Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012 06:18

Ιωάννινα

Written by
Rate this item
(0 votes)
Ιωάννινα. Πόλη (61.629 κάτ.) της Ηπείρου, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού και της περιφέρειας Ηπείρου. Χτισμένη στη νοτιοδυτική όχθη της ομώνυμης λίμνης, της αρχαίας Παμβώτιδας, σε υψόμετρο 480 μ., περιβάλλεται από βουνά και λόφους, το Μιτσικέλι και τον Δρίσκο από τα Β, τον Ολύτσικα από ΝΔ και τα υψώματα του Μπιζανίου από Ν. Το Κάστρο, που δεσπόζει στην πόλη, είναι χτισμένο πάνω σε μια μικρή, απόκρημνη χερσόνησο που εισχωρεί στη λίμνη. Μέσα στα τείχη του, έως τις αρχές του 17ου αι., δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε η πόλη των Ι., η οποία είναι η μεγαλύτερη πόλη της Ηπείρου καθώς και το σημαντικότερο διοικητικό, εμπορικό, οικονομικό και πνευματικό κέντρο της. 
Το 1928 η πόλη είχε ήδη 20.500 κατ., οι οποίοι το 1961 είχαν αυξηθεί σε 35.000 (περίπου 70% αύξηση σε 33 χρόνια). Την επόμενη δεκαετία, παρά τα προβλήματα που δημιούργησε η μετανάστευση, ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε κατά 15%, ξεπερνώντας τους 40.000 κατ. το 1971, προφανώς επειδή συγκεντρώθηκε σε αυτήν μεγάλο μέρος των αγροτικών πληθυσμών της ευρύτερης περιοχής. Η αύξηση υπήρξε πολύ πιο έντονη κατά τις επόμενες δεκαετίες, με συνέπεια ο πληθυσμός των Ι. το 1981 να αριθμεί 54.000 κατ., παρουσιάζοντας αύξηση 33%. Η τάση αυτή συνεχίστηκε και κατά τη δεκαετία του 1990. Σήμερα, τα Ι. είναι από τις πιο ζωντανές πόλεις της Ελλάδας και το δραστήριο πανεπιστήμιό της τη βοηθά να συνεχίσει μια μακρά εκπαιδευτική παράδοση.
Σήμερα στην πόλη, εξαιτίας των αλλεπάλληλων καταστροφών, δεν σώζονται πολλά μνημεία του ένδοξου παρελθόντος της. Στο Κάστρο υπάρχουν λείψανα των βυζαντινών τειχών και του πυλώνα, ενώ διατηρείται σχεδόν ακέραιος ο πύργος του δεσπότη Θωμά Πρελούμπου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα τουρκικά αρχιτεκτονικά μνημεία: ο Μεντρεσές (ιεροσπουδαστήριο), το Φετιχιέ τζαμί και κυρίως το γραφικότατο τζαμί του Ασλάν πασά (σήμερα Δημοτικό Μουσείο), όλα κτίσματα του 11ου αι. Χριστιανικά μνημεία σώζονται στο Νησί της λίμνης: η μονή του Αγίου Νικολάου Σπανού (13ος αι.), που ίδρυσαν οι Φιλανθρωπινοί (εικόνες μελών της οικογένειας σώζονται στον νάρθηκα μαζί με πορτρέτα διαφόρων αρχαίων Ελλήνων σοφών), η μονή του Αγίου Νικολάου Ντίλιου (τέλη 11ου αι.) με θαυμάσιες τοιχογραφίες του 16ου αι., η μονή του Προδρόμου, κτίσμα των αδελφών Αψαράδων (1506) και η μονή του Αγίου Παντελεήμονα (17ος αι.), όπου βρίσκεται το κελί μέσα στο οποίο σκοτώθηκε ο Αλή πασάς (1822). Βλ. λ. Ηπειρωτικής Λαϊκής Τέχνης, Μουσείο (Κώστας Φρόντζος)· Ιωαννίνων, Βυζαντινό Μουσείο· Ιωαννίνων, Δημοτική Πινακοθήκη· Ιωαννίνων, Δημοτικό Μουσείο.

