Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012 06:14

Ιωάννης

Written by
Rate this item
(0 votes)
Ιωάννης. Όνομα 14 πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως.

1. Ιωάννης Α’, ο Χρυσόστομος. Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (397-404). Βλ. λ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

2. Ιωάννης Β’, ο Καππαδόκης (; – 520). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (518-520). Καταγόταν από την Καππαδοκία και ήταν αρχικά σύγκελος της Μεγάλης Εκκλησίας. Διαδέχθηκε στον πατριαρχικό θρόνο τον Τιμόθεο Α’ και συγκάλεσε δύο συνόδους. Η πρώτη (518) αποκατέστησε τον πάπα Λέοντα και τους πατριάρχες Ευφήμιο και Μακεδόνιο, ενώ ταυτόχρονα αποφάσισε την ανακομιδή στην Κωνσταντινούπολη των λειψάνων των δύο τελευταίων. Η δεύτερη (519), εξαιτίας της αρνητικής στάσης των εκπροσώπων του πάπα Ορμίσδα, δεν είχε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα.

3. Ιωάννης Γ’, ο Αντιοχεύς (; – 577). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (565-577). Μολονότι ξεκίνησε ως σχολαστικός (δικηγόρος), γρήγορα εγκατέλειψε το επάγγελμά του και έγινε κληρικός. Διετέλεσε αποκρισιάριος (αντιπρόσωπος) του πατριάρχη Αντιοχείας στην Κωνσταντινούπολη και λίγο αργότερα διαδέχθηκε στον πατριαρχικό θρόνο τον Ευτύχιο, ο οποίος καθαιρέθηκε. Προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που είχαν δημιουργήσει οι αιρετικοί στην Αίγυπτο, ο Ι. Γ’ έπεισε τον αυτοκράτορα Ιουστίνο Β’ να στείλει στην περιοχή τον αβά Φωτεινό με αποστολή να βοηθήσει στην αποκατάσταση της εκκλησιαστικής τάξης. Κατά τη διάρκεια της πατριαρχίας του έχτισε και ανακαίνισε πολλές εκκλησίες και μοναστήρια.

4. Ιωάννης Δ’, ο Νηστευτής (; – 595). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (585-595). Ήταν γνωστός και ως Οικουμενικός, τίτλος που του δόθηκε επίσημα από τη σύνοδο της Κωνσταντινούπολης (587). Ασκητής και φιλάνθρωπος, διακρίθηκε για την ευσέβεια αλλά και για τις διαμάχες του με τους πάπες. Η απόφαση της συνόδου της Κωνσταντινούπολης, η οποία τον ανακήρυξε Οικουμενικό, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του πάπα Πελάγιου Β’, τη στιγμή μάλιστα που στη Ρώμη διαμορφωνόταν η αντίληψη για το πρωτείο του πάπα. Τη μεγαλύτερη πολεμική εναντίον του Ι. Δ’ άσκησε ο πάπας Γρηγόριος Α’, ο οποίος, αν και γνώριζε τις αρετές και την ταπεινοφροσύνη του, έστελνε επιστολές στον αυτοκράτορα Μαυρίκιο, όπου τον αποκαλούσε εγωιστή, σατανικό και πρόδρομο του αντίχριστου. Η Ανατ. Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και η μνήμη του τιμάται στις 2 Σεπτεμβρίου. Στην αρχή γιορταζόταν ως άγιος και στη Δύση, αλλά αργότερα οι Βολλανδιστές τον διέγραψαν από το εορτολόγιο.

5. Ιωάννης Ε’ (; – 675). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (669-675). Διετέλεσε πρωτέκδικος και χαρτοφύλακας της Μεγάλης Εκκλησίας καθώς επίσης σκευοφύλακας της Αγίας Σοφίας. Διαδέχθηκε τον Θωμά Β’ και διακρίθηκε για τη σύνεση και την ευσέβειά του. Η Ανατ. Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και η μνήμη του τιμάται στις 18 Αυγούστου.

6. Ιωάννης ΣΤ’ (; – 714). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (712-714). Οπαδός των αιρετικών Ευτυχούς και Διόσκορου, διαδέχθηκε στον πατριαρχικό θρόνο τον ορθόδοξο Κύρο, ο οποίος καθαιρέθηκε από τον επίσης αιρετικό αυτοκράτορα Φιλιππικό. Με προτροπή του Ι. ΣΤ’ ο Φιλιππικός συγκάλεσε το 712 σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, η οποία καταδίκασε την ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδο (680).

