Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012 07:18

Καλομοίρης, Μανόλης

Written by
Rate this item
(0 votes)
Καλομοίρης, Μανόλης (Σμύρνη 1883 – Αθήνα 1962). Μουσικουνθέτης, μουσικοπαιδαγωγός, μουσικοκριτικός και ακαδημαϊκός. Σπούδασε αρχικά στην Αθήνα με τον Τιμόθεο Ξανθόπουλο και στην Κωνσταντινούπολη με τη Σοφία Σπανούδη. Ωστόσο, συστηματικές σπουδές στο πιάνο και στη σύνθεση έκανε στο Ωδείο της Βιέννης (1901-6). Ύστερα από μια σύντομη παραμονή (1906-10) στο Χάρκοβο της Ρωσίας, όπου δίδαξε πιάνο, εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα το 1910. Από τότε και σχεδόν έως τον θάνατό του ξεκίνησε μια πολύπλευρη και ακαταπόνητη δράση, που εκτός από τη σύνθεση καλύπτει κάθε τομέα μουσικής δραστηριότητας της χώρας. Έτσι, στα διαστήματα 1918-20 και 1922-37 διετέλεσε γενικός επιθεωρητής των στρατιωτικών μουσικών. Ταυτόχρονα διορίστηκε καθηγητής του πιάνου και των ανώτερων θεωρητικών, αρχικά στο Ωδείο Αθηνών (1910-19) και αργότερα στο Ελληνικό Ωδείο, του οποίου μάλιστα υπήρξε και ιδρυτής, επικεφαλής άλλων καλλιτεχνών (1919-26). Το 1926 ίδρυσε δικό του ωδείο, το Εθνικό Ωδείο, το οποίο διηύθυνε ή καθοδήγησε έως τον θάνατό του, αρχικά ως γενικός διευθυντής, έπειτα ως πρόεδρος του διοικητικού του συμβουλίου και, τέλος, ως επίτιμος πρόεδρος. Κατά τις περιόδους 1936-45 και 1947-57 διετέλεσε πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών και μετά το 1958 επίτιμος πρόεδρός της. Από το 1943 έως το 1952 ήταν αντιπρόεδρος του Διοικητικού Ανωτάτου Συμβουλίου Μουσικής (ΔΑΣΜ) του Υπουργείου Παιδείας και μετά την κατάργηση και αντικατάστασή του από το Γνωμοδοτικό Μουσικό Συμβούλιο (1959) διορίστηκε μέλος και του νέου αυτού συμβουλίου. Την περίοδο 1944-45 διετέλεσε γενικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και το διάστημα 1950-52 πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ίδιου οργανισμού. Το 1945 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, αφού στο μεταξύ είχε τιμηθεί με το εθνικό αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, καθώς και με πολλά παράσημα, ελληνικά και ξένα.
Ο Κ. ασχολήθηκε με όλα τα είδη φωνητικής και ενόργανης μουσικής –εκτός από τη θρησκευτική μουσική–, από το τραγούδι με συνοδεία πιάνου ή ορχήστρας μέχρι το μελόδραμα και από τη μουσική δωματίου μέχρι τη συμφωνία και το συμφωνικό ποίημα. Άφησε πλήθος έργων, που σημείωσαν σταθμό στα νεοελληνικά μουσικά πράγματα και δημιούργησαν σχολή, την οποία ταυτόχρονα ή λίγο μετά τον Κ. ακολούθησαν αρκετοί Έλληνες συνθέτες του μεσοπολέμου, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ό,τι χαρακτηρίζει τη μουσική του Κ. και ό,τι δίνει στον δημιουργό της μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία της νεοελληνικής μουσικής είναι ο σταθερός και συνεπής προσανατολισμός της προς τα ιδανικά των εθνικών σχολών, στα οποία ο Κ. πίστεψε με πάθος και αγωνίστηκε για να τα επιβάλει με το δημιουργικό του έργο. Έτσι, αν και συχνά επηρεασμένος από μουσικές πηγές άσχετες με το πνεύμα και τον χαρακτήρα του νεοελληνικού δημοτικού τραγουδιού –όπως το διατονικό σύστημα, μια ευρωπαϊκού τύπου πολυφωνία και ο βαγκνερισμός–, χρησιμοποίησε το νεοελληνικό δημοτικό μοτίβο σε όλη του την έκταση: ως ρυθμό, ως μελωδία, ως μουσική κλίμακα, ως πηγή έμπνευσης πρωτότυπων μελωδικών και ρυθμικών σχημάτων, που κατακλύζουν τη μουσική του και της χαρίζουν ένα τυπικά νεοελληνικό χρώμα.
Ανάμεσα στα κυριότερα έργα του αναφέρονται: τα μελοδράματα Ο πρωτομάρτυρας (1916), Το δαχτυλίδι της μάνας (1917), Ξωτικά νερά (1950) και Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (1961)· τα συμφωνικά έργα Ρωμέικη σουίτα (1907), Συμφωνία της λεβεντιάς (1920), Παλαμική συμφωνία (1955), Μηνάς ο Ρέμπελος (1940), Ο θάνατος της αντρειωμένης (1944) και Συμφωνικό κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα (1935)· τέλος, τα έργα μουσικής δωματίου Κουιντέτο με τραγούδι πάνω σε στίχους από τη Λήθη του Μαβίλη (1912), το Τρίο (1921), το Κουαρτέτο για άρπα, φλάουτο, αγγλικό κόρνο και βιόλα (1921), η Σονάτα για βιολί και πιάνο (1948) κ.ά.
Το επιβλητικό σε όγκο δημιουργικό του έργο πλαισιώνουν πολλές μουσικές μελέτες (ανακοινώσεις, διαλέξεις, άρθρα δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά), θεωρητικά βιβλία της μουσικής (Στοιχειώδης θεωρία, 1924· Αρμονία, 1933· Μορφολογία, 1957· Οργανογνωσία, 1957 κ.ά.) και, τέλος, πολλά μουσικοκριτικά σημειώματα στα περιοδικά Νουμάς, Παναθήναια και Εργασία, καθώς και στις εφημερίδες Εστία, Ελεύθερος Λόγος, Ελεύθερος Τύπος και προπάντων στο Έθνος, όπου για πολλά χρόνια συνεργάστηκε στη μουσικοκριτική στήλη. Ο Κ. έγραψε επίσης απομνημονεύματα που φέρουν τον τίτλο Η Ζωή μου και η τέχνη μου, το πρώτο μέρος των οποίων δημοσίευσε το 1944-45 το περιοδικό Νέα Εστία. 
Το 1980 ιδρύθηκε ο σύλλογος Μανόλης Καλομοίρης με σκοπό τη μελέτη και αξιοποίηση του έργου του, καθώς και τη διάδοσή του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το 2002, με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων από τον θάνατο του Κ. και ως αναγνώριση της συμβολής του στη σύγχρονη μουσική, το Υπουργείο Πολιτισμού αποφάσισε να αφιερώσει το έτος στον συνθέτη και να αναλάβει υπό την αιγίδα του τις εκδηλώσεις του συλλόγου Μανόλης Καλομοίρης.
Read 390 times

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.