αι. με την Ινδονησία, κυρίως μέσα από τη μακρόχρονη κοινή ιστορία της χερσονήσου και της γειτονικής νήσου Σουμάτρα. Κοινή μοίρα είχαν και τα πρώτα ιστορικά τους χρόνια. Στην περίπτωση της Μ., αυτό οφείλεται στο ότι η χερσόνησος ήταν η φυσική γέφυρα για όλους τους πληθυσμούς που μετατοπίστηκαν από την ηπειρωτική περιοχή της χερσονήσου της Ινδοκίνας προς την Ινδονησία. Πρώτοι κατοίκησαν την περιοχή αυστραλομαλαϊκοί πληθυσμοί περίπου την 5η χιλιετία π.Χ. Αργότερα, μεταξύ 3ης και 2ης χιλιετίας π.Χ. εμφανίστηκαν οι Πρωτοϊνδονήσιοι, ίχνη των οποίων εντοπίζονται ακόμη και σήμερα σε κάποιες μειονότητες της Μ. και, τέλος, οι Μαλαίοι.
Από τον 5ο αι. μ.Χ. η ιστορία της Μ. συνδέθηκε στενά με εκείνη της ναυτικής αυτοκρατορίας των Σριβιτζάγια, που ασκούσαν μεγάλη επιρροή σε ολόκληρο το ινδονησιακό αρχιπέλαγος εξαιτίας της μεγάλης ναυτικής τους δύναμης.
Γύρω στο 1280, ωστόσο, ενώ το βασίλειο των Σριβιτζάγια κατέρρεε οριστικά από τα πλήγματα του βασιλιά της Ιάβας, Κερταναγκάρα, μια σιαμική εισβολή επιβαλλόταν σε ολόκληρη τη Μαλαϊκή χερσόνησο. Εξάλλου, άλλες πηγές αναφέρουν πως ο βασιλιάς της Ιάβας, Κερταναγκάρα, με την πολιτική του νησιωτικού επεκτατισμού, κατόρθωσε να καθυποτάξει και τη Μαλαϊκή χερσόνησο. Η Μ. υποτάχθηκε πάλι στην κυριαρχία της Ιάβας στη διάρκεια του 14ου αι. Μετά, όμως, τον θάνατο του Κερταναγκάρα και την παρακμή του Ματζαπαχίτ, η χερσόνησος περιήλθε και πάλι στη σφαίρα επιρροής του Σιάμ.
Η περίοδος του εξισλαμισμού. Στο μεταξύ συνεχιζόταν ο βαθμιαίος εξισλαμισμός της χερσονήσου από εμπόρους που προέρχονταν από την Ινδία. Το επίκεντρο για τη διάδοση της μουσουλμανικής θρησκείας στη Μ. ήταν το βασίλειο της Μαλάκα (σημερινή Μελάκα) που επιβλήθηκε με απροσδόκητη επιτυχία στις αρχές του 15ου αι. Η Μαλάκα ιδρύθηκε το 1402, έπειτα από μυθιστορηματικά γεγονότα, από τον Παραμεσβάρα που έφθασε από την Ιάβα στο στενό ανάμεσα στη Μ. και στη Σουμάτρα και μετέτρεψε το μικρό κέντρο της Μαλάκα σε έδρα διεθνούς εμπορίου.
Ο Παραμεσβάρα μετέβη με τον γιο του (που τον διαδέχτηκε μεταξύ 1424 και 1444 με το όνομα Σρι Μαχαραγιά) δύο φορές στην Αυλή του Πεκίνου και εξασφάλισε εγγυήσεις και υποστήριξη σε αντάλλαγμα μιας αόριστης υποχρέωσης για φόρο υποτέλειας. Ένας από τους αποφασιστικούς παράγοντες στην ανάπτυξη της Μαλάκα ήταν η σταθερή πια επικράτηση του ισλαμισμού, τον οποίο ασπάστηκε και ο Παραμεσβάρα, αποκτώντας τον τίτλο του Iσκαντέρ Σα. Η Μαλάκα κατέστη έτσι ένα από τα κύρια πολιτικά και πολιτιστικά κέντρα της συστηματικής διάδοσης της νέας θρησκείας στη νοτιοανατολική Ασία. Μετά τον θάνατο του Σρι Μαχαραγιά, όμως, παρατηρήθηκε μεταξύ 1444 και 1446 μια περίοδος εσωτερικών ταραχών που οφείλονταν στην αυξανόμενη δύναμη των ινδικής προέλευσης εμπόρων Ταμίλ, που απέκτησαν τέτοια ισχύ στη Μαλάκα ώστε επέβαλαν την άνοδο στον θρόνο του Μουζαφάρ Σα, γιου του Σρι Μαχαραγιά και μιας γυναίκας Ταμίλ. Υπό αυτόν τον ηγεμόνα και τους διαδόχους του η δύναμη της Μαλάκα αύξανε συνεχώς περίπου μέχρι το 1509.
Η περίοδος της ευρωπαϊκής διείσδυσης. Η ισχύς της Μαλάκα, ωστόσο, υπερκεράστηκε από τους Πορτογάλους που την κατέλαβαν το 1511 και την κατέστησαν το σπουδαιότερό τους κέντρο σε όλη την περιοχή, δημιουργώντας εκεί ένα σημαντικό στρατιωτικό οχυρό. Παρά τη βιαιότητα με την οποία προσπάθησαν να διατηρήσουν το εμπορικό τους μονοπώλιο στο Ινδικό αρχιπέλαγος και να προσηλυτίσουν τους ιθαγενείς, οι Πορτογάλοι δεν κατάφεραν να διατηρήσουν μια σταθερή επιρροή στη ζώνη αυτή παρά μόνο για μια αρκετά σύντομη περίοδο. Από το 1596 και μετά, ο ανταγωνισμός της Ολλανδίας έκανε τη θέση τους όλο και πιο επισφαλή ώσπου, το 1641, το πορτογαλικό οχυρό της Μαλάκα έπεσε στα χέρια των Ολλανδών.
