Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012 06:25

Ι, ι

Written by
Rate this item
(0 votes)
Ι, ι. Το ένατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Προέρχεται από το σημιτικό jôdh (= χέρι με τον πήχη), η γραφική παράσταση του οποίου ήταν ή . Παρόμοιες ήταν οι πρώτες μορφές του ι στα ελληνικά αλφάβητα: , , (Κρήτης, Θήρας). Μέχρι τον 7ο αι. π.Χ. η συνηθέστερη γραφή ήταν στην Αττική, στην Κόρινθο, στην Κέρκυρα, στην Αχαΐα, στην Ιθάκη κ.α. και αντίστροφα στην Κέρκυρα και στους Φλιούς, ενώ υπήρχαν και οι γραφές (Κάτω Ιταλία), (Κόρινθος), (Ιθάκη). Από τον 7ο αι. π.Χ. εμφανίστηκε ο απλοποιημένος τύπος Ι στην Αττική, στη Χαλκίδα, στις Κυκλάδες και στην Ιωνία, ο οποίος επικράτησε. Η γραφή Ι υιοθετήθηκε στο λατινικό αλφάβητο και από εκεί στα αλφάβητα των νεότερων ευρωπαϊκών γλωσσών.
Η αρχαία ελληνική είχε ι βραχύ και μακρό (ι,), τα οποία συνέχιζαν τα ι και ι της ινδοευρωπαϊκής μητέρας-γλώσσας: ινδοευρωπαϊκό dh, ελληνικό -θι, ινδοευρωπαϊκό vιsos, ελληνικό ός και λατινικό vrus. 
Το ι ήταν κλειστό και ουρανικό φωνήεν και η προφορά του ήταν όμοια με τη σημερινή. Πιο πλατιά προφορά φαίνεται ότι είχε στη Λέσβο (καθώς και στη Βοιωτία και στην Ηλεία), όπου υπήρχε ε αντί ν, πριν από ρ: Δαμακρέτω (= Δημοκρίτου), κρεννέμεν (= κρίνειν) (ανάλογα είναι τα σημερινά ξηρός ξερός, κηρός κερί, μηρός μηρός μερί). Στην αρκαδική-κυπριακή διάλεκτο το ε εξελίχθηκε σε ι: ν, εχόμινος (= εν, εχόμενος), όπως συνέβη και σε ορισμένες δωρικές και αχαϊκές διαλέκτους στις περιπτώσεις που το ε ακολουθείται από τους αδρούς φθόγγους α, ο, ω, ου: θιός, ιόντος (= θεός, εόντος).
Ήδη από τους ελληνιστικούς χρόνους πολλοί φθόγγοι της ελληνικής γλώσσας έγιναν πιο κλειστοί και έτειναν να συμπέσουν φωνητικά με το ι. Ο δίφθογγος ει, ήδη από τον 2ο αι. π.Χ., και το η, από τον 2ο αι. μ.Χ., προφέρονται ως ι, ενώ τον 3ο αι. μ.Χ. ταυτίστηκαν τα τα , , ηι, υι. Κάπως αργότερα (10ος αι. μ.Χ.) ακολούθησαν τα υ, οι. Έτσι, στη νέα ελληνική γλώσσα υπάρχει ο φθόγγος ι, ο οποίος αποδίδει τα αρχαία , ι-, η, υ, ει, οι, ηι, υι. Ο φθόγγος αυτός στα σημερινά βόρεια ιδιώματα μπορεί να προέλθει από άτονα ε και αι (πιδί, πιδεύου, χαίριστι) ή να αποβληθεί (χουράφ, σκλί, άφσα). Ιδιαίτερη επίδραση στη νεότερη γλώσσα έχει η τροπή του ι σε ημίφωνο (j). Κατά κανόνα, κάθε άτονο ι (και γενικά κάθε φθόγγος ι) μεταβάλλεται σε ημίφωνο όταν βρίσκεται πριν από φωνήεν, όπως για παράδειγμα στις λέξεις χέρια, πόδια, παιδιού, ματιές, ποιος. Εξαίρεση αποτελούν λέξεις που ανήκουν στη λόγια παράδοση, οι οποίες εξαιτίας της περιορισμένης χρήσης τους δεν έχουν ενταχθεί στο φωνητικό σύστημα της νέας ελληνικής (αθλοπαιδιά – τα παιδιά). Η τροπή αυτή παρατηρείται και στην αρχαία γλώσσα· σε αυτήν οφείλεται η τροπή του τ σε σ: πλούτιος, ενιαύτιος – πλούσιος, ενιαύσιος (όπως από το λατινικό natio, που προέρχεται η γαλλική λέξη nation (προφορά: νασιόν), η ιταλική nazione (προφορά: νατσιόνε) καθώς και η αφομοίωση του ι με προηγούμενο ρ ή σ με ταυτόχρονο διπλασιασμό του ρ ή σ: Κύρρον, γυμνασσαρχήσαντα (= κύριον, γυμνασιαρχήσαντα).
Read 544 times

More in this category: « Ιζόλντα

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.