Ιστορία. Ο χρόνος ίδρυσης της πόλης καθώς και η ετυμολογία της ονομασίας της είναι ζητήματα που δεν έχουν ακόμα απαντηθεί. Θεωρείται αμφίβολη η άποψη που βασίζεται σε μαρτυρία του Προκόπιου, αλλά δεν έχει επιβεβαιωθεί επιστημονικά, ότι ο πυρήνας της σημερινής πόλης σχηματίστηκε κατά το πρώτο τέταρτο του 6ου αι., όταν, επί Ιουστινιανού, μεταφέρθηκαν εκεί οι κάτοικοι της παλιάς θεσπρωτικής πόλης Εύροιας. Αβέβαιο επίσης είναι αν η πόλη οφείλει την ονομασία της σε κάποιον Ιωάννη, υποτιθέμενο πρώτο οικιστή, ή σε κάποια μονή του Αγίου Ιωάννη. Πρώτη μνεία της πόλης γίνεται στα πρακτικά μιας συνόδου που συνήλθε το 879 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, τα οποία υπογράφει ο «Ζαχαρίας, επίσκοπος Ιωαννίνης». Ο διαφορετικός όμως τύπος της ονομασίας της πόλης δημιουργεί πάλι αμφιβολίες για την ταύτισή της με τα Ι. Είναι πάντως βέβαιο ότι το 1020 η πόλη ήταν έδρα επισκόπου, ενώ το 1082 μνημονεύεται ρητά ως ένα από τα κάστρα που κατέλαβαν οι Νορμανδοί επιδρομείς· έως τις αρχές του 13ου αι. τίποτε άλλο δεν είναι γνωστό για την τύχη της πόλης. 
Μετά την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Σταυροφόρους (1204) ξεκίνησε η περίοδος ακμής για τα Ι. Ο ιδρυτής του Δεσποτάτου της Ηπείρου, Μιχαήλ Κομνηνός, έχτισε μεγάλα οχυρωματικά έργα, επαύξησε τον πληθυσμό και παρείχε άσυλο σε διάφορα μέλη της σκορπισμένης βυζαντινής αριστοκρατίας (Φιλανθρωπινούς, Στρατηγόπουλους, Γαβριηλόπουλους, Αψαράδες κ.ά.). Πρωτεύουσα του Δεσποτάτου παρέμενε βέβαια η Άρτα, η νέα όμως αριστοκρατία των «καστρηνών Ιωαννινιωτών» εξελίχθηκε σύντομα στον κύριο ρυθμιστή της κατάστασης στην Ήπειρο. Εκτός των Ι., η αριστοκρατία αυτή έλεγχε και νεμόταν κατά το τιμαριωτικό σύστημα μεγάλα τμήματα της Ηπείρου και της Θεσσαλίας και ήταν σε θέση να επιβάλει τους όρους της καθώς και να αποσπά αξιόλογα οικονομικά, διοικητικά και εκκλησιαστικά προνόμια σε αντάλλαγμα της υποταγής της στους κατά καιρούς κυρίαρχους της περιοχής, όπως για παράδειγμα τους δεσπότες της Ηπείρου, τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες, τους Σέρβους, τους Φράγκους και τους Αλβανούς ηγεμόνες, οι οποίοι ουσιαστικά ασκούσαν μόνο ψιλή επικυριαρχία. Ακόμα και κατά την περίοδο της διακυβέρνησης των Ι. από ξένους δεσπότες –τον Σέρβο Θωμά Πρελούμπο (1367-84) και τους Ιταλούς Ιζαού Μπουοντελμόντι (1385-1411) και Κάρολο Α’ Τόκο (1411-29)– οι Γιαννιώτες άρχοντες διατήρησαν τον κυριαρχικό ρόλο τους. 
Στο μεταξύ, ένας νέος κίνδυνος, ο τουρκικός, γινόταν ολοένα και πιο απειλητικός. Οι άρχοντες και ο μητροπολίτης των Ι. προτίμησαν να συμβιβαστούν και παρέδωσαν την πόλη (1430) στον Σινάν πασά, με σημαντικά όμως ανταλλάγματα. Διατήρησαν τα τιμάριά τους και το απαραβίαστο της Εκκλησίας, απαίτησαν να μην εγκατασταθούν Τούρκοι στο Κάστρο, να μη γίνεται στην περιοχή τους παιδομάζωμα κ.ά. Το καθεστώς της ημιαυτονομίας διατηρήθηκε μέχρι τη χρονιά της επανάστασης του Διονυσίου του Σκυλοσόφου (1611). Αν και οι άρχοντες βοήθησαν τους Τούρκους να καταστείλουν το κίνημα, ο σουλτάνος κατάργησε τα προνόμια που τους είχαν δοθεί. Οι Τούρκοι εγκαταστάθηκαν στο Κάστρο, εκδίωξαν τους Έλληνες και κατεδάφισαν τα χριστιανικά κτίσματα. Τότε άρχισε ο ευρύς συνοικισμός του χώρου έξω από το Κάστρο, στον οποίο εκτείνεται η σημερινή πόλη. Η μεταβολή του καθεστώτος έπληξε αποκλειστικά την άρχουσα τάξη.