Έκτοτε, στις ακτές της Μ. επικράτησε η επιρροή της ολλανδικής Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών, που τοποθέτησε έναν κυβερνήτη της στη Μαλάκα και έθεσε τη διακίνηση στον πορθμό υπό τον έλεγχό της, υιοθετώντας στη χερσόνησο πολλά πολιτικά και οικονομικά μέτρα που εφαρμόζονταν στο ινδονησιακό αρχιπέλαγος. Ωστόσο, η μετάθεση του κέντρου διοίκησης από τη Μαλάκα στη Βαταβία (την Τζακάρτα της σημερινής Ινδονησίας) καθώς και η παρακμή της ολλανδικής εταιρείας τον 18ο αι. προκάλεσαν κρίση στην Μ., με κύρια χαρακτηριστικά τη διάδοση του λαθρεμπορίου και τη διαφθορά. Στο μεταξύ, το σουλτανάτο του Τζοχόρ, όπου είχαν ανασυνταχθεί οι ισλαμικές δυνάμεις που είχαν κατευθύνει την ανάπτυξη της Μαλάκα πριν από την άφιξη των Ευρωπαίων, συνέχιζε μαζί με άλλα μουσουλμανικά σουλτανάτα την πορεία του. Εντούτοις, ουσιαστικά εξαρτιόταν, κυρίως στον οικονομικό τομέα, από το μονοπώλιο του εμπορίου που είχε η Ολλανδία. Η ιστορία των σουλτανάτων αυτών ήταν κυρίως μια ιστορία ανταγωνισμών. Με τους διαγκωνισμούς ανάμεσα στα διάφορα σουλτανάτα συνδέθηκε και το πρώτο επεισόδιο της αγγλικής επέμβασης, δηλαδή της Βρετανικής Εταιρείας των Ινδιών, στη Μ. 
Η περίοδος της βρετανικής κυριαρχίας. Το 1786 οι Βρετανοί εξασφάλισαν από το σουλτανάτο του Κένταχ τη μίσθωση του νησιού Πενάνγκ, που στη συνέχεια επεκτάθηκε και στην απέναντι επαρχία της ηπειρωτικής χώρας. Σε όλη τη διάρκεια της περιόδου των ναπολεόντειων πολέμων, οι Βρετανοί αγωνίστηκαν κατά των Ολλανδών για την κατοχή της Ινδονησίας. Πρωτεργάτης της βρετανικής δραστηριότητας προς την κατεύθυνση αυτή ήταν ο σερ Τόμας Ραφλς, ιδρυτής της βρετανικής δύναμης στη Μ. Όταν το Λονδίνο υποχρεώθηκε να επιστρέψει στην Ολλανδία τα νησιά του αρχιπελάγους, ο Ραφλς, για να διατηρήσει τη βρετανική επιρροή στη Μ., προσπάθησε να ενισχύσει το ελεύθερο λιμάνι της Σιγκαπούρης. Το λιμάνι αυτό δημιουργήθηκε το 1819 ως εγκατάσταση της Βρετανικής Εταιρείας των Ινδιών στη συνέχεια μιας συμφωνίας ανάμεσα στον Ραφλς και στον σουλτάνο του Τζοχόρ, που είχε υποστηριχθεί από τους Βρετανούς για να αντιμετωπίσει εσωτερικές διαμάχες. Το 1824 ο σουλτάνος του Τζοχόρ πούλησε οριστικά το νησί της Σιγκαπούρης στους Βρετανούς, οι οποίοι το ένωσαν με τη Μαλάκα και με το Πενάνγκ. Σχηματίστηκε έτσι η Διοίκηση των Στενών η οποία, αφού για μια ορισμένη περίοδο και κάτω από διάφορα διοικητικά σχήματα βρέθηκε να εξαρτάται άμεσα από τη βρετανική δύναμη της Ινδίας, αποσπάστηκε το 1867 από τον γενικό κυβερνήτη των Ινδιών και έγινε αποικία του βρετανικού στέμματος.