7. Ιωάννης Ζ’, ο Γραμματικός ή Χάραξ (9ος αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (836-842). Λόγω της εξαιρετικής μόρφωσής του ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Τραυλός τον προσέλαβε ως δάσκαλο του γιου του, Θεόφιλου. Φανατικός εικονομάχος, όταν ήταν ηγούμενος της μονής των Αγίων Σέργιου και Βάκχου, κατέστρεψε τις εικόνες που υπήρχαν στον ναό αυτής της μονής. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεόφιλου, πατριάρχης πια, ευνόησε ή τουλάχιστον ανέχθηκε τις διώξεις των εικονολατρών. Όταν όμως πέθανε ο Θεόφιλος (842), καθαιρέθηκε από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Λίγο μετά τον θάνατό του, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο Μέθυσος διέταξε να βγάλουν το λείψανό του από τον τάφο και να το κάψουν.

8. Ιωάννης Η’ (Ξιφιλίνος, Τραπεζούντα ; – 1075). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1063-75). Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου αργότερα άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Διετέλεσε δικαστής και νομοφύλακας, ενώ το 1054 αποσύρθηκε σε μοναστήρι στον Όλυμπο της Βιθυνίας, στο οποίο αργότερα πήγε και ο Μιχαήλ Ψελλός. Εκεί έζησε ως μοναχός περίπου δέκα χρόνια μελετώντας και γράφοντας συνεχώς. Κατά την περίοδο της πατριαρχίας του ανέπτυξε πολύμορφη δραστηριότητα και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ανακαίνιση των εικόνων της Αγίας Σοφίας και την επισκευή πολλών εκκλησιών στην Κωνσταντινούπολη. Φιλάνθρωπος, ίδρυσε ιδιωτικό αρτοποιείο, στο οποίο παρασκευαζόταν ψωμί για τους φτωχούς. Μετά τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας Θεόδουλου διόρισε διάδοχό του τον Έλληνα Ιωάννη. Ο Ι. Η’ ασχολήθηκε με τη συγγραφή νομικών κειμένων, από τα οποία σώζονται μόνο εκείνα που αναφέρονται ή σχολιάζουν τη μεγάλη συλλογή νομικού περιεχομένου, με τον τίτλο Βασιλικά. Οπαδός της αριστοτελικής φιλοσοφίας, άσκησε έντονη κριτική στον πλατωνικό φίλο και δάσκαλό του, Ψελλό. Από τα φιλοσοφικά έργα του σώζονται μόνο ορισμένοι τίτλοι, όπως Περί γενέσεως και φθοράς, Περί τροφής, Περί ανθρώπων φύσεως και Περί ζώων. Εξαιρετικής σπουδαιότητας, τέλος, είναι το έργο του Ερμηνευτικαί διδασκαλίαι, που αναφέρεται σε κείμενα των Ευαγγελίων, ενώ διακρίνεται για το λιτό ύφος του, το οποίο αναδεικνύει τη βαθύτατη θεολογική μόρφωση του συγγραφέα του.

9. Ιωάννης Θ’ (Αγαπητός, ; – 1134). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1111-34). Διετέλεσε ιερομνήμονας της Μεγάλης Εκκλησίας και διαδέχθηκε στον πατριαρχικό θρόνο τον Νικόλαο Γ’. Σημαντικό γεγονός της πατριαρχίας του ήταν η προσπάθεια του πάπα Πασχάλιου Β’ για την πραγματοποίηση της ένωσης των δύο Εκκλησιών, η οποία όμως δεν τελεσφόρησε (1112). Ο Ι. Θ’ διέταξε να τιμάται στις εκκλησίες η μνήμη του Ιουστινιανού Α’ στις 2 Αυγούστου και επικύρωσε τα προνόμια της μονής του Αγίου Ιωάννη της Πάτμου, την οποία είχε ιδρύσει ο όσιος Χριστόδουλος.

10. Ιωάννης Ι’ (Καματηρός, ; – Διδυμότειχο 1209). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1198-1206). Διάκονος και χαρτοφύλακας της Μεγάλης Εκκλησίας, διαδέχθηκε τον Γεώργιο Β’ και παρέμεινε πατριάρχης έως την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204), οπότε αποσύρθηκε στο Διδυμότειχο μέχρι τον θάνατό του. Από τα έργα του σώζεται μία επιστολή προς τον πάπα Ινοκέντιο Γ’, όπου διατυπώνει την αντίθεσή του στο πρωτείο του πάπα και στην προσθήκη του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως.