Από τα μέσα του 17ου αι. η πόλη των Ι. εισήλθε σε νέα περίοδο ακμής. Μια ισχυρή αστική τάξη εμπόρων και βιοτεχνών, κυρίως γουναράδων και μεταλλουργών, έδωσε νέα ζωή στην πόλη, ενώ από την τάξη αυτή προήλθαν οι Ηπειρώτες μεγαλέμποροι, οι οποίοι συναλλάσσονταν με το εξωτερικό και δημιουργούσαν μεγάλους οίκους στη Βενετία, στο Λιβόρνο, στη Βιέννη και σε άλλες πόλεις της κεντρικής Ευρώπης και της Ρωσίας. Η περίοδος της ακμής συνέπεσε χρονικά με την εποχή της ηγεμονίας του Αλή πασά (1788-1822). Η τάξη που επέβαλε ο τελευταίος στην περιοχή, τα τεράστια ποσά που ξόδευε για την Αυλή και το χαρέμι του και οι συχνές επισκέψεις ξένων διπλωματών και περιηγητών στην πόλη δημιούργησαν συνθήκες ευνοϊκές για την ανάπτυξη του εμπορίου και της γεωργίας. Ο πληθυσμός των Ι., μαζί με την πολυμελή τουρκική και εβραϊκή κοινότητα, άγγιξε τις 45.000 κατ. 
Κατά τους τελευταίους αιώνες της τουρκοκρατίας τα Ι. απέκτησαν πανελλήνια αίγλη ως πνευματικό κέντρο χάρη στις φημισμένες σχολές τους. Όπως έλεγε επιγραμματικά ο Νεόφυτος Δούκας: «όσοι εχρημάτισαν Έλληνες συγγραφείς κατά τον 18ο αι. υπήρξαν ή Ιωαννίται ή μαθηταί των σχολών Ιωαννίνων». Η αίγλη αυτή εκφραζόταν και στο παλαιό λαϊκό δίστιχο: «Γιάννενα, πρώτα στ’ άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα». Από τους χρόνους του Δεσποτάτου της Ηπείρου έως το 1642 λειτουργούσε στο Νησί της λίμνης των Ι. η Σχολή των Φιλανθρωπινών. Το 1648 ιδρύθηκε νέα σχολή από τον Γιαννιώτη έμπορο στη Βενετία Επιφάνιο Ηγούμενο. Ο Εμμανουήλ Γκιούμας, έμπορος επίσης, ίδρυσε τη λεγόμενη Μεγάλη Σχολή (1677), στην οποία δίδαξε ο Μεθόδιος Ανθρακίτης και η διδασκαλική δυναστεία των Μπαλάνων (1723-1820), από τους οποίους η σχολή ονομάστηκε και Μπαλαναία. Λίγο αργότερα η σχολή του Επιφάνιου μετονομάσθηκε σε Μαρουτσαία (1742), προς τιμήν των αδελφών Μαρούτση που φρόντισαν για την ανακαίνισή της· εκεί δίδαξε ο Ευγένιος Βούλγαρις. Συνέχεια της Μαρουτσαίας αποτέλεσε η Καπλάνεια σχολή, που ίδρυσε (1805) ο έμπορος στη Ρωσία Ζώης Καπλάνης. Πρώτος διευθυντής της σχολής ήταν ο Αθανάσιος Ψαλίδας, ένας από τους μαχητικότερους αποστόλους του ελληνικού Διαφωτισμού. Τέλος, οι αδελφοί Ζωσιμάδες συγκρότησαν (1828) την περίφημη Ζωσιμαία σχολή. Τη μακραίωνη πνευματική παράδοση της πόλης συνεχίζει σήμερα το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (βλ. λ. Ιωαννίνων, Πανεπιστήμιο).
Η παρακμή της πόλης άρχισε το 1820, όταν καταστράφηκε από τα αντιμαχόμενα στρατεύματα του Αλή πασά και του σουλτάνου. Μετά την πυρκαγιά του 1869, η πόλη ανοικοδομήθηκε με βάση σύγχρονο σχέδιο. Τα Ι. μπήκαν σε μια καινούργια φάση στη μακραίωνη ιστορία τους μετά την απελευθέρωσή τους από τον ελληνικό στρατό (21 Φεβρουαρίου 1913), οπότε προσαρτήθηκε η Ήπειρος στην Ελλάδα.Το τζαμί του Ασλάν πασά στα Ιωάννινα, που σήμερα είναι Δημοτικό Μουσείο. Το κελί στο οποίο σκοτώθηκε ο Αλή πασάς το 1822, στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων (φωτ. I. Ντεκόπουλου). Η περίοδος ακμής των Ιωαννίνων συνέπεσε χρονικά με την εποχή της ηγεμονίας του Αλή πασά (1788-1822).Το ιστορικό χάνι Εμίν Αγά, στην κοιλάδα του Λούρου όπου είχε εγκατασταθεί το 1913 το ελληνικό γενικό στρατηγείο, κατά την πολύμηνη πολιορκία των Ιωαννίνων. Με την ιστορία των Ιωαννίνων συνδέεται και το όνομα του ποιητή Λορέντζου Μαβίλη, που σκοτώθηκε στην τοποθεσία αυτή του Δρίσκου, στις 8 Νοεμβρίου 1912.
Read 523 times

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.