Η στιγμή ήταν κατάλληλη για μια ριζική μεταβολή στο πολιτικοοικονομικό καθεστώς των φεουδαρχικών μουσουλμανικών σουλτανάτων, που είχαν εξακολουθήσει να ζουν στη σφαίρα της αγγλικής επιρροής. Το Λονδίνο δεν επέβαλε ποτέ στα κρατίδια αυτά άμεση και απόλυτη εξουσία που να καταργούσε τη μορφή τους, αλλά βαθμιαία τα εισήγαγε σε ένα σύστημα προτεκτοράτου, σύμφωνα με το οποίο όλες οι πολιτικές και οικονομικές εξουσίες συγκεντρώθηκαν στο πρόσωπο Βρετανού τοποτηρητή. Συγκεκριμένα, το 1873 η Μεγάλη Βρετανία επέβαλε τοποτηρητές στους σουλτάνους του Πέρακ, του Σελανγκόρ και του Σουνγκάι Ουγιόνγκ, ενώ το 1888 έκανε το ίδιο στα σουλτανάτα του Παχάνγκ και του Νεγκερί Σεμπιλάν. Έτσι, το 1895 συστήθηκαν τα Ομοσπονδιακά Μαλαϊκά Κράτη, που δέχονταν έναν γενικό Βρετανό τοποτηρητή των βασιλικών συμφερόντων στη χώρα, ενώ το ισχυρότερο κρατίδιο του Τζοχόρ διατηρούσε μεγαλύτερη αυτονομία υπό τη βρετανική προστασία που του είχε επιβληθεί με συνθήκη του 1885. Το 1909, αντίθετα, καταργήθηκε το επίσημο προτεκτοράτο που είχε ιδρύσει το Σιάμ σε ορισμένα μαλαϊκά κρατίδια (Περλίς, Κένταχ, Κελάνταν και Τερενγκάνου). Από τη χρονολογία εκείνη τα κρατίδια αυτά δέχτηκαν την εξάρτηση από τη Μεγάλη Βρετανία και μαζί με το κρατίδιο του Τζοχόρ αποτέλεσαν τα μη-Ομοσπονδιακά Μαλαϊκά Κρατίδια. Αυτή η τριπλή μορφή συνταγματικής οργάνωσης (Διοίκηση των Στενών υπό άμεσο έλεγχο, Ομοσπονδιακά Μαλαϊκά Κρατίδια σε στενή σχέση εξάρτησης με τη Μεγάλη Βρετανία και μη-Ομοσπονδιακά Κρατίδια συνδεδεμένα μεταξύ τους με πιο χαλαρούς δεσμούς) αποτέλεσε το όργανο της βρετανικής κυριαρχίας στη Μ. έως το 1942, όταν η ισορροπία που είχε επιτευχθεί ανάμεσα στη βρετανική κυριαρχία και στις τοπικές δυνάμεις διακόπηκε από την ιαπωνική εισβολή η οποία, μέσα σε λίγες εβδομάδες, σάρωσε τη χερσόνησο και έφτασε μέχρι το οχυρό της Σιγκαπούρης, το οποίο κατέρρευσε χωρίς να προβάλει σχεδόν καμία αντίσταση. Στη διάρκεια της κατοχής, που διήρκεσε από το 1942 έως το 1945, οι Ιάπωνες προσπάθησαν να δημιουργήσουν στενούς δεσμούς συνεργασίας με την ιθύνουσα τάξη της Μ., ενώ αντίθετα επιτέθηκαν σκληρά στην κινεζική κοινότητα, που διεξήγαγε έναν μακροχρόνιο ανταρτοπόλεμο κατά των ιαπωνικών αρχών, σε συνεργασία με τη βρετανική στρατιωτική διοίκηση.
Η δημιουργία του σύγχρονου κράτους. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, και συγκεκριμένα στις 15 Σεπτεμβρίου 1945, τα βρετανικά στρατεύματα επέστρεψαν στη Σιγκαπούρη. Η χώρα οργανώθηκε αρχικά και πάλι σε μια μαλαϊκή Ένωση με ισχυρό συγκεντρωτισμό. Λίγο αργότερα, όμως, οι σουλτάνοι ανέκτησαν μέρος της εξουσίας τους και το Πενάνγκ και η Μαλάκα έγιναν αυτόνομα κρατίδια. Όλα τα κρατίδια μαζί αποτέλεσαν το 1948 τη Μαλαϊκή Ομοσπονδία. Η Σιγκαπούρη, αντίθετα, είχε καταστεί τον Μάρτιο του 1946 χωριστή βρετανική αποικία. Η κινεζική κοινότητα δεν δέχτηκε, ωστόσο, χωρίς αγώνες την προνομιούχο θέση της μαλαϊκής άρχουσας τάξης. Από το 1948 και μετά η Μ. επλήγη από έναν μακροχρόνιο και αιματηρό πόλεμο. Ο ανταρτοπόλεμος αυτός δεν είχε σταματήσει εντελώς το 1957, όταν η χώρα εξασφάλισε την ανεξαρτησία της στο πλαίσιο της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Η ανεξαρτησία όμως που παραχωρήθηκε στη Μ. το 1957 άφηνε άλυτο το πρόβλημα της Σιγκαπούρης. Η κατάσταση αυτή υποχρέωσε τις βρετανικές αρχές να κάνουν παραχωρήσεις στις πολιτικές δυνάμεις της Σιγκαπούρης (1959), εγκαινιάζοντας ένα καθεστώς αυτονομίας που δεν μπορούσε παρά να καταλήξει στην πλήρη ανεξαρτησία της.
Το σχέδιο για τον σχηματισμό μιας Μεγάλης Μ., που θα προέκυπτε από τη συνένωση όλων των εδαφών που υπήρξαν βρετανικές αποικίες στη νοτιοανατολική Ασία, προωθήθηκε για πρώτη φορά από τον πρωθυπουργό Αμπντούλ Ραχμάν το 1961, ίσως έπειτα από πρόταση των ίδιων των βρετανικών αρχών. Οι διαπραγματεύσεις για τη σύσταση του νέου αυτού κράτους ήταν, ωστόσο, μακροχρόνιες και δύσκολες, και αυτό κυρίως εξαιτίας της δυσπιστίας της μαλαϊκής αριστοκρατίας απέναντι στον δυναμισμό της κινεζικής κοινότητας της Σιγκαπούρης, καθώς και εξαιτίας της απαίτησης τόσο της Ινδονησίας όσο και των Φιλιππίνων να μην περιληφθούν τα βρετανικά εδάφη της Βόρνεο στην ομοσπονδία που είχε σχεδιαστεί. Κάτι τέτοιο, όμως, ήταν απαραίτητο, για να μην αποτελέσουν την πλειονότητα του νέου κράτους Κινέζοι που θα κατέληγαν –αργά ή γρήγορα– να ανατρέψουν το καθεστώς εγγυήσεων στη μαλαϊκή κοινότητα και στους αρχηγούς της, το οποίο είχε εγκαθιδρυθεί το 1957. Παρά τις δυσκολίες αυτές, και ενώπιον των γενικών στρατηγικών απαιτήσεων του δυτικού κόσμου στη νοτιοανατολική Ασία, η Ομοσπονδία της Μ. (Μεγάλη Μ.) συστάθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 1963 με βάση νομικές λύσεις αρκετά περίπλοκες, και περιλάμβανε τα έντεκα κρατίδια της Ομοσπονδίας της Μ.