11. Ιωάννης ΙΑ’ (Βέκκος, ; – Βιθυνία 1298). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1275-82). Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο ιστορικό προσκήνιο της εποχής ως διπλωματικός απεσταλμένος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ του Παλαιολόγου στον ηγεμόνα της Σερβίας και στον βασιλιά της Γαλλίας. Η ζωή του, όπως και η συγγραφική του δραστηριότητα, επικεντρώθηκαν στο ζήτημα της ένωσης μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας, το οποίο μετά την ενωτική σύνοδο της Λιόν (1274) συντάραζε πάλι τη βυζαντινή κοινωνία. Αρχικά εμφανίστηκε ως ανθενωτικός, φυλακίστηκε όμως από τον αυτοκράτορα και άλλαξε άποψη. Η μεταστροφή του ανταμείφθηκε με την ενθρόνισή του στον πατριαρχικό θρόνο. Ο διάδοχος όμως του Μιχαήλ, Ανδρόνικος Β’, ακολούθησε διαφορετική εκκλησιαστική πολιτική. Καθαίρεσε τον Ι. ΙΑ’ από τον πατριαρχικό θρόνο και τον ανάγκασε να αποκηρύξει τις ενωτικές του απόψεις. Ο Ι. ΙΑ’ δεν άλλαξε στάση και γι’ αυτό φυλακίστηκε σε ένα φρούριο της Βιθυνίας, όπου πέθανε. Έγραψε δεκάδες θεολογικές πραγματείες για να αποδείξει τη δογματική ταυτότητα των δύο Εκκλησιών. Αυτά τα έργα αποτέλεσαν πηγή άντλησης επιχειρημάτων για πολλούς ενωτικούς συγγραφείς, Έλληνες και Λατίνους.
Ο Ι. υπήρξε λόγιος και άφησε πολλά συγγράμματα θεολογικού χαρακτήρα, μερικά από τα οποία δημοσιεύτηκαν στην έκδοση Opuscula Aurea Theologica του Πέτρου Αρκούδιου (Ρώμη, 1630), ενώ άλλα τύπωσε ο Λέων Αλλάτιος στην Graecia Orthodoxa (Ρώμη, 1652 και 1659).

12. Ιωάννης ΙΒ’ (Κοσμάς, β’ μισό 13ου αι. – α’ μισό 14ου αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1294-1304). Καταγόταν από τη Σωζόπολη και ήταν πατέρας δύο παιδιών. Όταν πέθανε η σύζυγός του, έγινε ιερέας και μετονομάστηκε σε Ι. Διετέλεσε ηγούμενος της μονής του Παμμακάριστου και πνευματικός του αυτοκράτορα. Διορίστηκε πατριάρχης μετά την παραίτηση του προκατόχου του, Αθανάσιου Α’· τελικά όμως παραιτήθηκε και αποσύρθηκε στη Σωζόπολη μέχρι τον θάνατό του.

13. Ιωάννης ΙΓ’ (Γλυκύς, α’ μισό 14ου αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1316-20). Λογοθέτης του δρόμου αρχικά, έγινε πατριάρχης, όταν αποφάσισε η γυναίκα του να μονάσει. Παραιτήθηκε τελικά για λόγους υγείας και αποσύρθηκε στο μοναστήρι της Κυριώτισσας. Σώζονται το κείμενο της παραίτησής του, η διαθήκη του και ένα μέρος της αλληλογραφίας του.

14. Ιωάννης ΙΔ’ (Καλέκας, 14ος αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1334-47). Καταγόταν από γνωστή οικογένεια της Κωνσταντινούπολης και διετέλεσε ανακτορικός ιερέας. Στη διάρκεια της πατριαρχίας του αναμείχθηκε στις διαμάχες των ησυχαστών και υποστήριξε τους αγώνες του Βαρλαάμ και του Ακίνδυνου εναντίον του Γρηγορίου Παλαμά. Εξαιτίας της στάσης του αυτής τον κατήγγειλαν επτά αρχιερείς στην αυτοκράτειρα Άννα, η οποία όμως δεν τον ενόχλησε. Μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ’ (1341), ο διάδοχός του, Ιωάννης Ε’, συγκάλεσε σύνοδο, επειδή κατηγορήθηκε από τον Ι. ΙΔ’ ότι σφετερίστηκε τον θρόνο που ανήκε στα παιδιά του Ανδρόνικου· αυτή η σύνοδος τον καθαίρεσε από το πατριαρχικό αξίωμα. Ο Ι. ΙΔ’ ήταν πολυμαθής και σπουδαίος εκκλησιαστικός ρήτορας· έγραψε 60 ομιλίες από τις οποίες σώζονται μόνο δύο.
Read 538 times

More in this category: « Ιωάννης Ιωάννης »

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.