Το νέο κράτος αντιμετώπισε αμέσως δυσκολίες τόσο στον διεθνή όσο και στο εσωτερικό χώρο. Στην αρχή αναφάνηκαν οι εξωτερικές δυσχέρειες. Η Ινδονησία άρχισε βίαιη εκστρατεία αμφισβήτησης του νέου κράτους με διπλωματικό σαμποτάζ, με διάφορες μορφές οικονομικού αποκλεισμού και κυρίως με την υποκίνηση ανταρτοπολέμου στο έδαφος της Σαμπάχ και της Σαραουάκ, με Ινδονήσιους παραστρατιωτικούς εκπαιδευμένους ειδικά για τον σκοπό αυτό, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα. Σε αυτό έπαιξε ρόλο και το γεγονός ότι οι δολιοφθορές αυτές παρεμβάλλονταν σε ένα διεθνές παιχνίδι που δεν τις ευνοούσε, αν ληφθεί υπόψη η αντίθεση της Ουάσινγκτον (αλλά και της Μόσχας) προς τον ηγέτη της Ινδονησίας Σουκάρνο, και σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία στο εσωτερικό της ίδιας της Ινδονησίας.
Η διεθνής απειλή ήταν, ωστόσο, μόνο ένα στοιχείο των δυσχερειών που συνάντησε η Μ. Σοβαρότερη ήταν πάντα η ένταση ανάμεσα στις κοινότητες. Το 1965 ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην Τριπλή Συμμαχία, με τριεθνές μέτωπο (Μαλαίοι, Κινέζοι και Ινδονήσιοι) υπό τον Αμπντούλ Ραχμάν και το Κόμμα Δημοκρατικής Δράσης, υπό τον Λι Κουάν Γιέου, που είχε τον έλεγχο του εκλογικού σώματος της Σιγκαπούρης, οδήγησε στην αποσκίρτηση της τελευταίας από την ομοσπονδία, στις 9 Αυγούστου, έπειτα από αμοιβαία συμφωνία.
Το 1969, αμέσως μετά τις γενικές εκλογές, ξέσπασαν στην πρωτεύουσα Κουάλα Λουμπούρ σοβαρά φυλετικά επεισόδια, που υποχρέωσαν την κυβέρνηση να αναστείλει προσωρινά τις πολιτικές ελευθερίες. Αργότερα η τάξη αποκαταστάθηκε βαθμιαία και στις 24 Αυγούστου 1974 οι εκλογές έδωσαν τη νίκη σε ένα ευρύ διαφυλετικό μέτωπο. Η χώρα αντιμετώπισε σοβαρή εσωτερική κρίση στο διάστημα 1976-78, όταν αντάρτες του εκτός νόμου Κομουνιστικού Κόμματος της Μ. επιτέθηκαν από τη νότια Ταϊλάνδη. Η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών οδήγησε στον έλεγχο των ανταρτών. Το 1976 πέθανε ο Αμπντούλ Ραχμάν και τον διαδέχτηκε στη θέση του πρωθυπουργού ο Ντάτο Χουσεΐν μπιν Ον. Οι εκλογές του 1978 εδραίωσαν τη δύναμη του Εθνικού Μετώπου, που είχε ιδρύσει ο Αμπντούλ Ραχμάν το 1970. Την ίδια περίοδο, η άρνηση της κυβέρνησης να επιτρέψει την ίδρυση κινεζικού πανεπιστημίου προκάλεσε αντιδράσεις με διαδηλώσεις και συγκρούσεις.H επέτειος της ανεξαρτησίας της Μαλαισίας από τη βρετανική κυριαρχία γιορτάζεται κάθε χρόνο με λαμπρές εκδηλώσεις· στη φωτογραφία, στιγμιότυπο από την παρέλαση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 45ου εορτασμού της Ημέρας Ανεξαρτησίας (φωτ. ΑΠΕ).

Οι τελευταίες δεκαετίες. Μετά την παραίτηση του Χουσεΐν μπιν Ον το 1981, την πρωθυπουργία ανέλαβε ο στενός του συνεργάτης Μοχατίρ μπιν Μοχάμαντ. Η ένταση μεταξύ Μαλαίων και Κινέζων έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις και το 1987 δεκάδες πολιτικοί φυλακίστηκαν για φιλοκινεζική δραστηριότητα. Το 1989 το Κομουνιστικό Κόμμα, ύστερα από 41 χρόνια ανταρτοπολέμου, κυρίως στα σύνορα της χώρας με την Ταϊλάνδη, υπέγραψε συμφωνία κατάπαυσης πυρός.
Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της επόμενης, στο πολιτικό προσκήνιο της χώρας εμφανίστηκαν σοβαρές αντιπαραθέσεις μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των περιοχών Σαμπάχ και Σαραουάκ. Οι πληθυσμοί των τελευταίων θεωρούσαν ότι είχαν αποκλειστεί σε μεγάλο βαθμό από τη διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης και εκβιομηχάνισης της χώρας κατά τις προηγούμενες δεκαετίες.
Οι βουλευτικές εκλογές του 1990 διατήρησαν στην εξουσία το Εθνικό Μέτωπο. Η μακρόχρονη διένεξη μεταξύ κυβέρνησης και σουλτάνων κατέληξε σε συνταγματικές αλλαγές εις βάρος των τελευταίων, που έχασαν το δικαίωμα ασυλίας το οποίο κατείχαν έως τότε. 
Στις γενικές εκλογές του Απριλίου του 1995, το κυβερνών Εθνικό Μέτωπο ανανέωσε για άλλη μία φορά τη λαϊκή εντολή, ενώ έναν χρόνο αργότερα ο Μοχατίρ μπιν Μοχάμαντ επανεξελέγη ομόφωνα στην ηγεσία του κόμματός του.
Το καλοκαίρι του 1997 η οικονομία της χώρας περιήλθε σε ύφεση λόγω της οικονομικής κρίσης που επεκτάθηκε σχεδόν σε όλη την περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας. Η κυβέρνηση αντέδρασε, αρνούμενη οιαδήποτε ευθύνη για την κρίση και εφάρμοσε πολιτική περιστολής των δημοσίων δαπανών. Τον Σεπτέμβριο του 1998 ο Μοχατίρ εξώθησε σε παραίτηση τον Ανουάρ Ιμπραήμ, υπουργό Οικονομικών της κυβέρνησής του και κυριότερο εσωκομματικό αντίπαλό του. Λίγο αργότερα ο Ιμπραήμ συνελήφθη με τις κατηγορίες της ομοφυλοφιλίας και της διαφθοράς. Παρά τις διαδηλώσεις συμπαράστασης στους δρόμους της χώρας και τις διαμαρτυρίες του Ιμπραήμ ότι επρόκειτο για πολιτική συνωμοσία, το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για διαφθορά και τον καταδίκασε σε εξαετή φυλάκιση. Επιπλέον, τον Αύγουστο του 2000, στην ποινή του προστέθηκαν άλλα εννέα χρόνια για το έγκλημα της σοδομίας. Στον διεθνή χώρο, η δίκη μάλλον έπληξε την αξιοπιστία της κυβέρνησης και τράβηξε την προσοχή της διεθνούς κοινότητας στην κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Μ.
Οι βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1999 επιβεβαίωσαν τη συνεχή κυριαρχία του Εθνικού Μετώπου στο πολιτικό σκηνικό της χώρας. Ο Μοχατίρ ανακοίνωσε πως η πέμπτη κατά σειρά θητεία του θα ήταν και η τελευταία της κυβέρνησής του με πρωθυπουργό τον ίδιο. Τον Νοέμβριο του 2001 πέθανε ο μονάρχης της Μ. και σουλτάνος του κρατιδίου Σελανγκόρ. Στο βασιλικό αξίωμα τον διαδέχτηκε ο ράτζα της Περλίς, Σιέντ Σιραχουντίν Ιμπνί αλ-Μαρχούμ Τζαμαλουλά, ο οποίος ορκίστηκε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Τον Οκτώβριο του 2003 ο Μοχατίρ μπιν Μοχάμαντ παραιτήθηκε από το αξίωμά του και νέος πρωθυπουργός της Μ. ορίστηκε ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Αμπντάλα Αχμάντ Μπαντάουι.
Τον Δεκέμβριο του 2004 οι δυτικές περιοχές της Μ. υπέστησαν σημαντικές καταστροφές από το παλιρροϊκό κύμα τσουνάμι, που έπληξε τις χώρες τις νοτιοανατολικής Ασίας. Ωστόσο, το πλήγμα ήταν μικρότερο για τη Μ. (αναφέρθηκαν λιγότεροι από 70 νεκροί) χάρη στο φυσικό προστατευτικό τείχος που σχηματίζει το νησί Σουμάτρα στα Δ της χώρας.Ο Μοχατίρ μπιν Μοχάμαντ διετέλεσε πρωθυπουργός της Μαλαισίας από το 1981 έως το 2003 (φωτ. ΑΠΕ).Τον Δεκέμβριο του 2004 οι δυτικές περιοχές της Μαλαισίας υπέστησαν σημαντικές ζημιές από το τσουνάμι που έπληξε τη νοτιανατολική Ασία· ο συνολικός αριθμός των θυμάτων στη Μαλαισία έφτασε τους 70 (φωτ. ΑΠΕ).
Ο πρωθυπουργός της Μαλαισίας Αμπντάλα Αχμάντ Μπαντάουι (φωτ. ΑΠΕ).
Ο Σιέντ Σιραχουντίν Ιμπνί αλ-Μαρχούμ Τζαμαλουλά ορίστηκε βασιλιάς της Μαλαισίας το 2001 (φωτ. ΑΠΕ).


Λογοτεχνία
Είναι δύσκολο να γίνει λόγος για λογοτεχνία κατεξοχήν μαλαϊκή, δηλαδή για λογοτεχνία που να ανήκει αποκλειστικά στη χερσόνησο της Μαλάκα. Η ίδια η ιστορία της περιοχής, που μόλις τον 15ο αι. με το βασίλειο της Μαλάκα απέκτησε δική της οντότητα, ξεχωρίζοντας από την ιστορία των άλλων ινδονησιακών περιοχών, καθώς και ο στενότατος δεσμός με το ινδονησιακό νησί Σουμάτρα, δυσχεραίνουν τον προσδιορισμό του μέρους εκείνου της λογοτεχνικής παράδοσης σε μαλαϊκή γλώσσα που μπορεί αυστηρά να αποδοθεί στη χερσόνησο.
Το μεγαλύτερο μέρος των έργων που έχουν γραφτεί στη μαλαϊκή γλώσσα δεν συνδέεται με συγγραφείς ιστορικά εξακριβωμένους, αλλά ανήκει σε μια κοινή παράδοση ανάμεσα στη Σουμάτρα και στη γειτονική χερσόνησο. Υπάρχουν σε αυτήν πολλοί θρύλοι και μια σειρά από ιστορικοπολιτικά έργα διανθισμένα με πολλή φαντασία και μύθους. Από αυτά αξίζουν να αναφερθούν τα Mαλαϊκά χρονικά γραμμένα από τον Τουν Μοχάμαντ γύρω στα μέσα του 17ου αι.
Από τον ίδιο ιστορικομυθολογικό χαρακτήρα, καθώς και από την ολοφάνερη εγκωμιαστική διάθεση απέναντι στη βασιλεύουσα δυναστεία της Μαλάκα, διαπνέεται το γνωστό έργο Το στέμμα των βασιλιάδων που γράφτηκε λίγο πριν από τα μέσα του 17ου αι. Άμεσα συνδεδεμένο επίσης με το βασίλειο της Μαλάκα, αλλά ιστορικά τεκμηριωμένο, είναι και το μυθιστόρημα Xικαγιάτ Xανγκ Tουάχ, που πραγματεύεται σε μάλλον εξελιγμένη μαλαϊκή γλώσσα τις επιχειρήσεις ενός ναυάρχου και πολιτικού άνδρα του βασιλείου της Μαλάκα, γύρω στα τέλη του 15ου αι. Πρωτοπόρος της λογοτεχνικής ανανέωσης θεωρείται ο Αμπντουλάχ ιμπν-Καντίρ Μουνσί, που ήδη στις αρχές του 19ου αι. εισήγαγε νέα πνοή στη μαλαϊκή γλώσσα. Στο μεταξύ, ένας κύκλος συγγραφέων σχηματιζόταν από τις τάξεις των νέων που είχαν σπουδάσει στην Ευρώπη ή σε ορισμένες ισλαμικές χώρες. Ο Σαΐντ Σαΐν Ιμπν Αχμάντ αλ-Χαντί ήταν ο πρώτος μυθιστοριογράφος που έγραψε στη μαλαϊκή γλώσσα μια σειρά από ιστορίες που είχαν ως στόχο να στηρίξουν το κύρος και την επικαιρότητα του ισλαμισμού στη σύγχρονη ζωή. Το έργο πολλών συγγραφέων στάθηκε επίμονα στα ισλαμικά συστατικά στοιχεία της μαλαϊκής πολιτιστικής δραστηριότητας, αλλά στο μεταξύ η ισχυρή κινεζική μετανάστευση έδινε νέα σφραγίδα στις πολιτιστικές δραστηριότητες της χερσονήσου, δημιουργώντας στον λογοτεχνικό χώρο μια κινεζική παράδοση σε μαλαϊκή γλώσσα. Το μαλαϊκό υπόστρωμα, μάλιστα, δημιούργησε μια σύνθεση λογοτεχνικών ειδών και μορφών που φαίνεται να προαναγγέλλει την εμφάνιση μιας πραγματικά νέας μαλαϊκής λογοτεχνίας.

Τέχνη
Η χερσόνησος της Μαλάκα διαδραμάτισε ιστορικό ρόλο στην εξέλιξη της τέχνης στην ευρύτερη περιοχή, περνώντας από τη βιοτεχνία των μεγάλων μαχαιριών που βρέθηκαν στο βόρειο Πέρακ, στα πέτρινα αγγεία καθώς και στα όμορφα εργαλεία, στους τετραγωνισμένους πελέκεις, στα πήλινα αγγεία με εγχαράξεις που ανήκουν στην πρόσφατη νεολιθική περίοδο, της οποίας πολλαπλά ίχνη υπάρχουν κατά μήκος του ποταμού Τέμπελινγκ, στο Κένταχ (Μπαλίνγκ), στο Κελάνταν (Ουλού Γκαλάς, Γκούα Τσα κλπ.) και στην Περλίς (Τενγκού Λεμπού). Στους τελευταίους αιώνες που προηγήθηκαν της χριστιανικής εποχής, ήταν εξαιρετικά διαδεδομένος ο πολιτισμός των μεγάλων νεκρικών μνημείων, των μεγαλίθων (ντόλμεν και μενίρ), ιδιαίτερα στα Δ (Πέρακ), αλλά και στα ΒΑ (Μπερνχάλα Λίμα κοντά στην Κότα Μπαχαρού), όπου βρίσκεται το σημαντικότερο συγκρότημα από μονόλιθους.
Στην πρωτοϊστορική αυτή εποχή, η ινδική παρουσία αποκαλύφθηκε ήδη από διάφορα αντικείμενα από σίδηρο. Στους πρώτους αιώνες της χριστιανικής εποχής, όμως, επιβλήθηκε με τη διείσδυση του ινδουισμού και του βουδισμού που ενέπνευσαν τη μαλαϊκή τέχνη. Σε αυτά περιλαμβάνονται ερείπια ναών του 5ου και του 6ου αι. μ.Χ. στο Κένταχ, που θυμίζουν τις στούπα της νότιας Ινδίας, βραχμανικά αγάλματα του Βισνού από αμμόλιθο, στην κεντρική Μ., που παρουσιάζουν ομοιότητες με τα πρωτοσιαμικά αγάλματα και προέρχονται από τον ινδικό νότο, όπως τα αντίστοιχα βουδιστικά αγάλματα του Αβαλοκιτεσβάρα, αγάλματα από χαλκό του όρθιου Βούδα, τύπου γκούπτα, όπως εκείνο του μουσείου Ραφλς της Σιγκαπούρης κ.ά.
Η ινδονησιακή επίδραση, που στάθηκε άλλωστε καθοριστική στην εξέλιξη της μαλαϊκής τέχνης, έγινε αισθητή από τον 7ο-8ο αι. μ.Χ. στα υπολείμματα του πέτρινου ναού του ποταμού Μπάτου Παχάτ στο Κένταχ, που μοιάζει με τα μαυσωλεία της Ιάβας. Υπάρχουν πάρα πολλοί τέτοιοι ναοί-τάφοι στη Μαλαϊκή χερσόνησο, αλλά έχουν υποστεί πολλές καταστροφές. Η σφραγίδα της Ιάβας, μαζί με επιρροές της τέχνης πάλα της Ινδίας, διακρίνεται επίσης καθαρά στα δύο χάλκινα γλυπτά του Αβαλοκιτεσβάρα, που βρίσκονται σήμερα στο μουσείο της Μπανγκόκ (8ος-9ος αι.) και άλλα γλυπτά του ίδιου ύφους. Παρά την έντονη επίδραση των διαδοχικών κυμάτων του αραβοϊσλαμικού και, από τις αρχές του 16ου αι., του ευρωπαϊκού πολιτισμού, που έτειναν να εκφυλίσουν τα χαρακτηριστικά της μαλαϊκής τέχνης, το παλιό ινδονησιακο-μαλαϊκό υπόβαθρο είχε την τάση να υποδηλώνει την παρουσία του στις δευτερεύουσες μορφές έκφρασης. Αυτό φανερώνεται έως και τη σύγχρονη εποχή από τη βιοτεχνία και ιδιαίτερα τα περίτεχνα σκαλίσματα των επίπλων, των βασιλικών θρόνων, των κουτιών από μπαμπού, καθώς και τα ωραιότατα όπλα, ανάμεσα στα οποία κυριαρχεί το χαρακτηριστικό μαλαϊκό κρις. Η μόνη κινεζική επιρροή αφορά την κεραμική.
Η ευρωπαϊκή τέχνη έχει αφήσει μερικά από τα ίχνη της στη Μαλάκα, στα ερείπια της βασιλικής της Ευαγγελίστριας, που χτίστηκε από τους Πορτογάλους το 1520, στο δημαρχείο, καθώς και στον πύργο με τις καμπάνες (της ολλανδικής περιόδου). Περισσότερα ίχνη της υπάρχουν στη Σιγκαπούρη, στον γοτθικό καθεδρικό ναό του Αγίου Ανδρέα, στα βικτοριανά κτίρια και στα κτίρια του πανεπιστημίου. 
Αυτό που χαρακτηρίζει σήμερα τη Μ. είναι μάλλον μια πηγαία τέχνη, πλούσια σε χρωματική εκφραστικότητα με εφαρμογές στην καθημερινή ζωή. Γι’ αυτό, λοιπόν, είναι λίγοι οι καλλιτέχνες που επιδιώκουν να γίνουν γνωστοί πέρα από τα σύνορα της χώρας. Από αυτούς αξίζουν ιδιαίτερης μνείας οι Τσέαν Σεκ, Κ.Κ. Λάου, Λάι Λουνγκ Σανγκ, Λου Φοχ Σανγκ, Λογνκ Τιεν Σιχ και Κοκ Γέου Πουάχ.Γιγαντιαίο άγαλμα καθιστού Βούδα στην πόλη Τουμπάτ της επαρχίας Κελαντάν, στη Μαλαισία (φωτ. ΑΠΕ).
Αντιπροσωπευτικό δείγμα της ζωγραφικής των Νταγιάκων.Η είσοδος του μουσείου της Κουάλα Λουμπούρ.

Έθιμα και παραδόσεις
Το φυλετικό μωσαϊκό. Στη Μ. συνυπάρχουν τρεις μεγάλες ασιατικές φυλές: οι Μαλαίοι, οι Κινέζοι και οι Ινδοί ή, πιο συγκεκριμένα, η ινδική μειοψηφία η οποία, τόσο στη Μ. όσο και σε άλλες χώρες όπου έχει μεταναστεύσει, αποτελεί έναν ιδιαίτερο κόσμο που δεν έχει αφομοιωθεί από το περιβάλλον που τον φιλοξενεί.
Αντίθετα, έξω από τα κατοικημένα κέντρα ζουν οι αρχαίοι πληθυσμοί των δασών, οι Σεμάνγκ και οι Σενόι, ο αριθμός των οποίων μειώνεται προοδευτικά. Οι Σεμάνγκ διακρίνονται εύκολα από το μικρό τους ανάστημα, από το πολύ σκούρο χρώμα του δέρματός τους, από τα σγουρά μαλλιά τους και από ορισμένα έντονα νεγροειδή χαρακτηριστικά. Είναι νομάδες και περισσότερο και από τη γεωργία ασχολούνται με το κυνήγι και το ψάρεμα. Ζουν στο κεντρικό και βόρειο μέρος της χώρας. Η σπουδαιότερη ομάδα του πληθυσμού είναι η ομάδα των Σενόι ή Σακάι. Ψηλότεροι από τους Σεμάνγκ, οι Σενόι έχουν κυματιστά μαλλιά και δέρμα πιο χλωμό. Οι Σενόι χωρίζονται σε δύο κύριες ομάδες: τους Τεμιάρ ή βόρειους Σενόι και τους Σεμάι ή νότιους Σενόι.
Συνήθως, οι πληθυσμοί Σεμάνγκ ζουν σε μικρές κοινότητες που απαρτίζονται από έναν ορισμένο αριθμό οικογενειών, καθεμία από τις οποίες έχει το δικό της μικρό άσυλο. Οι Σενόι των κεντρικών βουνών, που ασχολούνται με τη γεωργία, έχουν, αντίθετα, άλλου είδους κατοικίες. Τα σπίτια τους είναι πιο γερά από των Σεμάνγκ και οι οικογένειες που συγγενεύουν μεταξύ τους ζουν σε κοινόβιο, σε ένα παραλληλεπίπεδο σπίτι. Αξίζει να αναφερθούν επίσης οι Νταγιάκ, που ζουν στο εσωτερικό της Σαραουάκ. Είναι ψηλοί και ζωγραφίζουν ολόκληρο το σώμα τους, φροντίζοντας ωστόσο να είναι τα σχέδιά τους σε περιττό αριθμό ώστε να κρατούν μακριά τα κακά πνεύματα. Ζουν κατά φυλές, με αυστηρά πατριαρχική δομή. Πιστεύουν σε έναν ισχυρό θεό που είναι επικεφαλής μιας πολυάριθμης Αυλής από θεότητες και πνεύματα, τα μυστήρια των οποίων είναι γνωστά μόνο στους μάγους και στις προφήτισσες-μάγισσες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον με την ποικιλία της παρουσιάζει η λαογραφία των Νταγιάκ: η μουσική, οι γιορτές και κυρίως οι χοροί, από τους οποίους αξίζει να σημειωθούν ο πένθιμος χορός, που εκτελείται από έναν ηλικιωμένο γύρω από το δέντρο από το ξύλο του οποίου θα φτιαχτεί το φέρετρο, ο ομαδικός ανδρικός χορός, που εκτελείται γύρω από έναν κύκλο από σπαθιά στο έδαφος ή, τέλος, ο χορός ενός μόνο άντρα που κρατά ασπίδα και σπάθα. Σε όλους τους χορούς τους, οι Νταγιάκ χρησιμοποιούν προσωπεία που δεν έχουν ρεαλιστικά χαρακτηριστικά.Στιγμιότυπο από την ετήσια παρέλαση «Χρώματα της Μαλαισίας», στην οποία παρουσιάζεται η πολιτιστική ταυτότητα των φυλών που συνυπάρχουν στη χώρα (φωτ. ΑΠΕ).

Θρησκευτικές παραδόσεις. Θρησκεία των Μαλαίων είναι ο ισλαμισμός, που διαδόθηκε στη χερσόνησο κατά τον 13ο και τον 14ο αι. Όμως η πίστη τους δεν είναι τόσο αυστηρή όσο στις αραβικές χώρες. Εκτός από τον ισλαμισμό, είναι επίσης διαδεδομένος ο βουδισμός καθώς και ο ινδουισμός. Στην Τζόρτζταουν υπάρχει ένας κινεζικός ναός όπου ακόμα και οι Μαλαίοι σπεύδουν να συγκεντρωθούν τις ημέρες γιορτής: είναι ο ναός των φιδιών. Στο εσωτερικό του, δεκάδες έχιδνες και κόμπρες ζουν πάνω σε δέντρα-νάνους και τρέφονται με αβγά και υπνωτικά, από ειδικούς ιερείς. Οι πιστοί προσφέρουν σε αυτούς τους ιερείς ραβδάκια λιβανιού τα οποία, καθώς καίγονται, μεταφέρουν τις προσευχές τους στον ουρανό.
Για τους Ινδούς της Μ., μία από τις πιο εντυπωσιακές τελετές είναι το Tάι Πουσάμ, που γίνεται στις σπηλιές του Μπατού. Χιλιάδες πιστοί συγκεντρώνονται στα σπήλαια του βουνού Μπατού, που, σύμφωνα με την ινδουιστική θρησκεία, είναι ιερά και, πριν εισέλθουν, λούζονται στον ποταμό που ρέει μπροστά από το βουνό. Έπειτα, μερικοί πιστοί, σχεδόν επαγγελματίες των φανατικών αυτών εκδηλώσεων, ανεβαίνουν σε ένα φορείο-κουβούκλιο, στη βάση του οποίου υπάρχουν εκατοντάδες μεταλλικά βέλη. Το κουβούκλιο αυτό αντιπροσωπεύει τον θρόνο του Σουμπραμάντα, απεσταλμένου του θεού Σίβα για να νικήσει τους δαίμονες του κόσμου. Η νίκη του πραγματοποιείται όταν, κατά την πανσέληνο μεταξύ Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου, το αστέρι Πουσάμ του αστερισμού του Καρκίνου συναντάται με τη Σελήνη. Ο επαγγελματίας φακίρης, με αιχμηρές βελόνες καρφωμένες στα περισσότερα μέρη του σώματός του, αρχίζει τη διαδρομή του προς τον ναό όπου θα πραγματοποιήσει το τάμα, το οποίο συνήθως του έχει αναθέσει κάποιος άλλος επί πληρωμή.Ινδουιστής πιστός εκπληρώνει το τάμα του έχοντας καρφώσει στο σώμα του φρούτα, κατά τη διάρκεια της τελετής «Τάι Πουσάμ», που πραγματοποιείται στις σπηλιές Μπατού στη Μαλαισία (φωτ. ΑΠΕ). 
Πλήθος ινδουιστών στην είσοδο του ναού-σπηλαίου του Μπατού, με την ευκαιρί
Read 799 times

Latest from